Ένας μεσήλικας σαμάνος τραβούσε το δρόμο της επιστροφής. Φασκιωμένος στη χνουδωτή καπέλα του, σήκωνε κάθε τόσο το μακρύ ρασοφόρι του μια, δυο, χιλιάδες -θαρρείς- φορές δείχνοντας υπομονή. Μα η πορεία από το προσκύνημα, τραχιά και απάτητη. Το μονοπάτι δύσβατο και το νερό όλο και λιγόστευε. Ο βορινός άνεμος έκανε το περπάτημα βαρύ, ήθελε ανάσες. Κουρασμένος καθώς ήταν, αναζήτησε σκιά στο έρημο από ζωή τοπίο. Δεν άργησε να τη βρει χάμω σ’ ένα από τα αραιά, ψιλόκλαδα πουρνάρια της πλαγιάς. Τί άλλο να έκανε, πέρα από το να αναπαυτεί μες σε τέτοιο τόπο; Είχε πολύ δρόμο ακόμα. Μόλις είχε φύγει από το Ιερό των προγόνων. Έτσι, με τη γαλάζια ματιά του ουρανού για συντροφιά του ξεκούρασε τη σκέψη του. Με προσκεφάλι την πέτρα διάλεξε να κλείσει τα μάτια του.

– Τι ζητάς;
Ο ξαφνιασμένος άνδρας σήκωσε το κεφάλι. Νόμιζε πως άκουσε κάποιον, να του μιλά στην ξεχασμένη γλώσσα. Μάταια έψαξε την αόρατη φωνή.
– Ποιός είναι;
Έκανε να φωνάξει, μα δεν υπήρχε ψυχή γύρω ν’ αποκριθεί.
«Παιχνίδια του ζαλισμένου μυαλού», σκέφτηκε κι έγειρε να αποκοιμηθεί.

Στις πλάτες της πρωτεύουσας με το όνομα Κούσκο στέκει το πανύψηλο όρος Παχατούσαν. Αν βγεις αντίθετα στον ποταμό Ουρουμπάμπα και τον ανηφορίσεις για έξι μερόνυχτα, νιώθεις ότι απομακρύνεσαι από την αύρα του βουνού. Είναι όμως μέχρι να πλησιάσεις τη Σιέρρα Βιλκαμπάμπα, στην αριστερή όχθη του ποταμού. Η πυκνή βλάστηση έκανε τους προγόνους-οδηγούς να βαφτίσουν την περιοχή το Φρύδι του Βουνού. Έτσι έμεινε ως τα σήμερα κι αν θες, αυτό μαζί με τη Νεαρή Κορυφή τραβούν προσκυνητάδες από όλες τις γωνιές της παλιάς αυτοκρατορίας.

Σ’ αυτό το περιθώρι ξερής γης τα πνεύματα παίρνουν τη μορφή που τους δίνει ο ζαλισμένος από το ύψος νους. Κι αν ποτέ βάλεις μπρος να αποκριθείς, δε θα πάρεις απάντηση. Ότι τα πλάσματα της γης, δέντρα ή ζωντανά, παίρνουν θάρρος με τον άνθρωπο μονάχα όταν δουν ότι δε θέλει το κακό τους· εδώ που φτάσαμε κι η μιλιά των ανθρώπων κακό κάνει. Γι’ αυτό στην απόκριση του πλάσματος ανάμενε, αν σου ξαναμιλήσει μόνο απάντησε…

– Τι ζητάς είπα!
Δεν ήταν ψέμα. Μια πελώρια οξιά στεκόταν μπρος στο σαστισμένο σαμάνο. Εκεί που πριν ήταν λόγγος.
– Πήγαινε στο καλό, δε ζητώ τίποτα, καιρό τώρα. Ήρθα να προσκυνήσω στο ιερό, φεύγω.
– Δώσε μου την κάπα σου, κρυώνω. Στο γυρισμό δε σου χρειάζεται.
– Η κάπα και η καπέλα μου είναι τα μοναδικά που απόμειναν από τη σφαγή μου!
Ο οξιά λύγισε. Κύρτωνε όλο και πιο πολύ στο πέρασμα της ώρας, ώσπου έγινε αγκαθωτός ασπάλαθος. Δεν ήξερε η ανόητη. Μπροστά της ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας. Εκείνος που ο Φρανσίσκο Πισάρρο Γκονσάλες και η παρέα των Ισπανών -και ενός Έλληνα- τυχοδιωκτών φόνευσε με δόλο. Συγκλονισμένος από τη δολοφονία, ως και ο βασιλιάς Κάρολος της Ισπανίας έγραψε στον Πισάρο: «Είμαστε δυσαρεστημένοι από το θάνατο του Αταουάλπα, γιατί ήταν μονάρχης και ιδιαίτερα γιατί η εκτέλεσή του έγινε στο όνομα της δικαιοσύνης».

Από τότε οι οξιές και οι βαλανιδιές μοιρολογούν τον άνακτα Αταουάλπα Ίνκα στην Κέτσουα, τη γλώσσα των παππούδων μας:

«Qanpan kamachikuq-kaypas, atiypas,
wiñaypaqmi yupaychasqa kanki.»

Το πνεύμα του έμεινε να ζεσταίνει τους λιγοστούς προσκυνητές σε φυσικές θερμές πηγές που ακόμα αναβλύζουν από το έδαφος, σχηματίζοντας μια θειούχο ομίχλη. Όταν το θελήσει, παίρνει τη μορφή σαμάνου και συνομιλεί με τις οξιές.