Πόσο εύκολο είναι τελικά να αυτοανακηρυχθεί κάποιος σε σωτήρα του κόσμου; Πόσο εύκολο είναι να επηρεάσει ανθρώπους, να διαφεντεύει ζωές, να ασκεί απόλυτη εξουσία; Χρειάζεται απλά πομπώδες ύφος, λόγος με μπερδεμένα νοήματα κι ίσως ένα λιγάκι ιδιαίτερο ντύσιμο. Βέβαια χρειάζεται και τύχη γιατί πολύ πιθανόν αν κάποιος αποφασίσει ότι είναι ο επόμενος Μεσσίας να βρεθεί σε φρενοκομείο να κάνει παρέα στο Ναπολέοντα και τον κόμη Δράκουλα. Αν όμως έχει την τύχη με το μέρος του καθόλου απίθανο να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία. Εξουσία στην ζωή και τον θάνατο απλών ανυποψίαστων ανθρώπων. Κι από επικίνδυνος τσαρλατάνος να εξελιχθεί στον απόλυτο άρχοντα.

Ένας τέτοιος μεγαλομανής και ψυχικά διαταραγμένος ήταν ο Τζέιμς Γουόρεν (Τζίμι) Τζοόυνς. Γεννημένος το 1931 στην Αμερική, ήταν ο άνθρωπος που προκάλεσε την μεγαλύτερη απώλεια ανθρωπίνων ζωών από μη φυσικά αιτία, μέχρι φυσικά την 11/09/2001. Απλά αποφάσισε ότι είναι η μετενσάρκωση του Χριστού. Αυτός που θα καταφέρει να σώσει τον κόσμο. Και με συντονισμένες και καλά μελετημένες κινήσεις κατάφερε πλήθος ανθρώπων να τον πιστέψουν και να τον ακολουθήσουν.

Η Μαίρη κι ο Τζόρτζ ήταν άνθρωποι απλοί. Παντρεμένοι για πολλά χρόνια και μην έχοντας αποκτήσει παιδιά, είχαν στραφεί στις αγαθοεργίες βοηθώντας όπου και όσο μπορούσαν. Βαθιά θρησκευόμενοι δεν παρέλειπαν καμία λειτουργία στην εκκλησία της τοπικής ενορίας. Δίπλα τους έμενε μια οικογένεια που ανήκε σε διαφορετική εκκλησία. Άλλωστε στο Σαν Φρανσίσκο του 1975 ευδοκιμούσαν δόγματα κι αιρέσεις. Τους πρότειναν να πάνε μαζί τους να παρακολουθήσουν ένα κήρυγμα του πνευματικού τους ηγέτη. Μιλούσαν με τόσο πάθος και θαυμασμό που η Μαίρη ήθελε επιτέλους να δει με τα μάτια της ποιος ήταν αυτός που ισχυριζόταν ότι είναι ο επόμενος Μεσσίας. Είχε ακούσει τόσα πολλά για τα έργα και τα υποτιθέμενα θαύματα του, που περίμενε με αγωνία να τον γνωρίσει από κοντά.

Όταν έφτασαν στην χώρο που γινόταν το κήρυγμα τίποτα δεν προμήνυε την αλλαγή στη ζωή της Μαίρης. Η αίρεση “Ο Ναός του λαού” είχε πιστούς από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κάθε ηλικίας. Ο ηγέτης της, Τζιμ Γουόρεν, γαλαντόμος και χαρισματικός ομιλητής είχε καταφέρει να πλασάρει τον εαυτό του σαν τον σωτήρα του κόσμου. Η χρονική στιγμή ήταν κατάλληλη. Οι Αμερικανοί διχασμένοι και απογοητευμένοι από την εμπλοκή τους σε έναν πόλεμο που πολλοί θεωρούσαν αναίτιο βρήκαν στο πρόσωπο του Τζιμ την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Κι αυτός εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες μπόρεσε να χειραγωγήσει τα πλήθη.

Η Μαίρη μαγεύτηκε από τον λόγο του. Ο Τζορτζ διατηρούσε τις επιφυλάξεις του. Όταν γύρισαν σπίτι της είπε ότι δεν θα ήθελε να ξαναπάει. Έφτασαν να καβγαδίσουν άσχημα για πρώτη φορά στην κοινή τους ζωή. Μάταια ο Τζορτζ προσπάθησε να την πείσει για την πλάνη αυτού που θεωρούσε σωτήρα. Ήταν ανένδοτη. Από την άλλη κιόλας μέρα ξεκίνησε να παρακολουθεί καθημερινά το κήρυγμα. Το χάσμα στο ζευγάρι όλο και μεγάλωνε. Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια με καθημερινή γκρίνια. Πότε με το καλό και πότε μ’απειλές προσπαθούσε να την κάνει να δει ότι επρόκειτο απλά για τσαρλατάνο. Τον Νοέμβρη του 1978 η Μαίρη του δήλωσε ότι τον εγκαταλείπει για να ζήσει στο κοινόβιο της αίρεσης. Μάζεψε απλά τα πράγματα της κι έφυγε. Προσπάθησε να την σταματήσει αλλά ήταν ανένδοτη. Ήταν η τελευταία φορά που την είδε ζωντανή.

Η Μαίρη έφτασε νύχτα στην Τζόνσταουν της Γουιάνα. Την περίμενε μέλος της αίρεσης που την μετέφερε στο κοινόβιο. Ήταν τόσο χαρούμενη. Αισθανόταν αγαλλίαση. Σαν να είχε ξαναγεννηθεί. Ένιωθε ότι βρέθηκε στη γη της επαγγελίας. Ανυπομονούσε να γίνει μέλος της κοινότητας και να προσφέρει με όποιον τρόπο μπορούσε. Από την δεύτερη όμως ημέρα άρχισε να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι καλύβες όπου έμεναν βρισκόντουσαν μέσα σε μια τεράστια περιφραγμένη έκταση. Οπλισμένοι φρουροί υπήρχαν παντού. Στο κέντρο ήταν στημένος ένας τεράστιος θρόνος κι ο Τζιμ καθισμένος όλη μέρα εκεί απλά ούρλιαζε διαταγές. Φαινόταν ότι ήταν υπό την επήρεια ισχυρών ναρκωτικών.

Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνει όποιος έφτανε στην Τζόουνσταουν ήταν να παραδώσει το διαβατήριο και τα προσωπικά του έγγραφα. Η Μαίρη προσπάθησε να αρνηθεί, αλλά ο οπλισμένος φρουρός την χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα την σκότωνε. Κατάλαβε δυστυχώς πολύ αργά πόσο δίκιο είχε ο Τζορτζ που τον θεωρούσε απατεώνα.

Καθημερινά αναγκαζόντουσαν να δουλεύουν στα κτήματα κάτω από άθλιες συνθήκες. Ίσα που προλάβαιναν να ανταλλάξουν μια κουβέντα μεταξύ τους. Υπήρχαν οικογένειες με μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι, μόνες γυναίκες. Ένα πρωί ένιωσε ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε. Επικρατούσε μια περίεργη αναστάτωση. Ένα τζιπ με οπλισμένους φρουρούς έφυγε νωρίς. Γύρισε φέρνοντας πίσω κάποιους αγνώστους. Ο ένας κρατούσε κάμερα. Επικράτησε αναταραχή ώσπου έμαθαν ότι ήταν δημοσιογράφος του εθνικού δικτύου. Ήθελε να κάνει ρεπορτάζ επειδή συγγενείς κάποιων ανθρώπων που έμεναν στο κοινόβιο κατήγγειλαν ότι κρατούνται παρά τη θέληση τους. Ο Τζιμ εμφανίστηκε υπέρλαμπρος κι ευγενικός. Κανείς δεν τολμούσε να πει τι πραγματικά συνέβαινε. Η ομάδα έκανε το ρεπορτάζ κι επιβιβάστηκε στο τζιπ για την μεταφορά της στον αεροδιάδρομο. Κάποια μέλη προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή μαζί τους κρυφά. Τους είπαν τι επικρατεί κι ότι πρόκειται περί επικίνδυνου ψυχοπαθή. Καταλαβαίνοντας ο Τζιμ την προδοσία δίνει εντολή εκτέλεσης για την ομάδα των δημοσιογράφων και τους πιστούς του που τον πρόδωσαν.

Τους μαζεύει όλους στην τεράστια αίθουσα. Παιδιά κλαίνε, ζευγάρια αγκαλιάζονται, κάποιοι έχουν απλά παγώσει από το σοκ. Βάζει παντού τους οπλισμένους φρουρούς. Δεν μπορεί να βγει κανείς. Διακόσια παιδιά βρίσκονται στον χώρο. Αναγκάζει τους ενήλικες να τους χορηγήσουν κυανίδιο μέσα σε χυμό. Η Μαίρη δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει. Δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της φρίκης. Αφού χορηγείται το δηλητήριο στα παιδιά σειρά έχουν οι ενήλικες. Έχουν όλοι από ένα ποτήρι με το δηλητηριώδες μείγμα και το πίνουν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Τζιμ τους παρατηρεί με απλανές βλέμμα. Αισθάνεται σχεδόν ηδονή. Απόλυτος κυρίαρχος. Αφού έχουν πεθάνει όλοι, κάθεται στον θρόνο του, βγάζει το περίστροφο και σημαδεύει τον εαυτό του. Δεν αισθάνεται φόβο. Εξάλλου είναι ο σωτήρας. Είναι αθάνατος.

Τα άτομα που πήγαν στον χώρο δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν τι έβλεπαν. Παντού νεκροί. Άλλοι αγκαλιασμένοι με τους διπλανούς τους, άλλοι σε θέση προσευχής. Μανάδες με τα παιδιά στην αγκαλιά, σύζυγοι που κρατούσαν το χέρι της αγαπημένης τους. Κι ο Τζιμ στον θρόνο του με μια τρύπα στο κρανίο. Εννιακόσια εννέα άτομα. Από αυτά τα διακόσια παιδιά. Κι όλα αυτά επειδή ο Τζιμ ήταν απλά ένας τυχερός τσαρλατάνος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Peoples_Temple

 

Φωτογραφία :

https://en.wikipedia.org/wiki/Jim_Jones#/media/File:Rev._Jim_Jones,_1977.jpg