Θυμάμαι την υγρασία του νησιού που έκανε τα μαλλιά μου να κολλάνε συνέχεια. Θυμάμαι τη μυρωδιά του ψαριού και της σόγιας στο πρωινό. Θυμάμαι τα υπέροχα υφάσματα, με τα χρωματιστά λουλούδια, που έντυναν ακόμα και κάποιους τοίχους του σπιτιού. Θυμάμαι την αίσθηση του τατάμι στα γυμνά μου πέλματα. Θυμάμαι πως είχα νιώσει όταν αντίκρισα για πρώτη φορά στο σταθμό την εξωτική γιαγιά μου, που δεν είχα ξαναδεί, και που μόνο είχα ακούσει για εκείνη. Θυμάμαι πόσο γρήγορα είχα γίνει ένα με όλα εκείνα τα διαφορετικά, μεγάλη η δύναμη των γονιδίων παρά το μικρό τους μέγεθος… Εκείνο όμως που θυμάμαι πιο έντονα, και ας ήμουν μόλις δέκα χρονών, είναι το Obon!

“Ξύπνα Γιούκι-Τσαν! Ξύπνα, να πάτε να φέρετε τις ψυχές με τον παππού!” είχε φωνάξει η γιαγιά μου και εγώ είχα τεντωθεί νυσταγμένα πάνω στο φουτόν μου. Ποιος να μου το έλεγε τότε, πως το στρώμα που κοιμόμουν κατάχαμα, θα γινόταν χρόνια μετά, η επιτομή του μινιμαλιστικού στυλ. Και είχα σηκωθεί με βαριά καρδιά και όσο έπλενα τα δόντια μου, προσπαθούσα να θυμηθώ πόσο του μήνα ήταν. Μα φυσικά δεκαπενταύγουστος ήταν, της Παναγίας! Αλλά μισό λεπτό…Στην Ιαπωνία ήμουν, αποκλείεται να γιόρταζαν το ίδιο πράγμα. Γιατί κάποια γιορτή ήταν και αυτό το μαρτυρούσε όλο το κλίμα εκείνο το πρωινό. Και ο ναός μέσα στο σπίτι, που μαζί με την αδελφή μου τρελαινόμασταν να ανάβουμε τα μακρόστενα λιβανάκια, γιατί ήταν τόσο όμορφα στολισμένος; Κάτι έτρεχε και έπρεπε να μάθω!

Όλοι όμως πηγαινοερχόντουσαν πανικόβλητοι. Η κουζίνα βρισκόταν σε αναβρασμό και η γιαγιά με τη μαμά μαγείρευαν σαν τρελές τόνους φαγητό, λες και θα δεξιωνόμασταν τον πρέσβη. Γιατί όμως μωρέ δεν με άφηναν να φάω τίποτα από όλα αυτά που ετοίμαζαν; “Αργότερα!” με μάλωσε κοφτά η μαμά μου και κατσουφιασμένη αναζήτησα τον παππού μου στην αποθήκη.

“Καλήμερα Γιούκι -Τσαν”, είπε ο παππούς χαμογελώντας μόλις με είδε να μπαίνω.
“Παππού, η γιαγιά λέει να πάμε να φέρουμε κάτι…”, δήλωσα διστακτικά γιατί δεν ήμουν 100% σίγουρη ότι είχα ακούσει τη σωστή λέξη. Μάλλον λάθος είχα καταλάβει.
“Όχι κάτι!Τις ψυχές πρέπει να πάμε να φέρουμε. Είσαι έτοιμη;”, με διόρθωσε ο παππούς και βεβαιώθηκα πως εκεί μέσα, μάλλον τα λιβανάκια που καίγαμε, τους είχαν πειράξει όλους.
“Παππού δεν καταλαβαίνω τίποτα! Και κανένας δεν μου εξηγεί. Αληθινές ψυχές;;;”, ρώτησα με μια ανατριχίλα να διαπερνά την ραχοκοκαλιά μου.
“ Μα φυσικά και αληθινές ψυχές! Έχουμε Obon! Έχουμε γιορτή! Έχουμε τη γιορτή των ψυχών!”, είπε ενθουσιασμένος και μου έδειξε ένα όμορφο φανάρι πάνω στο οποίο ήταν ζωγραφισμένα τα ιδεογράμματα της οικογένειας μας.
“Και τί είναι παππού η γιορτή των ψυχών;” ξαναρώτησα ανυπόμονα, γιατί από τότε τρελαινόμουν για ιστορίες.
“Η γιορτή των ψυχών είναι ίσως η μεγαλύτερη γιορτή στην Ιαπωνία Γιούκι -Τσαν. Για τρεις μέρες, οι ψυχές των αγαπημένων μας που έχουν φύγει απ’ τη ζωή, επιστρέφουν στη γη. Μαζί θα πάμε με αυτό το φαναράκι να τις φέρουμε από το νεκροταφείο στο σπίτι. Για τρεις μέρες θα μείνουν μαζί μας. Γιαυτό η γιαγιά με τη μαμά σου μαγειρεύουν. Για να έχουμε να τις “ταΐσουμε” πλουσιοπάροχα όπως τους αξίζει. Θα έρθει βέβαια και πολύς κόσμος. Θα μαζευτεί σιγά σιγά όλη η οικογένεια. Αλλά πρώτα θα φάνε οι ψυχές και μετά θα φάμε εμείς. Έτσι πρέπει, για να δείξουμε σεβασμό. Και ύστερα, το βράδυ της τρίτης μέρας, θα τις αποχαιρετίσουμε, για να γυρίσουν στο δικό τους κόσμο. Βιάσου λοιπόν!” μου εξήγησε ο παππούς και με έπιασε από το χέρι.

Και όλα έγιναν όπως μου τα είχε περιγράψει. Μαζί πήγαμε μέχρι τον οικογενειακό τάφο και φέραμε σπίτι τις ψυχές. Και αν με ρωτήσετε, αλήθεια νόμιζα πως τις άκουγα να μας ακολουθούν. Έτσι μέσα στις επόμενες τρεις μέρες το σπίτι γέμισε από τους θείους και τα ξαδέλφια μου. Και τα εδέσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο στο τραπέζι ,αφού όμως πρώτα γινόταν η σχετική προσφορά στον ναό του σπιτιού. Γκρινιάζαμε εμείς βέβαια που δεν μπορούσαμε να φάμε τα γλυκά όποτε θέλαμε και μας μάλωνε η γιαγιά τις ιερόσυλες. Ερχόταν όμως ο παππούς και έκλεβε καραμέλες, όταν φυσικά εκείνη δεν κοίταζε, και μας τις έδινε κρυφά κλείνοντας μας το μάτι. Μπορεί να μας απαγόρευσαν να βγάζουμε φωτογραφίες εκείνες τις μέρες, μην τυχόν και φυλακίσουμε κατά λάθος καμία ψυχή μέσα στην φωτογραφική μηχανή μας, αλλά ακούσαμε τόσες ιστορίες για όλους τους προγόνους μας, που οι χάρτινες αναμνήσεις έπαψαν να μας απασχολούν. Και την τρίτη μέρα, κάτω από τα μεγαλύτερα πυροτεχνήματα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου, κάτω από έναν νυχτερινό ουρανό γεμάτο καλοκαιρινά αστέρια, πήγαμε στην ακροθαλασσιά να τις αποχαιρετίσουμε.

Θυμάμαι τα πρόσωπα του κόσμου που συγκινημένα ετοιμαζόντουσαν να αποχωριστούν και πάλι τους αγαπημένους τους. Θυμάμαι τα φαναράκια με τις αυτοσχέδιες μικροσκοπικές βαρκούλες γεμάτες καλούδια, που απίθωναν ο ένας μετά τον άλλο στην επιφάνεια του νερού. “Φως για να βρουν το δρόμο τους και φαγητό για τη διαδρομή”, όπως μου είπε ο παππούς. Θυμάμαι μια θάλασσα ήρεμη. Μια θάλασσα γεμάτη ψυχές. Αλλά κυρίως θυμάμαι τη δική μου ψυχή, που εκείνο το βράδυ, έμοιαζε με μια ήρεμη θάλασσα γεμάτη φως.