Ο Βαγγέλης Γιαννίσης είναι ο συγγραφέας έκπληξη των τελευταίων χρόνων στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα και ήδη έχει αποκτήσει φανατικούς αναγνώστες που περιμένουν την συνέχεια της αφήγησης της ζωής του επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Το Μίσος, το Κάστρο και Ο χορός των νεκρών είναι τα τρία βιβλία του από τις εκδόσεις Διόπτρα. Τον “ανακρίνουμε”!

– Γιατί ένας Έλληνας που πρόσφατα μετακόμισε στην Σουηδία, αποφασίζει να γράψει μια ιστορία που διαδραματίζεται εκεί, κι όχι εδώ, που έχει περισσότερα βιώματα;

Επειδή θα έλεγα ότι τα λογοτεχνικά μου βιώματα στη Σουηδία είναι περισσότερα από τα ελληνικά. Πέρα από τη ζωή στο Έρεμπρο, η οποία σαφώς και έπαιξε ρόλο στην απόφαση να στραφώ προς τη Σκανδιναβική σχολή, η Σουηδία έχει μία τεράστια λογοτεχνική παράδοση στην αστυνομική λογοτεχνία, πάνω στην οποία πάτησα. Παρόλο που υπάρχουν αξιόλογοι Έλληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, δεν υπήρχε -το 2011, όταν ξεκίνησα να γράφω το Μίσος- μία διακριτή ελληνική σχολή, με παράδοση στον χώρο. Ίσως επειδή η αστυνομική λογοτεχνία στην Ελλάδα θεωρείται από πολλούς -ακόμα και σήμερα- παραλογοτεχνία. Αυτό φαίνεται πως αρχίζει να αλλάζει. Απόδειξη το γεγονός πως το 2016 η εγχώρια παραγωγή έφτασε στο ζενίθ της. Στο μέλλον ίσως αυτή η χρονιά να θεωρείται η απαρχή της ελληνικής σχολής.

– Λένε πώς ένας μεταφραστής ουσιαστικά ξαναγράφει το βιβλίο που μεταφράζει. Πόσο εύκολη είναι η μετάβαση από τον ρόλο του μεταφραστή στον ρόλο του συγγραφέα;

Είναι δύο διαφορετικοί ρόλοι που εναλλάσσονται αρκετά εύκολα, επειδή από την αρχή φροντίζω να μην παραβαίνω έναν κανόνα που έθεσα στον εαυτό μου: ποτέ δεν γράφω και μεταφράζω ταυτόχρονα. Όχι επειδή φοβάμαι πως η δουλειά μου ως μεταφραστή θα επηρεάσει τη γραφή μου -ίσα ίσα, θεωρώ ότι με έχει κάνει καλύτερο συγγραφέα. Ωστόσο, είναι δύο ρόλοι που απαιτούν 100% αφοσίωση και συγκέντρωση.

– Και στα τρία βιβλία, καταπιάνεσαι με δύσκολα θέματα, όπως παιδεραστία, μεταναστευτικό, αστυνομική διαφθορά. Επηρεάζεσαι ψυχολογικά όταν γράφεις, αφήνεις τον εαυτό σου να εμπλακεί συναισθηματικά, ή καταφέρνεις και αποστασιοποιείσαι από αυτά που γράφεις;

Όταν γράφω, η μόνη μου έγνοια είναι να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τις ιδέες μου στο χαρτί και το μοναδικό άγχος είναι αν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι αυτό που θέλω να δώσω στους αναγνώστες. Είναι επιλογή μου να αποστασιοποιούμαι από τα θέματα των βιβλίων, επειδή είναι προϊόντα φαντασίας. Όσο σκληρά κι αν είναι, δεν είναι αληθινά.

– Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι τελικά να μπεις στο μυαλό ενός δολοφόνου; Και αφού μπεις, μετά πώς βγαίνεις από το σκοτάδι;

Είναι τόσο εύκολο όσο και το να μπεις στο μυαλό του κάθε χαρακτήρα. Ο κάθε χαρακτήρας δρα με βάση κίνητρα. Αν υπάρχει κατανόηση των κινήτρων, υπάρχει κατανόηση και καλύτερη απόδοση της δράσης.

– Ποιον ήρωα των βιβλίων σου θα ήθελες να συναντήσεις για μια μπύρα; Τι θα ήθελες να τον ρωτήσεις;

Πιστεύω ότι θα περνούσα καλά παρέα με τον Γιούσι Αλεξάντερσον, τον επικεφαλής του Εγκληματολογικού Θα είχε κάμποσες ζουμερές ιστορίες να μου διηγηθεί.

– Χαρακτηριστικό των βιβλίων σου είναι τα «φυτεμένα» στοιχεία που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στην πλοκή, όπως έκανε και η Αγκάθα Κρίστι, και μόνο ένας πολύ παρατηρητικός αναγνώστης θα τα εντοπίσει. Με αυτόν τον τρόπο κλείνεις το μάτι σε μία μερίδα αναγνωστικού κοινού που παίζουν μαζί σου το παιχνίδι των γρίφων;

Ακριβώς! Όλοι όσοι έχουμε το μικρόβιο της αστυνομικής λογοτεχνίας θέλουμε να μπούμε στο πετσί του ερευνητή και να λύσουμε την υπόθεση πριν τον πρωταγωνιστή. Το να κρύψεις τα στοιχεία σε διάφορα σημεία της πλοκής είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της δημιουργίας, ωστόσο αξίζει. Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα από το να διαβάζω σχόλια αναγνωστών που πέρασαν καλά προσπαθώντας να λύσουν τον γρίφο.

– Εκτός της αστυνομικής λογοτεχνίας, ποιο άλλο είδος σε ενδιαφέρει ως αναγνώστη; Ως συγγραφέα, θα σε δούμε σε άλλο είδος;

Διαβάζω αρκετά ιστορικά μυθιστορήματα κι έχω ιδιαίτερη αδυναμία σε βιογραφίες και άλλα non-fiction βιβλία. Μετά την πέμπτη ιστορία του Άντερς έχω στο μυαλό μου να πατήσω λίγο έξω από την αστυνομική λογοτεχνία, ωστόσο για την ώρα θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό για να μην το γρουσουζέψω!

– Είναι τελικά μόδα η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία και πως εξηγείς την απήχηση της στον κόσμο;

Πιστεύω ότι έχει περάσει πια το στάδιο της μόδας (που ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν έγινε το μεγάλο μπαμ). Για πολλούς είναι λατρεία. Σίγουρα ο κάθε αναγνώστης μπορεί να δώσει τη δική του εκδοχή για το τι είναι αυτό που κάνει τα Σκανδιναβικά αστυνομικά ξεχωριστά. Για μένα είναι το περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζονται. Και το λεπτό χιούμορ, στα όρια της ειρωνείας, που διακρίνει τα περισσότερα.

– Έχεις ξεκινήσει να γράφεις την επόμενη ιστορία του Άντερς; Εμείς οι φανατικοί, ανυπομονούμε!

Η τέταρτη ιστορία έχει ολοκληρωθεί και το μόνο που απομένει, προτού αρχίσει το ταξίδι της, με τη νέα χρονιά, είναι ένας καλός τίτλος. Σε μερικούς μήνες, λοιπόν, ο Άντερς θα σας περιμένει στα βιβλιοπωλεία!

Ευχαριστούμε Βαγγέλη!

Πληροφορίες για το “Ο χορός των νεκρών” του Β.Γιαννίση και εδώ