Oblivion

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Μελίνα έκλεισε απογοητευμένη το τηλέφωνό της. Δεν είχε νόημα να ασχολείται μαζί του άλλο πια. Θα ήταν πάντοτε εκεί για να της κάνει τη ζωή κόλαση με την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του. Σε μία βαλίτσα μάζεψε λίγα ρούχα, τα αγαπημένα της βιβλία και τις παρτιτούρες της. Το τσέλο της, έτοιμο μέσα στη θήκη του, την περίμενε για να ξεκινήσουν το ταξίδι τους. Άφηνε πολλά πράγματα πίσω της: τα φορέματα που αυτός την υποχρέωνε να φοράει για να φαίνεται πιο θηλυκή, τα κοσμήματα που της αγόραζε μετά από κάθε σύγκρουση – λες και ένα κόσμημα μπορούσε να καλύψει τις μελανιές που άφηνε εκείνος στο σώμα και την ψυχή της – και κυρίως την κόλαση των τελευταίων χρόνων. Μετά από τόσο καιρό συμβίωσης, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση για τον χαρακτήρα και τα συναισθήματα του συντρόφου της. Ήταν ένα απροστάτευτο παιδί που έψαχνε την αγκαλιά της μαμάς του; Ήταν ένας δυναμικός και επιτυχημένος επαγγελματίας; Ήταν ένας τρυφερός και παθιασμένος εραστής; Ήταν ένας άνθρωπος που ξεσπούσε επάνω της με τον χειρότερο τρόπο; Η Μελίνα άργησε να καταλάβει ότι ήταν απλά ένα χειριστικό άτομο που απολάμβανε να παίζει με τα συναισθήματά της. Το κινητό της ξαναχτύπησε. «Το ταξί σας ήρθε». Έκλεισε με δύναμη την πόρτα του διαμερίσματος. Αρκετά πια! Ήταν καιρός να συνεχίσει τη ζωή της από εκεί που την είχε αφήσει.

………………………………

Ο Μάριος ζούσε στη Βουδαπέστη. Ήταν μέλος μίας διακεκριμένης συμφωνικής ορχήστρας και ένιωθε ικανοποιημένος από την επαγγελματική του πορεία. Θυμόταν τα τελευταία χρόνια που ζούσε στην Ελλάδα. Δεν είχε αδέλφια και είχε χάσει τους γονείς του, δυο πολύ ευγενικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους, στην εφηβεία. Η ζωή του έμοιαζε με ένα ατελείωτο bullying:
– Μα καλά, τι όργανο είναι αυτό που παίζεις; Βιόλα; Πώς στην ευχή σου ήρθε να το μάθεις; Και γιατί δεν έμαθες βιολί; Να παίζεις σε κανένα κέντρο, να κονομάς και κανένα φράγκο.
– Πόση απόσταση έχουν οι βιόλες από τα βιολιά στην ορχήστρα; Ένα τέταρτο του τόνου, χα, χα, χα! Τι είναι η βιόλα; Ένα φάλτσο και ξεκούρδιστο βιολί!
– Είσαι τόσο loser που σε εγκατέλειψαν ακόμα και τα μαλλιά σου! Σιγά μην φάω τη ζωή μου μαζί σου!

Ο Μάριος ένιωθε να ταυτίζεται με την βιόλα, ένα μουσικό όργανο που λίγοι μπορούσαν να εκτιμήσουν τον σκοτεινό και βαθύ ήχο του. Έτσι και εκείνος, βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους που τον υποτιμούσαν για την εμφάνισή του, για το επάγγελμά του, για τα ενδιαφέροντά του. Δούλευε σερβιτόρος σε μία καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας και στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο του μελετούσε με πάθος. Κλασικό ρεπερτόριο. Αδιαπραγμάτευτα. Και κυρίως Bach.
Η ευκαιρία ήρθε από ένα φυλλάδιο που βρήκε μαζεύοντας ένα τραπέζι. Θερινή Aκαδημία Eγχόρδων στη Βουδαπέστη. Ήταν η τελευταία ημέρα του στη δουλειά. Τα χρήματά του έφθαναν οριακά για το αεροπορικό εισιτήριο και για την Ακαδημία. Ευτυχώς συμπεριλαμβανόταν η στέγαση και η διατροφή. Οι εξελίξεις ήταν εντελώς απρόσμενες. Ο μαέστρος ενθουσιάστηκε με το ταλέντο του και του πρότεινε να δουλέψει μόνιμα σε μία από τις καλύτερες συμφωνικές ορχήστρες της Ουγγαρίας. Έκοψε κάθε επαφή με την Ελλάδα. Εκτός από τη Μελίνα. Την αγαπημένη του συμμαθήτρια στο Ωδείο και παιδική φίλη. Μιλούσαν σχεδόν καθημερινά στο διαδίκτυο. Είχε μάθει ότι ζοριζόταν άσχημα με τον σύντροφό της. Της πρότεινε να την βοηθήσει. Να έρθει να μείνει μαζί του για όσο ήθελε, γιατί όχι και για πάντα. Χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς προσδοκίες. Την αγαπούσε αληθινά, κι ας μην της το είχε πει ποτέ. Είχε ανάγκη από ηρεμία και ασφάλεια, κι εκείνος μπορούσε να της τα προσφέρει. Άλλωστε η ορχήστρα έκανε ακροάσεις για τσελίστες. Γιατί να μην δοκίμαζε την τύχη της;

………………………………………………..

Ο Πέτερ κατέβηκε από το τρένο. Ήταν εννέα το πρωί και ο νότιος σιδηροδρομικός σταθμός της Βουδαπέστης ήταν γεμάτος κόσμο. Έβαλε στην πλάτη του το σακίδιό του και κατέβασε προσεκτικά τη θήκη του βιολιού του από το ράφι των αποσκευών. Θα έμενε στη Βουδαπέστη για λίγες ημέρες, προκειμένου να πάρει μέρος σε ένα φεστιβάλ με τίτλο «Η μουσική δωματίου στο δρόμο». Εκείνος θα έπαιζε με δύο Έλληνες μουσικούς, μέλη μιας γνωστής συμφωνικής ορχήστρας: το Μάριο και τη Μελίνα. Θα εμφανίζονταν για πέντε συνεχόμενα βράδια σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ο Πέτερ ήταν ένας άψογος επαγγελματίας. Είχε διακριθεί ως σπουδαστής στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης και είχε παίξει αρκετές φορές ως έκτακτο μέλος της περίφημης Φιλαρμονικής Ορχήστρας. Βγαίνοντας από το σταθμό, κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο του. Είχε λίγες ώρες μέχρι να συναντηθεί με το Μάριο και τη Μελίνα. Σκέφτηκε ότι θα ήταν μία καλή ευκαιρία να τακτοποιήσει τα πράγματά του και να μελετήσει λιγάκι. Άλλωστε ο κανονισμός του ξενοδοχείου δεν το απαγόρευε.

……………………………………………….

Χιλιάδες μουσικοί ήχοι αναδύονταν από τους δρόμους της πόλης και αναμιγνύονταν μεταξύ τους καθώς έπεφτε το βράδυ. Ήταν η τελευταία ημέρα του φεστιβάλ. Το τελευταίο κομμάτι που θα έπαιζαν οι τρεις μουσικοί θα ήταν έκπληξη για τη Μελίνα. Έτσι της είχε πει ο Μάριος. Της είχαν δώσει να μελετήσει απλά το μέρος του τσέλου, χωρίς ωστόσο εκείνη να καταφέρει να αναγνωρίσει τη μελωδία. Μετά το τέλος της συναυλίας, ο Μάριος θα πήγαινε με τον Πέτερ για μία μπύρα. Είχε παρακαλέσει τη Μελίνα να μην τους ακολουθήσει, αλλά να γυρίσει στο σπίτι τους και να ανοίξει το πιάνο. Η Μελίνα παραξενεύτηκε, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Μετά από δύο χρόνια συγκατοίκησης, είχε συνηθίσει τις μικρές παραξενιές του παιδικού της φίλου. Άλλωστε αυτό ήταν: δύο πολύ καλοί φίλοι και συγκάτοικοι.
Oblivion του Astor Piazzolla, ένα τάνγκο γεμάτο πάθος και ανείπωτες λέξεις, αυτό ήταν το τελευταίο κομμάτι. Η Μελίνα χαιρέτισε τους δύο άντρες: με χειραψία τον Πέτερ και με ένα φιλί στο μάγουλο το Μάριο. Με γρήγορο βήμα έφτασε στο σπίτι. Ξεκλείδωσε βιαστικά και έτρεξε προς το πιάνο. Το άνοιξε. Ένας φάκελος βρισκόταν πάνω στα πλήκτρα. Ένα γράμμα και ένα δαχτυλίδι, μονόπετρο.

«Όλα όσα ήθελα να σου πω βρίσκονται στις νότες του Oblivion. Θα ήθελα να χορέψουμε αυτό το τάνγκο μαζί, για πάντα. Σε αγαπώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αλλά πάντα δίσταζα να σου το πω. Φοβόμουν. Αν δέχεσαι, φόρεσε το δαχτυλίδι. Αν όχι, άφησέ το μέσα στο πιάνο. Μόνο, σε παρακαλώ, μη φύγεις από τη ζωή μου».

Ο ήχος του κουδουνιού την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ο Μάριος είχε ξεχάσει τα κλειδιά του. Η Μελίνα φόρεσε το δαχτυλίδι και έτρεξε προς την πόρτα για να του ανοίξει.

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook