Οι Άγγελοι του Πειραιά 8-2-1981

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

8-2-1981, Στάδιο Καραϊσκάκη, 13:15 μ.μ:
– Μικρέ σταμάτα να κουνάς νευρικά τα πόδια σου, ηρέμησε δεν χάνουμε σήμερα.
– Μακάρι Τζιμάκο μου, αλλά έχω αγωνία, αγωνία μεγάλη.

Καθισμένος μαζί με τον κατά λίγα χρόνια μεγαλύτερο αδερφό μου στην εξέδρα την θύρας 7 δύο ώρες πριν την έναρξη του ματς παρατηρώ ότι το γήπεδο έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει.

Ώρα: 15.00: Απομένουν μόνο 15 λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα Ολυμπιακός – Άεκ.
Γύρω μου νέα παιδιά, τα πιο πολλά συνομήλικοι μου, τραγουδούν γελούν, χορεύουν. Με την ιαχή ΟΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ! Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-ΑΚΟΣ! δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που όμοια της δεν έχω ξαναγνωρίσει. Όλοι μια αγκαλιά, μια ασπροκόκκινη αγκαλιά, σαν λουλουδένιο στεφάνι. Όπου το κάθε λουλουδάκι είναι ένα παιδί, που εκείνη την στιγμή υποστηρίζει την ομάδα του, δίνοντας το καταστάλαγμα της ψυχής του στην αγάπη του αυτή. ΟΛΥΜΠΙΑΚΕ ΜΕΓΑΛΕ ΚΑΙ ΤΡΑΝΕ, τραγουδούν. Όταν στα ηχεία αρχίζει να παίζει ο ύμνος της ομάδας σύσσωμοι όλοι σταματάμε και γινόμαστε μια φωνή, δυνατή και ενωμένη, τραγουδώντας με ένα στόμα, λες και είχαμε συγχρονιστεί με κάποιον τρόπο.

Η ομάδα βγαίνει στο γήπεδο, το τι έγινε δύσκολο να το εκφράσω. Οι κραυγές και τα συνθήματα μας γεμάτα χαρά και πάθος έφταναν μέχρι τον ουρανό. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, λες και θα σπάσει.

Ώρα 15:15: Ο αγώνας αρχίζει, το πανηγύρι συνεχίζεται, “Ρε Τζιμάκο να δεις που θα κερδίσουμε” – Με αγκαλιάζει λέγοντας μου ‘’Εγώ στα λέω μικρέ, ηρέμησε και δες τον αγώνα τώρα’’ Για μένα ο Τζίμης δεν είναι απλά αδερφός, είναι ο φίλος, ο κολλητός, το πρότυπο μου. Τον αγκαλιάζω και εγώ και χορεύουμε μαζί.

30’: ΓΚΟΟΟΟΛ του Ολυμπιακού, πανηγυρισμοί, φιλιά και αγκαλιές με γνωστούς και αγνώστους. Όλα δυναμώνουν, οι φωνές, οι εκφράσεις στα πρόσωπα των φιλάθλων, όλα αλλάζουν με εκείνο το γκολ.

Τελειώνει το πρώτο ημίχρονο με σκορ 1-0 υπέρ του Ολυμπιακού.
Η συνέχεια εκπληκτική.
Στο 53’: 2-0
Στο 68’: 3-0
Στο 75’:4-0
Στο 80’:5-0
Στο 84’:6-0

Πριν λήξει το παιχνίδι κάποιος φωνάζει γεμάτος χαρά: “Ελάτε ρε παιδιά πάμε στην Θύρα 1 που είναι κοντά ο διάδρομος για τα αποδυτήρια να δούμε τους παιχταράδες μας από κοντά.”

Το ασπροκόκκινο στεφάνι, γίνεται ποτάμι. Ξεχυθήκαμε προς την έξοδο της θύρας 7. Ο Τζίμης με συγκρατεί για λίγο ‘’Μην στριμώχνεσαι γίνεται χαμός’’. Το ποτάμι των παιδιών με παρασέρνει, δεν πατάω πια στην εξέδρα, προχωράω αιωρούμενος, σε κάποια στιγμή ακούω δυνατές φωνές. ΚΑΝΤΕ ΠΙΣΩ ΠΑΙΔΙΑ ΜΗΝ ΣΠΡΩΧΝΕΣΤΕ ΠΝΙΓΟΜΑΣΤΕ.

Η πόρτα, αχ αυτή η πόρτα δεν ήταν ανοιχτή, ή τουλάχιστον όχι όσο ανοιχτή θα έπρεπε. Κάποιος γλυστράει, πέφτει στα σκαλιά μαζί με εκείνον πέφτουν και όσοι τον ακολουθούσαν, και πάνω σε αυτούς και άλλοι, όλο και περισσότεροι. Επικρατεί πανικός. ‘’Τζιμάκο, δεν μπορώ να αναπνεύσω” φωνάζω στον αδερφό μου. Γυρνάω λίγο το κεφάλι μου δεν τον βλέπω. Βλέπω κόσμο να φωνάζει βοήθεια, κάποιοι ουρλιάζουν, βλέπω σώματα να πέφτουν στο έδαφος και να πατιούνται από πόδια που τρέχουν, βλέπω ματωμένα πρόσωπα, βλέπω φόβο, μια μάζα παιδιών να προσπαθεί να σωθεί. Μελανιασμένοι, σχισμένα ρούχα, κραυγές πόνου, απελπισίας ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ.
Ξαφνικά οι φωνές σταδιακά χάνονται από τα αυτιά μου, δεν ακούω καλά χάνομαι, νιώθω σαν να θέλω να κοιμηθώ. Κάποιος με τραβάει, από τα μαλλιά, από τα ρούχα, δεν θυμάμαι, δεν ξέρω. Δεν βλέπω, δεν ακούω πια τίποτα μόνο βυθίζομαι όλο και περισσότερο.

Αισθάνομαι κάποιος να μου κρατάει το χέρι. Δεν ακούω πια φωνές, δεν υπάρχει στρίμωγμα, δεν πνίγομαι. Ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι σε ένα κρεβάτι. Ποιο κρεβάτι μωρέ; Στο γήπεδο δεν ήμουν; Πως βρέθηκα εδώ και που είναι ο αδερφός μου; “Που είσαι ρε Τζιμάκο φωνάζω, που είσαι ρε;” Η φωνή του, ναι η φωνή του είναι μου λέει να ηρεμήσω. Τον βλέπω εκεί μπροστά μου, δίπλα του η μάνα μας. Η μάνα δακρυσμένη κρατάει με δύναμη το χέρι μου μέσα στο δικό της. ‘’Εδώ είμαι μικρέ, εδώ είναι και η μαμά’’ Που εδώ, που είμαστε; Μου εξηγεί ότι χτύπησα στα πόδια, και ότι είμαι στο νοσοκομείο. ‘’Τα άλλα θα τα πούμε αργότερα’’ .

Από τον θάλαμο στον τρίτο όροφο του νοσοκομείου όπου νοσηλεύτηκα τρεις μέρες, δεν θα ξεχάσω ποτέ τις φωνές και τους θρήνους που έρχονταν από το ισόγειο. Δεν θα σβηστεί ποτέ από το μυαλό μου η κραυγή της κάθε μάνας, του κάθε πατέρα του κάθε αδερφού: ΟΧΙΙΙΙ ΠΑΙΔΙΙΙΙ ΜΟΥ ΣΗΚΩ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ. Πολλές διαφορετικές κραυγές, συνήθως τα λόγια ήταν ίδια. ΞΥΠΝΑΑΑ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΚΕΡΔΙΣΑΤΕ ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΕΙΣ.

Εκείνο το μοιραίο απόγευμα της Κυριακής 8-2-1981 χάθηκαν συνολικά 21 νέοι άνθρωποι. 20 οπαδοί του Ολυμπιακού και ένας οπαδός της ΑΕΚ.

21 λουλουδάκια λείπουν από το στεφάνι. 21 αγκαλιές λιγότερες, 21 παιδιά βλέπουν από ψηλά τους αγώνες.

8 Φεβρουαρίου 2018: Η ημέρα του μνημοσύνου, η ημέρα της πιο μαύρης σελίδας στην ιστορία του Ολυμπιακού, και συνάμα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Φόρος τιμής στα θύματα τελώντας επιμνημόσυνη δέηση μπροστά από το μνημείο που έχει στηθεί έξω από το στάδιο Καραϊσκάκη. Τούτη την ημέρα δεν υπάρχουν αντιπαλότητες από καμία ομάδα. Μιας και εκπρόσωποι όλων των ομάδων βρίσκονται εκεί με ένα στεφάνι στα χέρια. Κάθε χρόνο βρίσκομαι εκεί μαζί με τον αδερφό μου, και όταν έρχεται η ώρα που τα ονόματα των νεκρών ακούγονται, σε κάθε όνομα φωνάζω ΠΑΡΩΝ.

Κάθε χρόνο εκείνη την στιγμή για λίγο νιώθω να βυθίζομαι, σαν να χάνονται οι ήχοι πάλι όπως τότε, ΞΑΝΑΖΩ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ. Δεν είμαστε πια οι πιτσιρικάδες που στάθηκαν τυχεροί και ξαναγύρισαν σώοι στα σπίτια τους και στην αγκαλιά της μάνας τους μετά την τραγωδία, αλλά την στιγμή που φωνάζουμε ‘’ΑΔΕΡΦΙΑ ΖΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙΤΕ’’ ξαναγινόμαστε νέοι. Γιατί όντως ζουν και καθώς κοιτάζω το μνημείο βλέπω νοητά 21 αγγελούδια να χαμογελούν από εκεί ψηλά. 21 αγγέλους που χάθηκαν στο άνθος της ηλικίας τους. ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook