Αννα
Νταξ, μπάνικο γκομενάκι ήταν η Αννούλα. 19 Μαΐων, με τα Γαλλικά της και την καλή της ανατροφή, με τα ωραία της ρούχα και με τον αέρα της που έκανε και το φτηνό τσίτι να φαίνεται μετάξι πάνω της, με τις βάτες και τα φουσκωτά χτενίσματα χαίτη, δεκαετία του 80 ντε, τότε που όλα άστραφταν σαν τις δισκόμπαλες των ντίσκο, την έκανε την εντύπωσή της. Έξυπνη, κοινωνική, με τις παρέες της και τις κατακτησούλες της, μια χαρά κορίτσι στην αρχή της νιότης της. Κι είχε κι ένα «κουσούρι» η Αννούλα, να είναι πάντα ο εξομολόγος των φίλων και των φιλενάδων της γιατί μπορεί να ήταν η ψυχή της παρέας, αλλά όλοι ήξεραν πως ό,τι φτάνει στ αυτιά της Αννούλας, μένει εκεί και δεν φτάνει ποτέ στο στόμα της.

Έτσι εκείνο το απόγευμα, η Αννούλα καθόταν με την φίλη της την Αλέκα στην καφετέρια που σύχναζε η παρέα κι ήταν το ορμητήριο για τις βραδυνές εξόδους. Η Αλέκα, ανακάτευε νευρικά τον φραπέ της με το καλαμάκι, ούτε γουλιά δεν είχε πιει ακόμη, μιλούσε και μιλούσε, όλο για κάποιον Αντώνη της έλεγε που έλειπε από την γειτονιά και την παρέα δύο χρόνια γιατί ήταν φαντάρος «αεροπόρος Άννα μου, κούκλος με τα ραφ, τι να σου λέω τώρα»

Η Αννούλα δεν τον ήξερε καθ’ ότι μόλις εκείνη την χρονιά είχε εξασφαλίσει από τον αυστηρό μπαμπά έξοδο μετά δημοσίων θεαμάτων κι ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος, ούτε καν συμμαθητής. Οπότε, έπρεπε ν αρκεστεί στις περιγραφές της Αλέκας για τα κάλλη του Αντώνη. Κι επιτέλους, αφού ο φραπέ κόντευε να βγει μόνος του από το ποτήρι παραζαλισμένος από το πολύ ανακάτεμα, η Αλέκα το έσκασε το παραμύθι: «απόψε έμαθα πως ήρθε με άδεια απολύσεως. Κι έχει κανονίσει μεγάλη έξοδο με την παρέα και θέλω να πάμε κι εμείς, μαζί»
«Και πώς θα πάμε ακάλεστες ρε φιλενάδα;» απόρησε η Αννούλα.
«Ε, όχι κι ακάλεστες, εσένα θα σε καλέσουν, γιατί ξέρεις ποιοι είναι οι κολλητοί του; Ο Γιώργος κι ο Σπύρος. Ο Σπύρος θα σε καλέσει σίγουρα, κολλητοί δεν είστε;»
«Ααααα! Εκεί θα πάμε απόψε; Ξέρω, ναι, μου έχει πει ο Σπύρος!»
«Είδες;; Γι αυτό σου λέω. Θα πάμε μαζί, μ αρέσει ο Αντώνης, είναι κούκλος, δεν θα χάσουμε αυτήν την ευκαιρία, ε;»
Μάταια η Αννούλα προσπαθούσε να την πείσει πως ο ταλαίπωρος ο Σπύρος λιώνει για πάρτη της, πως της είχε ζαλίσει τ αυτιά γι’ αυτήν, η Αλέκα εκεί, τον κούκλο τον αεροπόρο και ποιος στην ευχή ήταν αυτός, θα ‘σκαγε η Αννούλα αν δεν τον έβλεπε.
Μαζεύτηκε σιγά σιγά η παρέα, κανονίστηκαν όλα
«Εσύ Άννα;» την ρώτησε ο Σπύρος «μόνη σου θα έρθεις;»
«Όχι βέβαια, θα έρθουμε με την Αλέκα» είπε εκείνη με νόημα, γιατί τον Αντώνη τον αεροπόρο μπορεί να μην τον ήξερε, αλλά ο Σπύρος ήταν εξαιρετικό παιδί και θα γινόταν ο ιδανικός για την Αλέκα. Άσε που επίσης ήταν πολύ όμορφος και το κυριότερο, είχε καρδιά μάλαμα.
«Και μάλιστα, θα έρθουμε μαζί σας, χωράμε, ε;» τον ρώτησε με νόημα, μα εκείνος είχε ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού κι έκανε νόημα στην Αλέκα να καθίσει δίπλα του.
«Ο Αντώνης;» ρώτησε η Αλέκα δήθεν αδιάφορα
«Ο Αντώνης θα έρθει κατ’ ευθείαν στο μαγαζί με το δικό του αυτοκίνητο»
Η Αλέκα, γύρισε κι έκλεισε το μάτι στην Αννούλα.
Μπήκε κι ο Γιώργος πίσω και ξεκίνησαν, για εκείνο το βράδυ, που άλλος προξενευόταν κι άλλος προξενεύτηκε.

Αντώνης
«Έλα ρε μάνα, όλα καλά, θα βγω με τα παιδιά απόψε κι αύριο σου υπόσχομαι, θα φάμε όλοι μαζί»
Η μάνα του του χαμογέλασε, ας βγει, Σάββατο σήμερα, πρώτη μέρα της άδειας λογικό ήταν να θέλει να ξεσκάσει με τους φίλους του. Σίγουρα θα έπαιζε και καμιά κοπέλα, γι αυτό ήταν βιαστικός.

Βγήκε ο Αντώνης από το μπάνιο, μοσχομυριστός κι ευωδιαστός, καλοντυμένος, με τα γυαλισμένα του παπούτσια, το κολλαριστό του πουκάμισο, του ‘χε λείψει αυτή η περιποίηση της κυρα-Στέλλας, κακά τα ψέματα. Εντάξει, δεν κακοπέρασε στη θητεία του, αλλά το σπίτι είναι άλλο πράγμα.

Η κυρα-Στέλλα τον σταύρωσε «στο καλό και να προσέχεις παιδί μου, άλλαξε η Αθήνα!»
«Γέμισε κακούς λύκους;» την κορόιδεψε ο Αντώνης και δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο βγήκε. Σκεφτικός ανέβαινε προς το μαγαζί που είχαν κανονίσει γι απόψε. Καλά, τα φιλαράκια τα έβλεπε στις άδειες, ήξερε γι αυτούς. Άραγε καμιά κοπέλα να έπαιζε; Καμιά καλή βεβαίως γιατί ο Αντώνης ήταν κι εκλεκτικός. Γιατί δεν ήταν κανένας τυχαίος, ε; Ήταν έξυπνος, δουλευταράς, ηθικός με χιούμορ, καλό φίλος. Ήταν λοιπόν κι εκλεκτικός, γιατί ήξερε τι ήθελε.

Προσπάθησε να θυμηθεί τα κορίτσια της παρέας. Φέρνοντάς τις στην μνήμη του, διαπίστωσε πως κάποιες ήταν κάπου επαρχία για σπουδές , κάποιες ήδη είχαν αρραβωνιαστεί ή παντρευτεί κι όσες είχαν μείνει δεν ήταν απλά του γούστου του. Είχε μάθει ας πούμε πως η Αλέκα ρωτούσε γι αυτόν, αλλά βρε παιδί μου, δεν…
Δεν ήταν κακή η Αλέκα, ούτε άσχημη, λίγο παχουλή, αλλά οκ. Όμως ήταν πολυλογού, ζαλάδα που λένε κι ο Αντώνης απέφευγε σαν τον διάολο το λιβάνι κάτι τέτοιες.

Χαμογέλασε μόνος του.
Ήλπιζε απόψε να είχε ενδιαφέρον η παρέα, αλλιώς, προτιμούσε να γυρίσει μόνος παρά με την Αλέκα, τόσο δρόμο.

Άννα.
Έφτασαν στο μαγαζί και κάθισαν στο τραπέζι που είχε κρατήσει ο Αντώνης. Είχαν ήδη μαζευτεί αρκετοί από την παρέα, η Άννα άλλους ήξερε κι άλλους όχι. Η Αλέκα, κάθισε δίπλα της και δίπλα στην Αλέκα ο Σπύρος που άστραφτε από χαρά που επιτέλους είχε το αντικείμενο του πόθου του τόσο μα τόσο κοντά. Η Άννα της ψιθύρισε «δεν θέλεις να καθίσεις εδώ; Θα έχεις καλύτερη θέα» και της έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. «Μετά, ακόμη δεν έχει έρθει».

Και δώστου γελάκια με τον Σπύρο, και δώστου εκείνος να της βάζει κρασάκι που συνοδεύονταν από μεζεδάκια και χαμογελάκια, ήρθε ο Σπύρος και την γλύκανε την Αλέκα, τόσο που όταν μπήκε ο Αντώνης, εκείνη αρκέστηκε σ ένα σκούντημα στο γόνατο της Άννας. Σούσουρο στην παρέα, «Αντώνη αδερφέ μου, που σαι ρε φίλε» κι άλλα τέτοια, γύρισε κι η Άννα να δει επιτέλους αυτόν τον περιβόητο Αντώνη που μια τόσο μεγάλη παρέα έκανε τόσα χιλιόμετρα γι αυτόν.
Χμμμ…. Εντάξει, κακός δεν ήταν, νόστιμος αλλά όχι και για το παραλήρημα της Αλέκας.

Η οποία εν τω μεταξύ, δεν είχε μάτια παρά μόνο για τον Σπύρο, καλέ, πώς δεν τον είχε ανακαλύψει τόσο καιρό; Δίκιο είχε η φιλενάδα της που της τα ‘λεγε.

Έμεινε η Άννα μας λοιπόν στην σέντρα, στην θέση που είχε κρατήσει η Αλέκα για καλύτερη θέα, να βρίσκεται στο άλλο άκρο του τραπεζιού, φάτσα με τον Αντώνη να χαζομιλάει με την παρέα, αλλά για το «ζευγάρωμα» κουβέντα. Η Αλέκα είχε ήδη αποφασίσει, το έδειχνε καθαρά, άλλωστε, μια ιδέα ήταν ο Αντώνης, μια ιδέα του μυαλού της.
Η βραδιά κυλούσε με γέλια, χάχανα, ιστορίες της θητείας, αλλά και κρυφές ματιές. Ω ναι, κρυφές ματιές. Ο Αντώνης συνάντησε το βλέμμα της κι από τότε δεν ξεκόλλησε τα μάτια του από πάνω της. Η Άννα το ένιωθε, της άρεσε, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει.


ΑΝΤΩΝΗΣ

Ο Αντώνης σάρωσε με το βλέμμα του την παρέα, άστραψε, όλοι εδώ ήταν, θα περνούσαν τέλεια απόψε.
Επ; Τι είναι τούτο το κορίτσι; Νέο αίμα στην παρέα; Για δες ρε τι γίνεται όταν λείπεις δύο χρόνια! Τα μικρά μεγαλώνουν και γίνονται ωραίες εκπλήξεις! Μόνο να μην είναι με κάποιον από την παρέα. Μπα, μόνη της είναι! Ο Αντώνης, την παρατηρούσε όλο το βράδυ, ναι, του άρεσε, τι καλά που ήρθε μόνος, θα μπορούσε να την γυρίσει εκείνος πίσω.

Είδε και την Αλέκα, αρκετά απασχολημένη με τον Σπύρο. Χαμογέλασε μέσα κι έξω του.
Τούτο το κορίτσι απόψε θα γινόταν η δική του παρέα, θα γύριζαν μαζί οι δυο τους.

Κάπου εκεί οι μοίρες έπλεκαν την δική τους ιστορία. Γελούσαν με ό,τι σκάρωσαν ευτυχισμένες με το όμορφο παραμύθι που ξετυλιγόταν, μα ακόμη ήθελε δουλίτσα, έπρεπε να φτάσει καλά ως το τέλος. Έτσι λοιπόν, στην μέση της βραδιάς, Αλέκα και Σπύρος καληνύχτισαν την παρέα, δηλώνοντας πως η Αλέκα είχε «πονοκέφαλο» και χάθηκαν βιαστικά για να χαρούν τον έρωτα που μόλις γεννήθηκε.

Η Άννα έμεινε μόνη και χωρίς μέσον να γυρίσει πίσω. Ο Γιώργος ζήτησε από τον Αντώνη να τους πάρει μαζί «αν φυσικά υπήρχε χώρος στο αυτοκίνητο»
«Μα φυσικά, μόνος μου ήρθα άλλωστε, το συζητάς; Μόνος σου είσαι;»
«Όχι, είναι και η Άννα μαζί, να σας συστήσω με την ευκαιρία»
Η παρέα διάλυσε, οι τρεις τους μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Οι μοίρες τους ακολούθησαν μέχρι που άφησαν τον Γιώργο πρώτο, «θα είσαι καλά Άννα, ή θέλεις να αφήσουμε εσένα πρώτη;»
Κι η Άννα, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού, ήξερε πια πως εδώ θα ήταν η θέση της για πάντα.

Επτά μήνες μετά, η παρέα πήρε τα προσκλητήρια του γάμου του Αντώνη και της Άννας. Κι ένα βροχερό βράδυ του Νοεμβρίου, εκεί στα σκαλιά της εκκλησίας, ο Αντώνης αστειευόταν με τους φίλους του, περιμένοντας την Άννα της ζωής του. Την Άννα του που του χάρισε πέντε παιδιά κι όταν τον ρωτούσαν πώς γνωρίστηκαν έλεγε «φαντάρος ήμουν ο καημένος, μόλις με άφησε η μαμά πατρίδα με βούτηξε η κυρία από δω» αλλά γελούσαν τα μάτια του κι η καρδιά του…

https://www.youtube.com/watch?v=Em_vsQt1jsc