Ο πράσινος άνθρωπος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Όταν γεννήθηκε ο Αλέκος, ήταν όπως όλα τα άλλα μωρά. Με ροδοκόκκινα μαγουλάκια και σχεδόν διάφανες πατουσίτσες, έφερε στους γονείς του την υπέρτατη ευτυχία. Χαμογελούσε διαρκώς και σε κάθε φιλί, σε κάθε αγκαλιά και σε κάθε χάδι, τα μαγουλάκια του ρόδιζαν ακόμα πιο πολύ.

Όμως όλο αυτό δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Δεν πέρασαν ούτε δυο χρόνια και τα μαγουλάκια του μικρού Αλέκου έπαυσαν να είναι ροζ. Το γεγονός αυτό, αν και δεν έγινε άμεσα αντιληπτό από κανέναν, συνέβη στην ουσία ευθύς μόλις η μαμά του Αλέκου έφερε από το μαιευτήριο την μικρότερη αδελφή του. Κάθε που το νέο μέλος έπαιρνε μια αγκαλιά από τη μαμά και τον μπαμπά, κάθε που η μητέρα σηκωνόταν τη νύχτα να σκεπάσει το μωρό ή έφτιαχνε με φροντίδα την κρεμούλα της μικρής, το δερματάκι του μικρού Αλέκου άλλαζε ανεπαίσθητα απόχρωση. Σάμπως να θόλωνε. Να πρασίνιζε λιγουλάκι. Μόνο οι αποκλειστικές αγκαλιές του παππού Αλέκου, που ως ταμένος μισογύνης δεν έμοιαζε να υποκύπτει στην γλύκα της χαριτωμένης εγγονής του, ρόδιζαν πάλι που και που το δέρμα του Αλέκου, διατηρώντας έτσι μια απόχρωση στα όρια της φυσιολογικής.

Παρά την πάθηση που φαινόταν να βασανίζει το μικρό αγόρι, η παιδική του ηλικία κυλούσε φυσιολογικά με γέλια παιχνίδια και όμορφες αναμνήσεις όπως οφείλουν να είναι όλες οι παιδικές ηλικίες. Ήταν ένα χαρούμενο και χαμογελαστό παιδί, φιλικό και με πολύ ανεπτυγμένο το χιούμορ. Κανείς δεν φαινόταν να υποψιάζεται την αρρώστια που τον βασάνιζε. Κανείς εκτός από τον ίδιο. Που εκεί κοντά στα επτά, συνειδητοποίησε την αλλαγή στο χρώμα του, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Πάντα το παιχνίδι που έφερνε στα ξαδέλφια του ο Άγιος Βασίλης, ήταν πιο καλό από το δικό του. Πάντα η μαμά έβαζε τις πιο ωραίες πατάτες στο πιάτο των άλλων. Πάντα τα πάρτι των συμμαθητών είχαν πιο όμορφα στολίδια. Και σε κάθε τέτοιο «πάντα», ο Αλέκος παρατηρούσε το χρώμα του να παίρνει μια πρασινίζουσα απόχρωση. Κάθε φορά και λίγο περισσότερο.

Στην εφηβεία έφαγε πολλές ώρες να κάνει ενδοσκόπηση για να λύσει το πρόβλημά του. Η τάση του για επαναστατικότητα τον έκανε να πιστεύει πως όλο αυτό οφειλόταν σε αντίδραση του οργανισμού του σε πάσα κατάφορη αδικία. Βέβαια, ο εγωκεντρισμός που συντροφεύει την εφηβεία, δεν τον άφηνε να παρατηρήσει ότι ουδέποτε πρασίνιζε όταν ο αδικημένος ήταν κάποιος τρίτος, ή χειρότερα όταν -θεός φυλάξει- ο ίδιος από αμέλεια αδικούσε κάποιον. Τώρα το πρόβλημα του, η ασθένεια του, είχε επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν αφορούσε μόνο τα στενά πλαίσια της οικογένειας του και τα καθημερινά πράγματα. Τώρα είχε πάρει μια πιο βαθιά μορφή. Και είχε πλέον και όνομα που όσο και αν δεν άρεσε στον Αλέκο, δεν μπορούσε πια να το αγνοεί. Λεγόταν ζήλεια. Βαθιά, έντονη, συχνότατα αναίτια και πάνω απ όλα διαρκή, ζήλεια. Θα σκεπτόταν κανείς ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που – αν πράγματι σταθεί ειλικρινής – δεν ζηλεύει στη ζωή του.

Όμως η περίπτωση του Αλέκου δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση. Η κατάσταση της δικής του ζήλειας ήταν ανωτέρου επίπεδου και είχε από την πρώτη ουσιαστικά στιγμή, ξεπεράσει οτιδήποτε αντίστοιχο μπορεί να συναντούσε κάποιος στο ανθρώπινο είδος. Γι αυτό και η εσωτερική του κατάσταση εξωτερικευόταν όπως ο ίδιος πίστευε, καθώς σε γιατρό δεν διανοούνταν να πάει για διάγνωση αφού δεν ήξερε καν σε τι είδους ειδικότητα να απευθυνθεί, με το πρασίνισμα του δέρματος του. Δεν το ένιωθε μόνο στα, τρόπο τινά, λογικά πράγματα. Όταν παραδείγματος χάριν, έπαιρναν βαθμούς και ο συμμαθητής του είχε μεγαλύτερο βαθμό. Ή όταν ο κολλητός του κατάφερε να βγει ραντεβού με την ωραία της παρέας. Το ένιωθε και στα μικρά. Τα αναίτια. Όταν αγόραζε ένα νέο ζευγάρι αθλητικά, τα φορούσε γεμάτος χαρά και έτρεχε στο γήπεδο μπάσκετ μόνο και μόνο για να ανακαλύψει εκεί έναν άσχετο να φοράει κάποια άλλα. Που ξαφνικά έμοιαζαν πολύ καλύτερα από τα δικά του. Ή πήγαινε διακοπές με το κορίτσι του σε ένα υπέροχο νησί. Αλλά ευθύς αμέσως μόλις γυρνούσε, αναρωτιόταν γιατί και αυτός δεν είχε πάει όπως κάποιος ξάδελφος του σε κάποιο άλλο νησί. Γι αυτό και, κατά πως φαίνεται, αυτού η ζήλια είχε τελικά και «χρωματικό» αντίκτυπο πάνω του.

Έτσι κυλούσε η ζωή του Αλέκου. Με διαρκή ζήλια και διαρκές πρασίνισμα. Ο Αλέκος μεγάλωνε. Σπούδασε στην σχολή της επιλογής του, παρότι μέχρι να αποφοιτήσει είχε ήδη μετανιώσει καμία εικοσάρια φορές θεωρώντας άλλη κατεύθυνση καλύτερη. Βρήκε και μια δουλειά. Καλή, αλλά να… όχι τόσο όσο άλλων. Αγόρασε και σπίτι. Προφανώς όχι το ιδανικό αλλά όμορφο (και ας μην του άρεσε, και ας πρασίνιζε κάθε μέρα που επισκέπτονταν άλλους ανθρώπους). Έκανε και σχέσεις. Με γυναίκες όμορφες αλλά όχι τόσο, γυναίκες καλές αλλά όχι αρκετά. Κάθε μέρα ο Αλέκος πρασίνιζε και πιο πολύ. Σε κάθε επαγγελματική συνάντηση κάποιος συνάδελφος θα ήταν ό,τι αυτός ήθελε. Σε κάθε παρέα θα έβρισκε κάτι που θα άλλαζε το χρώμα του. Προσπάθησε πραγματικά να απαλλαγεί από την αρρώστια του. Αλήθεια προσπάθησε! Μα δεν μπορούσε να το κατορθώσει. Έλεγε «δεν θα ζηλέψω» και μέσα σε λίγα λεπτά, πατούσε την ιδία του την υπόσχεση. Το μόνο που τον έσωζε ώστε το πράσινο του δέρματος του να μην μολύνει και το μέσα του, κάτι που θα μπορούσε να τον οδηγήσει ακόμα και στον θάνατο πιθανώς, ήταν ότι η ζήλεια του δεν ενείχε κακία. Δεν φθονούσε. Απλά ήθελε πάντα κάτι που δεν είχε. Αγαπούσε και θαύμαζε όσους το κατείχαν και απλά… πρασίνιζε. Με τα χρόνια ο Αλέκος είχε γίνει πια τελείως πράσινος. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και σπάνια επιζητούσε πια την συντροφιά άλλων ανθρώπων.

Ένα απόγευμα ο Αλέκος, διανύοντας πια το δεύτερο μισό της ζωής του, βγήκε βόλτα στο πάρκο. Κοίταξε γύρω του. Ένιωσε παράξενα. Δεν υπήρχε γύρω κανείς να ζηλέψει. Τίποτα να επιθυμήσει. Όμως ο Αλέκος δεν είχε μάθει να λειτουργεί έτσι. Παρατήρησε ξανά το περιβάλλον γύρω του. Και ζήλεψε αυτά τα ανέμελα εντομάκια που έκοβαν βόλτες στο ολόδροσο γρασίδι. «πόσο ευτυχισμένα θα είναι!» σκέφτηκε. «τι τύχη να περιπλανιέσαι σε αυτή την ηρεμία χωρίς προβλήματα και σκέψεις». Ξάπλωσε λοιπόν στο γρασίδι. Αφουγκράστηκε τους ήχους του κορμιού του και άδειασε απόλυτα το μυαλό του. Έκλεισε τα μάτια και ηρέμησε. Εκεί λοιπόν αποκοιμήθηκε. Ήταν τόσο πράσινος που έγινε ένα με το χορτάρι.

Φίλοι και γνωστοί έψαχναν για μέρες τον Αλέκο. Δεν βρέθηκε ποτέ. Ο κολλητός του, που ήταν φίλοι από παιδιά, στεναχωρήθηκε πολύ όταν το έμαθε και ας είχαν κόψει τις πολλές επαφές εδώ και χρόνια. Βλέπετε, ο Αλέκος ήταν πάντα το ίνδαλμα του. Ο κρυφός του θαυμασμός. Γιατί ο Αλέκος είχε την πιο καταπληκτική δουλειά. Έβγαζε πάντα τις καλύτερες γκόμενες. Είχε ένα πανέμορφο σπίτι. Αχ, αν ήταν ο ίδιος στη θέση του Αλέκου, δεν υπήρχε περίπτωση να τα εγκαταλείψει ποτέ όλα αυτά και απλά να εξαφανιστεί. Έτσι σκέφτηκε και την ίδια στιγμή, σα να του φάνηκε ότι το δέρμα του άλλαξε απόχρωση. Σα να πρασίνισε! Μπα! Η ιδέα του θα ήταν!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook