Ο όρκος.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ήταν ανοιχτό καφέ. Η μοκέτα του σπιτιού μας, ήταν ανοιχτό καφέ, σχεδόν πορτοκαλί. Στρωμένη απ’ άκρη σε άκρη στο σπίτι. Εκεί μέσα πέρασα τα πρώτα χρόνια της ξυπολυσιάς. Χωρίς καλτσάκια, χωρίς παπούτσια να μου περιορίζουν τα ποδαράκια. Γυρνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο και φανταζόμουν παιχνίδια με μια αδερφή που ποτέ δεν είχα.

Βγήκα στο μπαλκόνι. Ένα σπουργιτάκι είχε πέσει από τη φωλιά. Το έπιασα στα χέρια. Ένιωσα το απαλό χνουδάκι του, είδα το εύθραυστο κορμάκι του να ανασαίνει γρήγορα και η καρδούλα του ζέσταινε τα χέρια μου. Το άφησα στην άκρη. Ευχήθηκα να το βρουν η μαμά του και ο μπαμπάς του και να το πάρουν στη φωλιά τους.

Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα. Κοντοστάθηκα για μια στιγμή. Είδα τη μαμά μου ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ο ήλιος έμπαινε δυνατός από το παράθυρο, δείγμα πως η ώρα είχε περάσει.

Γιατί κοιμάσαι;

– Είμαι άρρωστη.

– Και τι έχεις;

– Ορκίστηκα στο Θεό, να πεθάνω επειδή είσαι τσαπατσούλα.

Το μυαλό των τεσσάρων χρόνων που είχα στη ζωή μου, δε μπορούσε να καταλάβει το νόημα. Κοίταξα την εικόνα στο εικονοστάσι. Μια εικόνα της Αγίας Τριάδας, με έναν συμπαθέστατο και γλυκό παππού, έναν σίγουρο νέο άντρα (να ήταν μπαμπάς; ) και ένα όμορφο περιστέρι (σαν το σπουργιτάκι μου θα ήταν κι αυτό, ζεστό και χνουδωτό). Κοίταζα και αναρωτιόμουν, πώς μπορεί αυτός ο Θεός (ο παππούς άραγε; ) να δέχεται έναν τέτοιο όρκο. Να τον άκουσε; Και τώρα; Θα πεθάνει; Από στιγμή σε στιγμή; Το απόγευμα ίσως; Αύριο δε θα έχω πια μαμά;

Πήγα στο σαλόνι. Βρήκα ένα βάζο σε ένα τραπεζάκι. Χμ, αυτή μάλλον δεν είναι η θέση του εκεί. Ίσως είναι καλύτερα στο άλλο τραπέζι. Το έβαλα εκεί, ελπίζοντας να πέτυχα «τη σωστή θέση» για να είναι όλα … πιο τακτικά. Άραγε θα ζήσει λίγο παραπάνω η μαμά μου; Βρήκα μια κουβέρτα. Κάποιος από τους μεγάλους θα την χρησιμοποίησε βλέποντας τηλεόραση το βράδυ, όταν κοιμούνται τα παιδιά. Την έπιασα και σιγά-σιγά την έσυρα στο πάτωμα. Την τράβηξα από τις άκρες της για να απλώσει. Πήγα και ήρθα αρκετές φορές για να ταιριάξω την κάθε άκρη της. Χρειάστηκε αρκετές βόλτες μέχρι να καταφέρω να τη διπλώσω. Την φορτώθηκα στην αγκαλιά μου, ενώ ουσιαστικά χανόμουν μέσα της και χωρίς να βλέπω προσπάθησα να τη μεταφέρω στο δωμάτιο. Αυτή ήταν σίγουρα δύσκολη δουλειά. Θα το κατάλαβε άραγε ο Θεός για να δώσει λίγο ακόμα χρόνο στη μαμά μου; Μου είχαν πει πως ήταν καλός. Θα την έπαιρνε τελικά μακριά μου; Κοίταξα άλλη μια φορά την εικόνα. Πώς του μίλησε; Εμένα γιατί δε μου μιλά; Δε με κοιτά καν. Τι να σημαίνει αυτό; Με βλέπει; Ξέρει πως υπάρχω; Αν εγώ ευχηθώ να μην πεθάνει η μαμά μου, θα με ακούσει; Η εικόνα έμεινε ασάλευτη. Εγώ παγωμένη, δεν ευχήθηκα, ούτε προσευχήθηκα, άλλωστε οι όρκοι έπρεπε να πραγματοποιούνται πάση θυσία –έτσι μου είχαν πει. Έτσι ο Θεός δε θα είχε άλλη επιλογή από το να τον εκπληρώσει. Ωχ, έχασα χρόνο! Έτρεξα γρήγορα στο άλλο δωμάτιο. Άρχισα να παρατηρώ τυχαία τα αντικείμενα για να δω πού θα τα βάλω «σε τάξη». Πέρασε η ώρα. Είχα κουραστεί. Είχα ζαλιστεί. Δεν ήξερα αν αυτά που έκανα βοηθούσαν. Κανένας δε μου έλεγε αν ήταν αρκετά. Απελπίστηκα. Απογοητεύτηκα. Δεν έκλαψα. Πήγα με κομμένα φτερά στη μαμά μου.

– Μάζεψα τα πράγματα. Αλλά είναι πολλά. Τι άλλο να κάνω; Τώρα θα πεθάνεις;

– Εντάξει. Ήρθε ο Θεός και μου είπε πως δε θα πεθάνω. Όχι σήμερα.

Δηλαδή αύριο; Έπρεπε να προσέξω και αύριο να κάνω ότι μπορούσα για να δώσω λίγο χρόνο ακόμα στη μαμά μου. Δεν έπρεπε να την αφήσω να πεθάνει. Δεν έκλαψα. Πέρασαν μέρες. Κάθε πρωί μάζευα ό,τι μπορούσα, ό,τι καταλάβαινα, ό,τι περνούσε από το παιδικό μυαλό μου. Δεν έκλαιγα. Και κάθε μέρα πήγαινα στο τέλος στην εικόνα της Αγίας Τριάδας για να δω αν είχε θυμώσει ο Θεός. Αν θα ήταν εκείνη η μέρα που θα πέθαινε η μαμά μου. Κάθε μέρα έβλεπα εκείνο το ασάλευτο πρόσωπο της κάθε εικονιζόμενης φιγούρας. Κάθε μέρα η μαμά μου με παίνευε. Κάθε μέρα ένιωθα πως κατάφερα να καθυστερήσω το θάνατό της, μια μικρή παράταση ακόμα.

Όταν τη ρώτησα, μετά από μέρες ξανά αν θα πεθάνει. Με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα. Άρχισε να σχηματίζεται ένα αινιγματικά πονηρό χαμόγελο που ολοκληρώθηκε σε τσιριχτό χαιρέκακο γελάκι.

-Όχι, δε θα πεθάνω. Εσύ όμως μαζεύεις το σπίτι.

Δεν έκλαψα.

Τελικά νομίζω πως είχε δίκιο στην αρχή: Ήταν η πρώτη μέρα που πέθανε μέσα μου η μαμά μου, μαζί με ένα δικό μου κομμάτι. Ήμουν τεσσάρων. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έβρισκε τον τρόπο με αυτό το ιδιαίτερο και μοναδικό της γέλιο, βουτηγμένο στην απόλαυση της κακίας, να πεθαίνει λίγο – λίγο οποιοδήποτε ίχνος της παρουσία της. Τι κι αν ζούσε; Εγώ ήμουν ορφανή. Μα, δεν έκλαψα.

 

Α.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Ο όρκος.”

  1. Υποκλίνομαι . . . Εκτύπωση στα μαγνητάκια του ψυγείου. Να το βλέπω όταν παντού στο σπίτι γίνεται χαμός. Πριν καλέσω την (6χρονη) κορούλα μου να μαζέψει τα 100 παιχνιδάκια της από τα πατώματα….

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook