Ο Πετρής του κυρ-Δημήτρη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Περάσαν χρόνια από τότε που είχα πάει διακοπές σε εκείνο το μικρό νησάκι του Αιγαίου και που είχα πρωτακούσει αυτή την ιστορία που θα σας διηγηθώ απόψε. Μία ιστορία τέτοια που ακόμη τη νιώθω ζωντανή στο πετσί μου να μου το τρυπάει, να το λιώνει και να ανασηκώνει κάθε τρίχα του , και που ενώ προσπαθεί ο νους μου να το δεχτεί και να το σκεφτεί με κάποια, όποια λογική εξήγηση υπάρχει και μπορεί άραγε να δοθεί, ακόμη δεν έχω καταλάβει τι είχε τελικά συμβεί.

Κάποτε λοιπόν λεγόταν ότι κάθε χρόνο η όγδοη μέρα του Σεπτέμβρη ήταν η μέρα που τελείωνε το καλοκαίρι και ξεκίναγε το φθινόπωρο. Τα φύλλα στα πλατάνια κοκκίνιζαν πια και τα αμπέλια ήταν έτοιμα να τρυγηθούν. Λέγανε λοιπόν οι παλιοί πως για να πάει η σοδειά καλά και να γίνει κόκκινο σαν το αίμα του Χριστού το κρασί έπρεπε το πρώτο παιδί της οικογένειας που θα ‘χε κλεισμένα και τα δέκατα τρίτα του χρόνια να καθίσει μία ολόκληρη νύχτα μέχρι το πρώτο φως της αυγής μέσα στο ξωκλήσι της Παναγιάς που βρισκόταν στο πιο απόκρημνο μέρος του νησιού μαζί με όλα τα κοφίνια που θα τα γιομίζανε αργότερα με τρυφερά τσαμπιά κόκκινα και κεχριμπαρένια ρόγια από σταφύλια για να διαβαστούν και να ευλογηθούν.

Το παιδί του κυρ Δημήτρη του Χατζιλέα, ο Πετρής, εκείνο το καλοκαίρι έμελλε να έκλεινε τα δέκατα τρίτα του χρόνια. Όμως ο κυρ Δημήτρης δεν ήθελε με τίποτα να τον στείλει γιατί όχι μόνο πίστευε πως δε θα τα κατάφερνε αλλά και πως πια όλη αυτή η ιστορία με το ξενύχτι και την ταλαιπωρία και τις προσευχές είχε πια ξεπεραστεί και πως καιρός ήταν να προχωρήσει η κοινωνία τους και να αφήσει πίσω αυτές τις χωριάτικες και κατά τα άλλα μεσαιωνικές ιεροτελεστίες και αντιλήψεις του παρελθόντος.

Ο Πετρής όμως από την άλλη που το περίμενε πως και πως και που το είχε ήδη συζητήσει με τους φίλους του που θα ανέβαιναν μαζί του με τα δικά τους κοφινάκια δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Έλεγε και ξανάλεγε του πατέρα πως σιγά, ένα βράδυ θα ήταν όλο και όλο, και δε θα ήταν μόνος άλλωστε θα ήταν τα δίδυμα του κυρ Βαγγέλη και ο μοναχογιός της κυρά Ζωής.

Περνούσανε οι μέρες και οι ετοιμασίες όλο και φούντωναν όσο πλησιάζανε στην ημερομηνία εκείνη. Τα παιδιά ήταν ενθουσιασμένα με την προοπτική της διανυκτέρευσης μέσα στο εκκλησάκι και κάνανε λογής λογής σχέδια και ετοιμασίες για να περάσουν όσο το δυνατό καλύτερα τη βραδιά αυτή.

Και η πολυπόθητη βραδιά έφτασε την επομένη θα ξημέρωνε 8 του Σεπτέμβρη. Οι οικογένειες μαζευτήκαν όλες στο εκκλησάκι της Παναγιάς για τον εσπερινό. Το εκκλησάκι είχε ξασπριστεί και στολιστεί για την περίσταση με πανέμορφα λουλούδια, σημαιάκια και δάφνες τα κοφινάκια των παιδιών ήταν στολισμένα ολοπάστρικα και στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο ενώ σε κάποια άλλα μέσα είχαν τοποθετηθεί άρτοι που θα τους διάβαζε ο παπά Νικολής και που θα μοιράζονταν στο τέλος.

Σαν τελείωσε ο εσπερινός και μοιράστηκαν οι άρτοι στο κόσμο, οι οικογένειες χαιρέτησαν τα παιδιά που θα διανυκτέρευαν και ετοιμαζόντουσαν να αποχωρήσουν προς το χωριό. Ο κυρ Δημήτρης όμως ανένδοτος, δεν άφηνε τον Πετρή με τίποτα εκείνο το βράδυ εκεί. Το κακόμοιρο το παιδί ήταν απαρηγόρητο όλοι του οι φίλοι θα περνούσαν εκείνο το βράδυ παρέα και πάλι ο πατέρας του γινόταν εμπόδιο. Από τη μία τους έλεγε ότι αυτά τα πράγματα είναι χωριάτικα και χαζά και πως δεν είναι για εκείνον , από την άλλη όμως δεν μπορούσε με τίποτα να δεχθεί ότι η αναπηρία στα ποδάρια του παιδιού του δεν έπρεπε να είναι εμπόδιο στην ευτυχία του.

Ο Πετρής έτσι είχε γεννηθεί, με τα πόδια του αδύναμα να σταθούν όρθια και να κάνουν δυο βήματα. Όμως το μυαλό του ξουράφι, η καρδιά του μάλαμα και η φωνή του σαν , έψελνε έκανε τον κυρ Δημήτρη να δακρύζει στα κρυφά. Γιατί παρόλο που ήθελε να το παίζει προοδευτικός και προχωρημένος ο κυρ Δημήτρης ντρέπονταν για το παλικαράκι του. Ντρέπονταν που ακόμα του έσπρωχνε το καρότσι του, που ακόμη του δένει τα κορδόνια του που ακόμη τον έπλενε σα μωρό. Έκανε πως δεν τον ένοιαζε τι θα πει ο κόσμος στο χωριό αλλά μέσα του το σαράκι του τον έτρωγε και πάντα είχε τεντωμένα τα αυτιά του ενώ τα μάτια του ήταν χαμηλωμένα τάχα ταπεινά μήπως πούνε τίποτα για το παιδί του μήπως το προσβάλλουν μήπως το πειράξουν. Όμως ο Πετρής όσο αδύναμα ποδάρια είχε τόσο πιο δυνατή πίστη είχε στους ανθρώπους γύρω του που τον στηρίζαν και στο Θεό που τόσο πίστευε πως μία μέρα θα τον έκανε καλά.

Εκείνο λοιπόν το απόγευμα ο Πετρής επαναστάτησε, ήταν πια δεκατριών χρονών σχεδόν άντρας πια και δε δεχόταν με τίποτα ο πατέρας του να του στερήσει κάτι τόσο όμορφο όσο μία βραδιά παρέα με τους φίλους του. Όταν ήρθε η ώρα ο κυρ Δημήτρης να πάρει τον Πετρή όλα τα παιδιά μπήκανε μέσα στο ξωκλήσι και κλειδώσανε γρήγορα την πόρτα από μέσα. Ο κυρ Δημήτρης αιφνιδιάστηκε, φούντωσε, φώναξε απείλησε αλλά τίποτα δεν έγινε. Στο τέλος το πήρε απόφαση και με τη καρδιά στα πόδια του και ντροπιασμένος κίνησε για το σπίτι. Σκεφτότανε πως μια βραδιά μόνο ήτανε τι μπορούσε να πάει στραβά αλλά κι απ’ την άλλη; Μόνο του το παιδί, πως θα τα κατάφερνε;

Η νύχτα για τον κυρ Δημήτρη έμοιασε να βαστάει για αιώνες, δεν μπορούσε με τίποτα να κοιμηθεί ούτε και να ηρεμήσει από το άγχος και την αγωνία του. Τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα σα το κάρβουνο και τα χείλη του είχαν ασπρίσει, μία γραμμή όλη κι όλη σα κορδόνι. Αδύνατον να περιμένει μέχρι το πρωί. Φόρεσε το σακάκι του και μπήκε στο φορτηγάκι του αξημέρωτα και κίνησε για το ξωκλήσι της Παναγιάς. Η ώρα ήταν δεν ήταν πέντε το πρωί και το πρώτο φώς ότι θα έβγαινε και ο Αυγερινός ήδη τρεμόπαιζε στον ουρανό σαν κατάφτασε στο βουνό. Ήταν πολύ κοντά πια αλλά τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και αποφάσισε να σταματήσει το αυτοκίνητο νωρίτερα και να το κόψει με τα πόδια , να κρυφτεί πίσω από τα βάτα και μόλις θα σιγουρευόταν ότι το παιδί του ήταν καλά θα γυρνούσε πίσω. Κι έτσι έκανε.

Είχε πλησιάσει πολύ κοντά όταν άκουσε τον ήχο μιας μπάλας που πέφτει στο χώμα και φωνές και γιούχες από τα παιδιά.
«Μπα» αναρωτήθηκε
«Τι να κάνουν τέτοια ώρα ξύπνια ; Μπάλα παίζουν; Και ο Πετρής μου; Μόνος του να κάθεται άραγε μέσα πάλι; Και του το πα, δεν είναι για εκείνον αυτά τα πράγματα αλλά που να με ακούσει, τώρα πάλι θα κάθεται στο στασίδι μόνος του να κλαίει και να παρακαλάει να του γιάνει τα ποδάρια η Παναγιά, λες και δεν έχει η Παναγιά άλλα ποδάρια να γιατρέψει και θα κοιτάξει του Πετρή»
«Αχ αυτό το παιδί δε μ’ ακούει καθόλου, αλλά θα του γίνει μάθημα αυτό το σημερινό και θα καταλάβει». Αυτά και αυτά μουρμούριζε σκυφτός και σκυθρωπός σα κατέφθασε στο κατώφλι της εκκλησιάς μόνο και μόνο για να δεί τον Πετρή όρθιο να τρέχει και να κλωτσάει την μπάλα.

Ξημέρωνε ήδη 8 του Σεπτέμβρη, ήταν η γιορτή της Παναγιάς τους, της Παναγιάς της Γιάτρισσας.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook