Μπήκε με ανέμελο, αργό βήμα στην τράπεζα, έτσι και αλλιώς ήταν και ο καιρός καυτός και δεν σήκωνε πολλά πολλά τσαλίμια. Από την μια η ηλικία – πονάνε τα ρημάδια – από την άλλη η ζέστη, προτιμούσε να περπατά αργά και να απολαμβάνει το φως του ήλιου. Στο ξεκίνημα του καλοκαιριού βλέπεις και ο καιρός έχει αλλάξει κατά πολύ πια στην Ελλάδα. Πολλές και ξαφνικές ζέστες και άντε να τις αντιμετωπίσεις αν δεν είσαι σε μια παραλία να λιάζεσαι.
Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που η διάθεσή της ήταν καλή. Είχε πάει στην αρχή της εβδομάδας σε μια φίλη της να απολαύσει λίγες ημέρες καλοκαιριού. Είναι δυο εβδομάδες τώρα που είχε τσακωθεί ξανά με τον άντρα της και κατέληξε πάλι μόνη της να πάει κάπου, έτσι για να ξεχαστεί.

Από την μια τα χρόνια που έχουν περάσει και αυτό που κουβαλάνε μαζί τους, από την άλλη όλη μέρα σε ένα σπίτι και από την τρίτη η συνήθεια, η ρουτίνα, καταλήγεις να προσπαθείς να την «σπάσεις» με άλλες φορές ανόητα, άλλες φορές όχι και τόσο αθώα καυγαδάκια. Ελπίζεις πως θα ξυπνήσεις εσένα ή/και τον άλλο, πως θα θεριέψεις τα κοιμισμένα «θέλω», πως θα έρθει ξανά «καλοκαίρι» και θα σηκωθείς από τον λήθαργο του «χειμώνα» που φέρνει ο χρόνος.

Για κάνε την πράξη. Πολλαπλασίασε επί 45 χρόνια και πρόσθεσε ζόρια και λάθη. Από παντού, ακόμα και από την ίδια, αλλά εκείνη ήταν σχεδόν πάντα ο διαιρέτης, προσπαθούσε να μικρύνει το αποτέλεσμα και να διορθώνει την εξίσωση.
Μοναδικό σκοπός, το «χ» να ισούται πάντα με την οικογένεια, πάντα έλεγε «οικογένεια» και «έλαμπε» ολόκληρη.
Μόνο εκείνη ήξερε τι είχε περάσει για να φτάσει να αισθάνεται περήφανη και να χαμογελάει κρυφά ή φανερά για όλο αυτό που ζούσε, περιτριγυρισμένη από την οικογένειά της.

Είχαν περάσει και τα τρίτα «…..ήντα» και οι γεροντο-αρρώστιες είχαν αρχίσει να τους «χτυπούν την πλάτη». Έμπαινε και έβγαινε σε νοσοκομεία, γιατρούς, εγχειρήσεις για συγγενείς, για φίλους, για τον σύζυγο (που ταλαιπωριόταν από τον καρκίνο εδώ και μια πενταετία) και πάντα κατέληγε να αφήνει τελευταία εκείνη. «Δεν έχω ανάγκη εγώ» ψιθύριζε, ο εαυτός της πάντα τελευταίος, αλλά δεν την ένοιαζε.

Έλεγε απλά «η οικογένειά μου» και «έλαμπε».

Έτσι είναι τα γηρατειά, όσο και αν δεν το θέλουμε, έρχεται η στιγμή που γερνάς και ελπίζεις πως τα θεμέλια του «οικήματος» που έχεις χτίσει όλα αυτά τα χρόνια θα το κρατήσουν και θα έχεις στο τέλος λίγη ζεστασιά, λίγη θαλπωρή και ηρεμία, κυρίως ηρεμία, της έλειπε. «Θεμέλια» φτιαγμένα από φόβους, μαλακίες, λάθη, κοροϊδίες, αλλά και αγάπη, φροντίδα, υποχωρήσεις θυσίες και σφίξιμο των δοντιών, θεμέλια στέρεα. Με λίγα «τι κάνεις», λίγα «είμαι εδώ» και λίγα «θα τα καταφέρουμε» τα έφτιαχνε όλα. Τα τακτοποιούσε δίπλα δίπλα, το ένα πάνω στο άλλο, στα χρόνια που περνούσαν, πιστεύοντας ότι θα είναι αρκετά για τις «κολώνες» της οικογένειας. Δούλευε σαν σκυλί προκειμένου να πληρώνει τα έξοδα, να καλύπτει αυτά που όλοι οι υπόλοιποι δεν ήξεραν να καλύπτουν, να φροντίζει, να προφυλάσσει, να κλείνει «τρύπες», με μόνο σκεπτικό την οικογένεια, να μπορεί, όποτε χρειαστεί, να τους στηρίξει όλους και χρειάστηκε να το κάνει αμέτρητες φορές.

Χρόνια μέσα στο παραμύθι της, μπάλωνε εκκρεμότητες και «ψυχές». Με περίσσια υπομονή έκλεινε τους τάφρους που άνοιγαν οι άλλοι, εκσκαφείς που δεν ενδιαφερόντουσαν τι παράσερναν στο πέρασμά τους. Την γκρέμιζαν και εκείνη σηκωνόταν πάλι και ξαναέφτιαχνε τις κολώνες και την σκεπή, ξανά και ξανά, με γκρίνιες, φασαρίες, τσακωμούς μα στο τέλος, η σκεπή ήταν και πάλι στην θέση της, να τους προστατεύει. Της ήταν αρκετό που ήταν όλοι εκεί, μαζί, «οικογένεια» έλεγε και «έλαμπε» ολόκληρη.

Ήθελε να έρχεται η Κυριακή και να περνάνε από εκεί για να πάρουν το ταπεράκι τους. Να ακούει «καλημέρα», ένα «γειά σου γιαγιά», ένα «χρόνια πολλά», που αν τύχαινε και το ξέχναγαν έκανε 2 εβδομάδες να τους ξαναμιλήσει, σαν μικρό παιδί. Εξάλλου, μόνο αυτά της είχαν μείνει πια, λίγες γκρίνιες, λίγα μούτρα έτσι για να λέει πως κάτι έκανε και εκείνη. Ακόμα και έτσι όμως, την άκουγες να λέει στους ξένους «η οικογένεια μου» και «έλαμπε» ολόκληρη.

«Καλησπέρα σας», είπε στην ταμία της τράπεζας. “Θα ήθελα να δούμε κάτι στο κοινό λογαριασμό που έχουμε με τον άντρα μου.”
“Μάλιστα, μισό λεπτό παρακαλώ”– απάντησε η Ταμίας – “δώστε μου το βιβλιάριό σας.”

Μετά από τόσα χρόνια είχε καταφέρει με νύχια και με δόντια να φτιάξουν από ένα σπίτι για κάθε παιδί και να έχουν για εκείνους λίγες οικονομίες στην άκρη για τα γεράματα. Εκεί να δεις μάχες, εκεί να δεις γκρίνιες, εκείνη πιστή όμως στον σκοπό της. Η αντιπαροχή του σπιτιού του άντρα της δεν τους έδινε την ευκαιρία να φτιάξουν και ένα σπιτάκι για πάρτη τους, έτσι, έδωσε πάλι προτεραιότητα στα παιδιά της, «ας έχετε εσείς ένα σπίτι και κάτι θα κάνουμε εμείς» έλεγε.

Τίμια και δίκαιη σε όλες της τις μοιρασιές. Μέχρι και αυτός ο τραπεζικός λογαριασμός που είχε φτιάξει, κοινό τον είχε κάνει. Να μην της πουν κάτι, ότι αδίκησε, ότι εκμεταλλεύτηκε. Την ένοιαζε μόνο να λέει «η οικογένειά μου» και να «λάμπει» και κάπου εκεί στην άκρη να υπάρχουν απλά «δυο δραχμές», να μπορούν να ανταπεξέλθουν οι δυο τους στα δύσκολα που έρχονται, «να μην επιβαρύνουμε τα παιδιά» έλεγε.

“Κυρία; Κυρία; Με ακούτε;” Είπε λίγο πιο δυνατά η ταμίας
“Ωχ, συγνώμη αφαιρέθηκα. Ορίστε; Α ναι, να δούμε λίγο τον κωδικό στο e-banking θα ήθελα. Μπορείτε να μου πείτε γιατί δεν μπορώ να μπω;”
“Ξέρετε;”(ψέλλισε η ταμίας), “ο λογαριασμός σας δεν υπάρχει!”
“Μα, τι εννοείτε; Πριν λίγες ημέρες ήρθα και έβαλα κύριο δικαιούχο τον σύζυγό μου!”
“Δυστυχώς, ο λογαριασμός έχει κλείσει. Δεν υπάρχουν λεφτά!”
“ΜΑ! ΜΑ!! Τι λέτε; Πως μπορεί να κλείσει ο λογαριασμός;”
“Τι να σας πω, μόνο οι δικαιούχοι μπορούν να κλείσουν τον λογαριασμό και απ’ ότι μου λέτε δεν το κάνατε εσείς. Μόνο αυτό μπορώ να σας πω.”

Σάστισε, πάγωσε. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, πέρασαν από μπροστά της 45 χρόνια σε μια στιγμή. 45 χρόνια, 45 χρόνια «η οικογένειά μου» έλεγε και «έλαμπε».
Η πρώτη της λογική σκέψη αμέσως μετά το σοκ, ήταν να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι. Να ακούσει, να ρωτήσει. Αν δεν ήταν αυτή μόνο ένας μπορούσε να είναι, «πως μπορεί να έχει γίνει αυτό»;

Ντριν, Ντριν, Ντριν, Ντριν, Ντριν…….. σιωπή… Ξαναπληκτρολογεί το αριθμό.
Ντριν, Ντριν, Ντριν, Ντριν, Ντριν…….. σιωπή…

Η σκέψη, της θάμπωσε τα μάτια, κατάλαβε.

Όσα πρέσβευε όλα τα χρόνια, όλη η δικαιοσύνη, όλη η προσπάθεια, όλη η στέρηση, όλη η ελπίδα, το όνειρο, χάθηκαν μέσα λίγες νότες «ΛΑ» και σε λίγες λέξεις: «μόνο οι δικαιούχοι μπορούν να κλείσουν τον λογαριασμό και απ’ ότι μου λέτε δεν το κάνατε εσείς».
Χάθηκαν όλα μέσα σε λίγα … ευρώ.

Τώρα ήξερε! «Η οικογένειά μου» έλεγε και στεκόταν σκυθρωπή.