Ο Ζωγράφος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεν μιλούσε . Τουλάχιστον όπως μιλάει ο περισσότερος κόσμος. Για να του πάρεις μια λέξη έπρεπε να κάνεις τάμα στην Παναγία την Γλωσσολύτρα. Και όμως είχε τόσα πολλά να πει, απλά δεν ήξερε τον τρόπο να τα χωρέσει σε λέξεις. Λες και αυτές δεν συνεργάζονταν μαζί του. Λες και του κάνανε πείσματα σαν γυναίκες. Γι’αυτό και άρχισε να ζωγραφίζει. Για έναν περίεργο λόγο τα πινέλα και τα χρώματα από παιδί του ήταν πιο “εύκολα”. Έτσι όλα όσα ήθελε να πει τα έκανε εικόνες. Και οι πίνακες του άρεσαν σε όλους, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε τι προσπαθούσε να δείξει.

Σαν γοητευτικά κωδικοποιημένα μηνύματα έμοιαζαν, που ποτέ κανένας δεν είχε καταφέρει να σπάσει τον κώδικα ερμηνεύοντας τα. Και ένιωθε μοναξιά. Απέραντη μοναξιά μέσα σε μια επιτυχία τόσο κίβδηλη, τόσο ακούσια, τόσο εύκολη που μέσα στα χρόνια έσφιγγε σαν θηλιά γύρω από το λαιμό του όλο και περισσότερο.

Πολλές φορές σκέφτηκε να σταματήσει, αλλά του ήταν αδύνατο. Να επικοινωνήσει προσπαθούσε μ’ έναν τρόπο ίσως παράδοξο. Ούρλιαζε τον πόνο του με χρώματα πάνω σε καμβάδες και ήξερε πως αν σταματούσε ο πόνος θα γινόταν θεριό ολάκερο που θα τον κατασπάραζε. Απομονωμένος έτσι, έσπρωχνε τα χρόνια συντηρώντας την ταμπέλα του ιδιόρρυθμου και εκκεντρικού καλλιτέχνη που του είχαν κολλήσει. Σχέσεις εφήμερες διαδέχονταν η μια την άλλη και η μοναξιά να γιγαντώνεται, να γίνεται η μόνη ουσιαστική σταθερή συντροφιά του. Δεν ήταν πως δεν ήθελε ουσιαστικά δεσίματα. Για την ακρίβεια τα λαχταρούσε απεγνωσμένα. Πως όμως να δεθεί με ανθρώπους που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με εκείνον; Γιατί και το σώμα ακόμα, που έχει τη δική του γλώσσα και που δεν προϋποθέτει λέξεις, ακόμα και αυτό τον πρόδιδε.

Καταραμένος έτσι μέσα στο χειρότερο είδος μοναξιάς, αυτό που βιώνεις τριγυρισμένος από άπειρους ανθρώπους, είχε πλέον πάρει απόφαση πως τίποτα δεν θα άλλαζε. Πως κανείς ποτέ δεν θα κατάφερνε να κοιτάξει μέσα από το περίεργο παράθυρο που άνοιγε στην ψυχή του. Συνηθισμένος μέσα σε αυτή την αποδοχή , ίσως και λίγο βολεμένος, άργησε να την δει. Άργησε να την καταλάβει. Αδιανόητο του φαινόταν πως ένα άλλο ανθρώπινο ον, και ειδικά το συγκεκριμένο, είχε καταφέρει να σπάσει επιτέλους τον κώδικα.

Και όταν πια το κατάλαβε, τρόμαξε. Η λύτρωση που νόμιζε πως θα νιώσει δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτό που ένιωθε. Εκτεθειμένος, γυμνός και ανυπεράσπιστος ήταν για πρώτη φορά έπειτα από τα τόσα χρόνια απομόνωσης. Και θέλησε να φύγει μακριά της για να μην την φοβίσει με την αληθινή του εικόνα, αλλά ήταν αργά. Επιτέλους ένας άνθρωπος μπορούσε να διαβάσει τον πόνο του, μπορούσε να διαβάσει την οργή του, μπορούσε να διαβάσει πόσο απεγνωσμένα χρειαζόταν ένα αληθινό χάδι. Ένα χάδι κάτω από τον ήλιο της γνώσης και της επίγνωσης. Και ενώ ήθελε να την προστατεύσει από όλο αυτό, το παιδί μέσα του αρνιόταν να συνεργαστεί.

Και έγινε το σώμα της, το μόνο σώμα μέσα στο οποίο μπόρεσε να βρει καταφύγιο. Και ας της έκοβε κομμάτια με τα ξυράφια του δικού του πόνου κάθε φορά που έμπαινε μέσα της. Και ήταν τόσο μεγάλος ο πόνος του, που δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Και εκείνη έμενε… Έμενε εκεί και έδειχνε άτρωτη, έδειχνε αστείρευτη, έδειχνε τεράστια και ας ήταν μια στάλα. Χωρίς λέξεις , χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς πως και γιατί, τον άφηνε να μιλάει με τα πινέλα του και τα χρώματα του και τον άκουγε ακούραστα.

Απορροφημένος από αυτή την ανέλπιστη επικοινωνία παρέδωσε άνευ όρων σιγά σιγά όλα του τα κομμάτια, ακόμα και τα πιο σκοτεινά. Της “μίλησε” για τα τέρατα των παιδικών του χρόνων που τον είχαν κάνει αυτό που εκείνη γνώρισε. Της “μίλησε” για εκείνη την άλλη που τόσο πρόωρα και εθελούσια τον είχε αποχωριστεί, δένοντας του τη γλώσσα για πάντα. Για εκείνη τη φιγούρα που είχε βουτήξει μ’ ένα κουτί χάπια στη λήθη αφήνοντας τον μόνο. Και ξέχασε το βασικότερο… Ξέχασε πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να ακούν και να ακούγονται.

Πως είχε μπορέσει να κάνεις αυτός το συγκεκριμένο λάθος. Πως δεν άκουσε ποτέ το δικό της πόνο; Πως του είχε ξεφύγει; Τόσο εγωιστής είχε φανεί…; Ένα μικρό εγωιστικό παιδί που του έλειπε εκείνη η φιγούρα , εκείνο το αληθινό χάδι. Και έγινε και εκείνη μια φιγούρα, που βούτηξε στη λήθη από την πλώρη ενός καραβιού ένα καλοκαιρινό βράδυ και την έχασε. Μέσα από τα χέρια του “γλίστρησε” σαν τραγική ειρωνεία, σαν τιμωρία. Και ήταν τόσο ανυπόφορος ο νέος αυτός πόνος, που σαν σφουγγάρι έσβησε τα πάντα. Σαν θυσία έμοιαζε η πράξη της, που αν ήθελε να έχει νόημα, έπρεπε να βρει τη δύναμη να μείνει στην επιφάνεια που με τόσο κόπο εκείνη τον είχε ξαναβγάλει.

Κάποτε λοιπόν ήταν ένας ζωγράφος που μια γυναίκα, η γυναίκα που τον είχε φέρει στο κόσμο, με το χάδι και τη φυγή της τον έθαψε σε μια σιωπή και ένα σκοτάδι από το οποίο είχε πιστέψει πως δεν θα έβγαινε ποτέ. Ώσπου ήρθε εκείνη και με το χάδι της και τη φυγή της τον έβγαλε και πάλι στο φως για πάντα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook