Φαντάσου τον, σαν έναν κύριο, ψιλό, κομψό και σένιο. Επιβλητική παρουσία. Αρχικά, θες να τον γνωρίσεις, σου κινεί την περιέργεια ρε αδελφέ! Πας και συστήνεσαι. Δεν έρχεται ποτέ αυτός. Σου ρίχνει τέτοιο βλέμμα που εύχεσαι να σε είχε πατήσει ελέφαντας. Το προσπερνάς και σκέφτεσαι “πόσο ξινός και δύστροπος να είναι; Εγώ είμαι γλυκούλα, θα με συμπαθήσει”! Αμ δε! Αυτός δεν συμπαθεί τ’ άντερά του κοπελιά! Με δυσκολία λέτε δύο λόγια. Εν τέλει σπάζεσαι και φεύγεις. Προχωρώντας, αφήνεις τις σκέψεις σου ελεύθερες και σιγοψιθυρίζεις πόσο τυχερή είσαι που δεν τον είχες ποτέ στην ζωή σου.

Σταυροκοπιέσαι και λίγο και το ξόρκισες το κακό. Η πρώτη σας επαφή ουσιαστικά ποτέ δεν ήταν επαφή.
Ώσπου… ώσπου μια ωραία μέρα που όλα δείχνουν υπέροχα αρχίζεις να μην αισθάνεσαι καλά. Να μην χαίρεσαι. Τώρα που το ξανασκέφτεσαι τον τελευταίο καιρό σηκώνεσαι και κουρασμένη. Έκανες όλες τις εξετάσεις σου και είσαι περδίκι. Τι να φταίει;

Παλεύεις να μην δώσεις σημασία, αποπροσανατολίζεις την ρημάδα την σκέψη σου, απασχολείς τον εαυτό σου με χίλια δύο και τελικά καταφέρνεις να ξεχαστείς. Κατά το απογευματάκι σκέφτεσαι πόσο περήφανη είσαι που τα κατάφερες. Χα! Είμαι δυνατή εγώ ρε! Βράχος! Με ηθικό σχεδόν ακλόνητο (γέλα ελεύθερα φίλη), πας να ξεκουράσεις το κορμί σου… και τσαααακκκκκ εκεί που χαλαρώνεις, σκέψεις, καταστάσεις, πρόσωπα, όλα έρχονται εμπρός σου και τότε λες θα κλείσω τα μάτια και όλα κομπλέ. Και τα κλείνεις. Χάνεσαι, μουδιάζεις. Μια ολόκληρη ταινία διαδραματίζεται μπροστά σου.

Σηκώνεσαι κεφάτη. Ο ήλιος αν και με δόντια λαμποκοπά. Πλένεσαι, ντύνεσαι και σε λίγα λεπτά βρίσκεσαι στο αγαπημένο σου καφέ για ομελέτα και φρεντάκι. Παραμάσχαλα με το περιοδικό που σου κράτα συντροφιά παραγγέλνεις τα καθιερωμένα και χαίρεσαι το κάθε λεπτό. Σκέφτεσαι πόσο ωραία μέρα ξημέρωσε και ότι τίποτα δεν θα στην χαλάσει. Με ένα γύρισμα του κεφαλιού, τσουπ να’τος πάλι ο ξινισμένος. Σου γνέφει. Όχι, όχι σκέφτεσαι και γυρίζεις από την άλλη. Σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος σου. “Μου επιτρέπεις;” σε ρωτά. Θέλεις να πεις όχι αλλά οι αναθεματισμένοι καλοί τρόποι σου, δεν σ’ αφήνουν. Κάθεται. Αμηχανία. Κάποιος πρέπει να ξεκινήσει να μιλά σκέφτεσαι και απότομα, τον ρωτάς: “Συγγνώμη όπου κι αν πάω σας βλέπω μπροστά μου. Με παρακολουθείτε;” Γελάει. Με εκνευρίζει λίγο αυτό. Είναι να σαν μην με παίρνει στα σοβαρά. “Λοιπόν; Θα μου απαντήσετε;”

“Χμμμμ, όχι, δεν σε παρακολουθώ. Για την ακρίβεια εσύ με έφερες εδώ. Μαζί σου.”
“Πώς σας έφερα αφού δεν ξέρω καν ποιος είστε.”

Την ακουμπά. Ω shit! Κύματα ηλεκτρισμού την διαπερνούν και παραλύει. Εικόνες και φάσεις της ζωής της περνούν βιαστικά από μπροστά της. Μια στάλα δάκρυ πέφτει στην σελίδα του περιοδικού της. Την ακουμπά ξανά.

“Μα τι είστε τέλος πάντων;”
“Είμαι αυτός που έκρυβες. Αυτός που μάζευε τα παλιοπράγματά σου και επί χρόνια τακτοποιούσε. Ξέρεις, πολλοί με κατηγορούν. Δεν φταίω εγώ όμως για το συναισθηματικό τους βόλεμα. Δεν φταίω εγώ αν αυτοί συνήθισαν την παρουσία μου.”
“Εμένα, γιατί εμένα με βοηθάς;”
“Μα δεν τα λέω μόνο σε σένα. Σε όλους τα λέω αλλά ελάχιστοι δίνουν σημασία. Αν θες να απαλλαγείς, αν θες να αδειάσω χώρο θα πρέπει να με βοηθήσεις. Να αποδεχτείς, να μιλήσεις και να σταματήσεις να καταπιέζεις αυτά που πρέπει να βγουν στην ώρα τους. Όσα αντέχεις. Να φροντίσεις να αδειάσεις αλλά να μην ξαναγεμίσεις ώστε να φύγω.”

Χαμηλώνεις το κεφάλι και παίρνεις μια βαθιά ανάσα. Γυρίζεις αλλά είχε εξαφανιστεί. Μα τι; Τι στο καλό; σκέφτεσαι.

Ανοίγεις τα μάτια. Μπερδεμένη και μούσκεμα πληκτρολογείς το νούμερο. Χρόνια κρατούσες την αναθεματισμένη κάρτα της αλλά ποτέ δεν τόλμησες.

Την επόμενη το απόγευμα βρίσκεσαι στο γραφείο της ψυχολόγου. Της εξηγείς.
– Και τελικά; Ποιος νομίζεις ότι ήταν;
– Ο κύριος Θυμός, της απαντάς.