Ο Σκαντζόχοιρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Με το μάλλινο καρώ κουστούμι που μύριζε λεβάντα, τα γκριζαρισμένα, ίσια, πεταχτά μαλλιά που ο χρόνος δεν έλεγε να απαλλάξει το κεφάλι του από αυτά και τα μυωπικά γυαλιά του στερεωμένα στη μύτη, ανέβηκε αργά αργά στο έδρανο. Από κάτω, η οχλαγωγία που επικρατούσε, κάλυψε την είσοδο του στην αίθουσα τόσο έντεχνα, που κανένας δεν φαινόταν να ενοχλήθηκε από την παρουσία του. Για λίγα δευτερόλεπτα παρακολούθησε αθόρυβα και μελαγχολικά τα νεαρά δίποδα homo sapiens να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, με τη γνησιότητα που μόνο μερικά ασχημάτιστα πλάσματα διαθέτουν. Δεν θα αργούσαν και εκείνα όμως να πάρουν τελική μορφή. Δεν θα αργούσαν και εκείνα να κάνουν τις κομβικές επιλογές που στο μέλλον θα τα καθόριζαν με τόσους τρόπους.

“Τέσσερα γράμματα, χιλιάδες συνδυασμοί, εκατομμύρια εκφράσεις! Αυτό είμαστε όλοι. Φτιαγμένοι από την ίδια πρώτη ύλη και όμως τόσο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο. Γι’ αυτό θα μιλήσουμε σήμερα. Για την υπέροχη , μοναδική, γενετική ποικιλομορφία που μόνο κοιτώντας καλά τριγύρω σας μπορείτε να αντιληφθείτε το μεγαλείο της!” είπε με τη στεντόρεια φωνή του καθαρά και πλέον μέσα στην αίθουσα ακουγόντουσαν μοναχά οι νεανικές ανάσες.

Θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Όλοι του έλεγαν από νωρίς πως αυτό ήταν ξεκάθαρα το κάλεσμά του. Εκείνος όμως επέλεξε να γίνει ένας από τους χιλιάδες καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε ένα συνοικιακό σχολείο, απογοητεύοντάς τους. Και θα ήθελε να μπορούσε να εξηγήσει σε όλους εκείνους που θαύμαζαν τη ρητορικότητα και τη μεταδοτικότητα του, ποιο ήταν το πραγματικό του χάρισμα, αλλά δεν το είχε κάνει. Δεν θα καταλάβαιναν ποτέ, ακόμα και οι πιο οικείοι του, πως η αγάπη για την βιολογία και τη διδασκαλία είχαν έρθει ως συνέπεια και όχι ως κάλεσμα.

“Καλό τριήμερο σε όλους”, ευχήθηκε και για ακόμα μια φορά πήρε την ικανοποίηση πως ούτε ένας από τους μαθητές του δεν έτρεξε να βγει στο προαύλιο μόλις ακούστηκε το κουδούνι. Σε αντίθεση με την αδιάφορη είσοδό του, έκανε μια μεγαλοπρεπή έξοδο, αφήνοντας τα νεανικά μυαλά να επεξεργάζονται πυρετωδώς τις νέες πληροφορίες με τις οποίες τα είχε ποτίσει. Σχεδόν έβλεπε μέσα στα κεφάλια τους τις σπίθες που πετούσαν οι ερεθισμένοι νευρώνες. Θα του έλειπαν αυτές οι σπίθες, τώρα που θα έπαιρνε σύνταξη…

Φτάνοντας στο άδειο σπίτι του, έφαγε ένα λιτό γεύμα από εκείνα που συνήθιζε και ξάπλωσε για έναν μεσημεριανό ύπνο, ευχόμενος αυτή τη φορά να ήταν απαλλαγμένος από ταραγμένα όνειρα. Μάταιη η ευχή όμως. Μία ώρα αργότερα ούρλιαζε απεγνωσμένα το όνομα της Ανθούλας και κάθιδρος πάλευε πάνω στο κρεβάτι να βγει από το όνειρο.

“Σου μοιάζει. Μην το υποτιμάς. Αυτό το πλάσμα είναι αδικημένο. Μπορεί να έχει αγκάθια, αλλά κακό δεν κάνει παρά μόνο για να αμυνθεί. Μόνο για να προστατεύσει εκείνους που αγαπά. Όταν περάσω στο πανεπιστήμιο και πάρω το πτυχίο μου, θέλω να κάνω μια έρευνα για αυτά τα πλάσματα”, του είχε πει και είχε χαϊδέψει με το λευκό της χέρι τα ατίθασα ίσια μαλλιά του, που πετούσαν πάνω στο κεφάλι του σαν μικρά αγκάθια. Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις που είχε ακούσει από εκείνη μέσα στο δάσος, ενώ του έδειχνε ενθουσιασμένη τη φωλιά ενός σκαντζόχοιρου. Γιατί αυτή ήταν η Ανθούλα. Ένα δεκαεξάχρονο πλάσμα που ακόμα δεν είχε πάρει τις κομβικές αποφάσεις της ζωής της και που δεν θα τις έπαιρνε ποτέ, γιατί κάποιος άλλος είχε επιλέξει για εκείνη.

Και έγινε ο σκαντζόχοιρος η δική του εμμονή μετά τον θάνατο της. Μια μπάλα γίνηκε η ασχημάτιστη ψυχή του, όλο αγκάθια από τον πόνο της απώλειας της εφηβικής αγάπης του. Και έχοντας την κελαρυστή φωνή της πεντακάθαρα μέσα στο μυαλό του να ηχεί ακόμα και τόσα χρόνια μετά, φρόντισε τα αγκάθια να στραφούν εκεί που έπρεπε.

Έτσι, διάβασε. Διάβασε πολύ. Πτυχία, μεταπτυχιακά και ένας χρόνος στην Κίνα που φαινομενικά συμμετείχε σε μια ομάδα έρευνας, έδειχναν πόσο λαμπρό θα ήταν το μέλλον του. Αντ’ αυτού, τελειώνοντας με όλα τα αναγκαία, έκανε τα χαρτιά του στο ΑΣΕΠ αφήνοντας αποσβολωμένους όλους όσους τον ήξεραν.

Έξω κόντευε να νυχτώσει. Με το χέρι του έτριψε το κεφάλι του και κοίταξε τη σκιά του στον απέναντι τοίχο. Νυχτόβια πλάσματα οι σκαντζόχοιροι, θύμισε στον εαυτό του και άναψε τον ραδιοασύρματο που ήταν πάνω στο γραφείο του, πιάνοντας τη συχνότητα της αστυνομίας ενώ ταυτόχρονα ενεργοποίησε και την τηλεόραση.

Ήσυχη ακουγόταν η αποψινή νύχτα. Από τον ασύρματο μόνο μια απόπειρα ληστείας και κάποιες φασαρίες από κάτι πρεζάκια. Ευτυχώς ούτε μια σύλληψη μεθυσμένου οδηγού… Απόψε οι βελόνες του θα έμεναν στο κουτί τους. Χάιδεψε το βελούδινο κουτί με τα κινεζικά ιδεογράμματα και δυνάμωσε την τηλεόραση.

“Νεκρός βρέθηκε από ανακοπή μετά την αποφυλάκιση του, λόγω καλής διαγωγής, ο υπεύθυνος οδηγός που υπό την επήρεια μεγάλης ποσότητας αλκοόλ, σκόρπισε το θάνατο στην Αργολίδα πριν από αρκετά χρόνια. Αίσθηση είχε κάνει η εγκληματική αμέλεια και η εγκατάλειψη των τότε θυμάτων, που ακόμα και τόσα χρόνια μετά, κάνει τους συγγενείς να μιλάνε για θεία δίκη. Ο ιατροδικαστής βεβαιώνει πως επρόκειτο για φυσικό θάνατο, ενώ ο μάρτυρας που βρήκε τον θανόντα, δήλωσε σοκαρισμένος πως στο δεξί του χέρι κρατούσε σφιχτά έναν λούτρινο σκαντζόχοιρο, αποκαλύπτοντας μια άγνωστη μέχρι τώρα, ευαίσθητη πτυχή του”, ανακοίνωνε τυπικά η ξανθιά παρουσιάστρια και ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα χείλη του. Ίσως τώρα η Ανθούλα να τον άφηνε να κοιμηθεί ήρεμα, σκέφτηκε και έκλεισε την τηλεόραση.

Άναψε ένα τσιγάρο και ξαναγύρισε στο βελούδινο κουτί. Πλέον δεν είχε τίποτα να περιμένει. Με ευκολία θα μπορούσε να καρφώσει τη βελόνα και στον δικό του αυχένα τερματίζοντας και τη δική του ζωή. “Μόνο για να προστατεύσουν!” ακούστηκε θυμωμένη η Ανθούλα μέσα στο κεφάλι του και έτριψε χολωμένος ακόμα μια φορά τα στιλπνά γκρίζα μαλλιά του.

Αύριο θα παρέδιδε την αντιγραφή, τη μεταγραφή και τη μετάφραση. Αύριο θα εξηγούσε πως μια μικρή εντολή, μέσα από μικρές επαναλαμβανόμενες διαδικασίες, οδηγεί σε ποικίλα αποτελέσματα. Αύριο θα εμφυσούσε με το δικό του μοναδικό τρόπο μέσα σε νεαρές ψυχές την ιδιαιτερότητα της έμβιας ύπαρξης. Και αύριο, όταν έπεφτε η νύχτα, θα άνοιγε και πάλι τον παράνομο ραδιοασύρματό του. Θα έβγαζε πάλι το κουτί με τις βελόνες του και θα περίμενε, όπως έκανε χρόνια τώρα. Αυτό ήταν άλλωστε το χάρισμά του. Με μερικά “αγκάθια” να παραλύει και να παραδειγματίζει μεθυσμένους οδηγούς, που μετά τη συνάντηση τους μαζί του, δεν τολμούσαν να ξαναβάλουν αλκοόλ στο στόμα τους. Και εκείνη ήταν η μόνη που είχε μπορέσει να δει το κάλεσμά του. Η μόνη που είχε διακρίνει την ικανότητα του να μπορεί με μερικά τεχνητά αγκάθια να ελέγχει βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Να προκαλεί με ένα μόνο τρύπημα από παραλυσία και ασφυξία, ως και παύση των καρδιακών χτύπων. Αλλά εκείνη δεν ήταν εκεί, να νιώσει περήφανη για εκείνον. Εκείνη πεισματικά δεν τον άφηνε να πάει να τη βρει. Εκείνη συνέχιζε να του θυμίζει πως ένα σκαντζόχοιρος επιτίθεται μόνο σε άμυνα και μόνο για να προστατεύσει. Και εκείνος ήταν πλέον ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος. Ένας σκαντζόχοιρος, που ένα καλοκαιρινό απόγευμα βρέθηκε κάτω από τα αχόρταγα μάτια δυο νεαρών εραστών, αποτελώντας το κομβικό σημείο ύπαρξης τους.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook