«Εγώ ο μικρός, ο αμνός του θεού
ξεχασμένος στο νότο, γεννημένος αλλού.
Ξέρω πάντα η Τροία θα `ναι μίλια μακριά
κι η ωραία Ελένη θα `ναι τώρα γριά…»

Άκουγε από κάπου μακριά το τραγούδι. Λες και οι ήχοι προέρχονταν από ένα απύθμενο πηγάδι και δραπέτευαν στον παγωμένο αέρα του χειμώνα. Από το κουρασμένο μυαλό του πέρασε η σκέψη ότι η μουσική προερχόταν από το ηχοσύστημα κάποιου διερχόμενου αυτοκινήτου αλλά δεν ήταν και σίγουρος, του φαινόταν σαν όνειρο μέσα στη θολούρα του.
Πέντε τα ξημερώματα. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στα σκαλοπάτια του παλιού Green Park, στο Πεδίο του Άρεως. Κάποιο κομμάτι του εαυτού του ένιωθε την υγρασία της νύχτας να διαπερνάει το βρώμικο καρώ πουκάμισο που έπλεε πάνω στο κορμί του και το σκισμένο τζιν του αλλά του ήταν αδιάφορο. Αγωνιζόταν να καταλάβει από πού προερχόταν ο ήχος της μουσικής. Κάτι του θύμιζε. Μία άλλη ζωή πριν αιώνες.

«Βγαίνω στο δρόμο ορκισμένος να μπω
στα παλάτια του ήλιου να μπορέσω να πω
το τραγούδι του τράγου με φωνή φονική
και να κλάψω μετά, να χαθώ στη σιωπή….»

Τριγύρω του υπήρχε κόσμος, πολύς κόσμος, τον άκουγε να σέρνεται, να χτυπιέται, να σιγομουρμουρίζει. Ήταν οι κολλητοί του, τα αδέρφια του, η οικογένεια του. Χαμένες ψυχές όπως ο ίδιος, τους ένωνε ο κοινός στόχος, να βγάλουν άλλη μία μέρα χωρίς πόνο. Άκουγε κάπου στο υπερπέραν τα μουγκρητά, την αγωνία, κάποιος φώναζε σέρνοντας τις λέξεις «Ρε βοηθήστε τον Μήτσο, δεν συνέρχεται!!!» Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει, ο εγκέφαλος του είχε βραχυκυκλώσει αλλά δεν τον ένοιαζε κιόλας, αυτός ήδη ταξίδευε με το μυαλό του μέσα σε χρώματα και ήχους ψυχεδελικούς. Ένιωθε να γίνεται πουλί, να πετάει ελεύθερος στον ουρανό της ζωής, απαλλαγμένος από τον πόνο που ένιωθε τόσα χρόνια, εκείνο το βαθύ πόνο που μούδιαζε την τσακισμένη ψυχή του και τον ανάγκαζε να κάνει τα πάντα για να αντέξει. Άλλη μία μέρα.

«Θα περάσουν τα χρόνια, θα γυρίσει ο τροχός
όλα θα `ναι σαν πρώτα, όλα θα `ναι αλλιώς….»

Ακούει το τραγούδι της. Αγωνίζεται να ανοίξει τα μάτια του αλλά τελικά δεν χρειάζεται. Την βλέπει μπροστά του. Αγγίζει τα μαύρα, μακριά μαλλιά της και χαζεύει στο γαλάζιο των ματιών της. Πάντα είχε τέτοια επίδραση πάνω του. Τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε σ’ εκείνη τη διαδήλωση. Ήταν εκατοντάδες στην πορεία αλλά αυτός πρόσεξε μόνο αυτή και τα πάντα γύρω του σκοτείνιασαν. Γύρισε και τον κοίταξε και του έσκασε ένα δειλό χαμόγελο. Ήταν η στιγμή που τους έδεσε για πάντα. Ακόμα κι όταν εκείνος κατέρρεε αργά αλλά σταθερά, αυτή ήταν πάντα στο πλάι του να του χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά και να του υπενθυμίζει ότι θα γυρίσει ο γαμημένος τροχός, να πολεμήσει, ήταν μαχητής, ήταν ο Βασιλιάς της, θα νικούσε στο τέλος. Και αυτός μέσα στη θολούρα του ευγνωμονούσε το καταραμένο σύμπαν που, έστω και τόσο αργά και μετά από το άσχημο χαρτί που του είχε ρίξει στη ζωή, του έφερε αυτόν τον άγγελο. Και αντιστεκόταν. Γι’ αυτή και μόνο.

«Θα σε ψάχνω στους δρόμους που γυρνούσες, μα εσύ
θα `χεις γίνει σκιά, θα’ χουν όλα χαθεί….»

Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Κάπως έτσι είχε νιώσει κι εκείνη τη φορά που γύρισε στη γκαρσονιέρα που νοίκιαζαν στην πλατεία Βικτωρίας και τη βρήκε λιπόθυμη. Αυτό τουλάχιστον έπεισε τον εαυτό του ότι συνέβαινε. Η καταραμένη η Άρνηση. Η σύριγγα ήταν πεσμένη δίπλα στη βρώμικη καρέκλα και το χέρι της, στο μπράτσο του οποίου ήταν δεμένο το λάστιχο, ακουμπούσε το πάτωμα σαν μαραμένο. Το αγαπημένο πρόσωπο της ήταν ολόλευκο. Όρμησε πάνω της και προσπάθησε να τη συνεφέρει με χαστούκια. Σιχαινόταν τον εαυτό του που της φερόταν έτσι εκείνη τη στιγμή αλλά έπρεπε πάση θυσία να την ξαναφέρει κοντά του. Ούρλιαζε το όνομα της συνέχεια και συνέχεια μέχρι που ο ήχος της φωνής του έπαψε πλέον να αντηχεί στους βρώμικους τοίχους του σπιτιού τους.

«Ένα βράδυ θα φέγγει το φεγγάρι τρελό
θ’ απλωθεί η σκιά σου σ’ ένα δρόμο στενό….»

Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα με τον άγγελο του αγκαλιά και ενώ το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από τον πόνο κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι οι λιγοστές στιγμές ευτυχίας του είχαν πλέον γίνει ανάμνηση, μόλις είχε πιάσει πάτο. Είχε επιτέλους βρει τη σύντροφο ζωής του, τον άνθρωπο που στα μάτια του φάνταζε τεράστιος, Βασιλιάς. Που είχε κάνει τα πάντα για να τον τραβήξει από τον βούρκο στον οποίο βρισκόταν τόσα χρόνια λόγω λανθασμένων επιλογών. Και αυτός αντί να βγει από τη μαύρη τρύπα στην οποία είχε πέσει, την τράβηξε μέσα μαζί του. Ήθελε τόσο πολύ να έχει παρέα εκεί που βρισκόταν. Ήξερε ότι το να γίνει καλύτερος θα ήταν μία οδυνηρή εμπειρία και αυτός δεν ήθελε τα δύσκολα. Και εκείνη τη στιγμή σιχάθηκε τον εαυτό του, αχ, πόσο μίσησε τον εαυτό του που την είχε αναγκάσει να τον ακολουθήσει σ αυτό το ταξίδι που επέλεξε να κάνει σ αυτή τη ζωή….

«Τα ταξίδια, οι φίλοι, οι αγκαλιές, τα φιλιά
σ’ ένα κόσμο θαμπό μακριά, μακριά….»

Ένιωθε την αγκαλιά της, τα μαλλιά της άγγιζαν απαλά το υγρό μέτωπο του. Πάντα τα μαλλιά της που μύριζαν γιασεμί χάιδευαν το πρόσωπο του καθώς τον κρατούσε στα πόδια της κάθε φορά που αυτός έτρεμε ολόκληρος από τη στέρηση. Τι αγαπημένη αίσθηση….. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά το κορμί του δεν τον υπάκουγε πλέον. Τα ουρλιαχτά γύρω του έγιναν περισσότερα, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί όλοι αυτοί ούρλιαζαν γύρω του, ας τον άφηναν στην ησυχία του να απολαύσει για λίγο το άγγιγμα της αγαπημένης του, τη μυρωδιά της που γινόταν όλο και πιο δυνατή… Και κάπου στο βάθος συνέχιζε να ακούει το τραγούδι από το αυτοκίνητο….

«Από του δράκου τη χρονιά, περάσαν χρόνια
τώρα μπορεί να μην θυμάσαι τίποτα….»

«Ρε παιδιά βοήθεια!!! Τον χάνουμε!!! ΦΩΝΑΞΤΕ ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ!!!»

«αλλά η ρόδα της ζωής γυρνά αιώνια
και μόλις λιώσουνε τα χιόνια
να `ρθεις να με βρεις…..»

Έρχομαι αγάπη μου. Ο Βασιλιάς σου έρχεται. Περίμενε με, αυτή τη φορά θα είμαστε για πάντα μαζί.

https://www.youtube.com/watch?v=CBabLCTXUxs