Ο Άγγελος έγειρε το κεφαλάκι του προς τη μαμά του κι εκείνη τον πήρε στην αγκαλιά της. Με τα χείλη της ακούμπησε το μέτωπο του παιδιού για πολλοστή φορά, για να επιβεβαιώσει ξανά τον υψηλό του πυρετό. Όμως παρόλο που το θερμόμετρο είχε ξεπεράσει τους σαράντα βαθμούς και τα αντιπυρετικά δεν βοηθούσαν, και παρά τα έξι του χρόνια που τον έκαναν υπερκινητικό, ο μικρός περίμενε υπομονετικά την σειρά του έξω από το ακτινολογικό του νοσοκομείου. Χωρίς γκρίνια, χωρίς παράπονα.

Και τότε το θαμπό βλέμμα του παιδιού φωτίστηκε, ζωντάνεψε!
«Μαμά κοίτα! Ένας πειρατής!» φώναξε με ενθουσιασμό παρατηρώντας τον ηλικιωμένο άνδρα που σηκώθηκε από την θέση του καθώς ήρθε η σειρά του.

Ο Ανδρέας καθόταν όλη αυτή την ώρα πίσω από μια κολόνα και έτσι ο Άγγελος δεν τον είχε προσέξει. Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα που προκαλούσε η εμφάνισή του, μα η αντίδραση αυτού του μικρού ήταν πρωτόγνωρη. Έτρεξε κατά πάνω του και άρχισε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις:
«Έχεις βρει ποτέ κανένα μεγάλο θησαυρό; Πού έχεις παρκάρει το καράβι σου; Έχεις παπαγάλο; Ο γάντζος σου που είναι; Έχεις δει ποτέ γοργόνες; Νεράιδες; Καρχαρία έχεις πιάσει;»
Ο Ανδρέας στην αρχή τον κοίταζε σαστισμένος αλλά μετά το πρόσωπό του γλύκανε με ένα ζεστό χαμόγελο.
«Άγγελε σε παρακαλώ, μην ενοχλείς τον κύριο!» η μητέρα του προσπάθησε να τον πάρει πίσω στην θέση του.
Ο Ανδρέας έσκυψε στο ύψος του παιδιού και του ψιθύρισε τρυφερά.
«Τι θα έλεγες να πας να κάνεις πρώτα την ακτινογραφία σου και μετά να τα πούμε με την ησυχία μας;» και έδωσε στη μητέρα του Άγγελου το χαρτάκι με το δικό του νούμερο παραχωρώντας την θέση του.
«Όχι, σας παρακαλώ…» είπε η Ελένη.
«Εγώ μπορώ να περιμένω, το παιδί όμως όχι. Περάστε παρακαλώ.» είπε ξαφνιάζοντας τους παρευρισκόμενους με την ευγένειά του. Ως εκείνη την στιγμή όλοι πίστευαν πως ήταν απλά ένας τρελός, ένας γέρος που τα έχει χαμένα.

Ο Ανδρέας καταγόταν από μια αρκετά ευκατάστατη οικογένεια. Λαμπρό μυαλό, με πτυχίο χημικού, μεταπτυχιακό και διδακτορικό, στα τριανταπέντε του ήταν ήδη καθηγητής πανεπιστημίου και επικεφαλής μιας ομάδας ερευνών, με ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Μόλις είχε παντρευτεί με τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Αμαλία, συμφοιτήτριά του από την σχολή. Τα είχαν όλα, ήταν πολύ ευτυχισμένοι και τα χρόνια κυλούσαν ήρεμα.

Ως που η Αμαλία αρρώστησε… Οι γιατροί της απαγόρεψαν να κάνει παιδιά. Της ξεκαθάρισαν πως μια εγκυμοσύνη θα την σκότωνε. Ο Ανδρέας δεν στεναχωρήθηκε στιγμή γι’ αυτό, μόνο εκείνη ήθελε κοντά του. Φοβόταν πολύ για εκείνη. Δυο χρόνια μετά την διάγνωση η Αμαλία μπήκε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες κι ο Ανδρέας μαράζωνε κάθε μέρα που την έβλεπε να χάνεται, να λιώνει σ’ εκείνο το κρεβάτι. Όμως δεν έφευγε λεπτό από κοντά της. Μια νύχτα η Αμαλία με κόπο έπιασε το χέρι του και είπε σοβαρά.
«Το ξέρεις πως για μένα θα είσαι πάντα ο πειρατής μου;»
«Ο ποιος;» ρώτησε ο Ανδρέας ξαφνιασμένος.
«Ο πειρατής μου! Έτσι σε γνώρισα, το ξέχασες ανόητε;» γέλασε και αμέσως θυμήθηκαν μαζί την βραδιά της γνωριμίας τους σε ένα πάρτυ μασκέ της σχολής τους. Εκείνος είχε ντυθεί πειρατής κι εκείνη νεράιδα. Έκτοτε δεν χώρισαν ποτέ.
«Έτσι θα σε θυμάμαι πάντα! Ο πιο όμορφος πειρατής!»

Λίγες μέρες μετά η Αμαλία δυσκολευόταν να θυμηθεί απλά πράγματα, ξεχνούσε, μπερδευόταν. Ως που ένα πρωινό ξύπνησε και δεν αναγνώριζε τον Ανδρέα της. Εκείνος προσπάθησε, της είπε ιστορίες από την ζωή τους, της έδειξε φωτογραφίες, αλλά μάταια. Η Αμαλία τον κοίταζε μα το βλέμμα της ήταν άδειο. Ο Ανδρέας δεν άντεξε, κατέρρευσε. Για πρώτη φορά. Έχασε όλη τη δύναμη του. Και ξαφνικά του ήρθε αυτή η σκέψη. Έφυγε για λίγη ώρα κι όταν επέστρεψε ήταν ντυμένος πειρατής. Με ένα μπάλωμα στο δεξί μάτι, ένα κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι, ένα χαλκά στο αφτί, μια λευκή μπλούζα κι ένα καφέ παντελόνι περασμένο μέσα από μαύρες μπότες. Η Αμαλία μόλις τον είδε σα να ζωήρεψε για λίγο το άδειο βλέμμα της.
«Πειρατή μου!» αναφώνησε και του κράτησε το χέρι σφιχτά. Λίγη ώρα μετά έσβησε στην αγκαλιά του αγαπημένου της κάνοντας το κορμί του να τραντάζει από τους λυγμούς.

Από εκείνη την ημέρα ο Ανδρέας δεν έβγαλε ποτέ την στολή του πειρατή. Εγκατέλειψε την καριέρα του, τη ζωή του όλη και αυτοεξορίστηκε στο εξοχικό τους. Μάταια προσπαθούσαν οι φίλοι και οι συγγενείς να τον κάνουν να νιώσει καλύτερα, να επιστρέψει στη ζωή του. Λίγο λίγο με τα χρόνια εγκατέλειψαν κι εκείνοι τις προσπάθειες. Κι έτσι για όλον τον κόσμο ο Ανδρέας ήταν απλά ένας τρελός που κυκλοφορεί ντυμένος σαν πειρατής και δεν μιλάει πολύ. Μα εκείνον δεν τον ένοιαζε τι πίστευε ο κόσμος. Εκείνος ένιωθε πως έτσι την φέρνει λίγο κοντά του, πως έτσι τιμά την μνήμη της και δεν είχε σκοπό να αλλάξει.

Στην αναμονή για την ολοκλήρωση των εξετάσεων ο Ανδρέας έδωσε στον μικρό Άγγελο τις απαντήσεις που του υποσχέθηκε, με θεατρικό ύφος κι ο πιτσιρικάς τον κοίταζε εκστασιασμένος. Τελικά και οι δύο έκαναν εισαγωγή στο νοσοκομείο μετά από διάγνωση πνευμονίας. Οι επόμενες μέρες για τον Άγγελο ήταν δύσκολες. Δεν ήθελε να φάει τίποτα, ο οργανισμός του δεν ανταποκρινόταν στην αγωγή. Το παιδί ήταν αδύναμο. Μόνο ζητούσε επίμονα τον πειρατή. Εκείνη την ημέρα ο Ανδρέας πήρε εξιτήριο. Πριν φύγει πέρασε από το δωμάτιο του μικρού για να τον χαιρετήσει. Ο Άγγελος κοιμόταν κι έτσι είχε την ευκαιρία να μιλήσει με την μητέρα του. Εκείνη τον ευχαρίστησε για την κίνησή του και του είπε πως ο μικρός τον ζητούσε μέσα στην ζάλη του. Του μίλησε για την ζωή τους, του είπε πως πριν δυο χρόνια είχε χάσει τον άντρα της και μεγάλωνε ολομόναχη τον γιο τους. Πως τα έβαζαν δύσκολα πέρα. Ο Ανδρέας της μίλησε για την Αμαλία του και για τον λόγο που είναι ντυμένος έτσι, πλημμυρίζοντας τα μάτια της δάκρυα. Μόλις ξύπνησε ο Άγγελος φώναξε ζωηρά:
«Ο πειρατής!!» και τα ματάκια του άστραψαν. Ο Ανδρέας τον έπεισε να φάει το φαγητό του και κάθισε μαζί του ως το βράδυ παίζοντας παιχνίδια.
«Εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω πιανίστας!» δήλωσε με στόμφο ο μικρός κοπανώντας τα πλήκτρα από ένα ξεχαρβαλωμένο παιδικό πιανάκι. «Κι όταν θα έχουμε πολλά λεφτά, η μαμά μου θα μου πάρει ένα αληθινό πιάνο, από αυτά τα μεγάλα!» συνέχισε.
«Σου αρέσει η μουσική Άγγελε;» τον ρώτησε ο Ανδρέας.
«Ναι! Πολύ!»
«Κι εμένα!»
«Εσύ έχεις κανένα πιάνο;»
«Όχι δεν έχω.»
«Αλήθεια; Τι κρίμα! Να πάρε αυτό!»
«Μα… Αυτό είναι δικό σου δεν μπορώ να το πάρω…» τα έχασε ο Ανδρέας.
«Πάρε το, δεν πειράζει. Εγώ θα περιμένω να μου πάρει η μαμά μου το μεγάλο!» είπε κι έβαλε το πιανάκι στην ποδιά του Ανδρέα κάνοντας τα μάτια του να γεμίσουν με δάκρυα.

Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος του χάριζε κάτι. Ένα παιδί του χάριζε κάτι που αγαπούσε πολύ. Μα δεν ήταν αυτό που πλημμύρισε τα μάτια του. Ήταν η ζεστασιά που ένιωσε κοντά σ’ αυτό το παιδί και την μητέρα του. Ήταν η πρώτη φορά που δεν τον χλεύασαν, δεν τον ειρωνεύτηκαν, δεν τον λυπήθηκαν. Μόνο καλοσύνη εισέπραξε από την αθωότητα αυτού του μικρού παιδιού.
Στην βραδινή επίσκεψη οι γιατροί πρόσεξαν θεαματική αλλαγή στο παιδί καθώς για πρώτη φορά είχε πέσει ο πυρετός και είχε βρει το χρώμα του. Η μητέρα του Άγγελου φίλησε τα χέρια του ευγενικού αγνώστου με δάκρυα στα μάτια. Ο Ανδρέας έφυγε αφήνοντας το τηλέφωνο του με την υπόσχεση πως θα είναι κοντά στο παιδί όταν τον χρειαστεί.

Την πρώτη μέρα που ο Άγγελος πήρε εξιτήριο ζήτησε να δει τον πειρατή του. Συναντήθηκαν λίγες μέρες μετά σε μια παιδική χαρά. Ο Ανδρέας έπαιξε μαζί του σαν μικρό παιδί. Η μητέρα του Άγγελου τους καμάρωνε κι ένιωθε ευγνωμοσύνη για αυτόν τον άνθρωπο που παρά τα εβδομήντα του χρόνια, έτρεχε και έπαιζε με το παιδί της δίνοντάς του τόση χαρά. Όταν αποχαιρετίστηκαν ο Ανδρέας έδωσε στην μητέρα του Άγγελου έναν φάκελο με την παράκληση να τον ανοίξουν όταν θα έχουν φτάσει στο σπίτι τους.

Η γυναίκα δεν πίστευε στα μάτια της. Ο φάκελος περιείχε μια δωροεπιταγή από ένα μαγαζί με μουσικά όργανα για την αγορά ενός πιάνου και ένα χαρτί που έλεγε πως έχουν προπληρωθεί οι σπουδές του Άγγελου σε ένα από τα καλύτερα ωδεία της πόλης.

Όταν τον αναζήτησε δεν τον βρήκε. Λίγες ημέρες μετά έμαθε για τον θάνατό του. Η καρδιά του δεν άντεξε άλλο μακριά από την Αμαλία του, μα έφυγε χαμογελαστός με την ψυχή γεμάτη!