Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Το «τακ τακ» της διαπερνούσε τον εγκέφαλο κι η μόνη λέξη που έλεγε στον εαυτό της ήταν “ανέπνεε!”. Εκείνος έκανε ακόμα ένα βήμα. Την πλησίαζε απειλητικά. Αν έκανε ένα ακόμη θα μπορούσε να μετρήσει δυνατά τους χτύπους της καρδιάς της.

Έτρεμαν τα χέρια της. Η αναπνοή της ήταν κόφτη και γρήγορη. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της απ’ τα δικά του. Βυθιζόταν και βυθιζόταν και βυθιζόταν… Μοναδική σανίδα σωτηρίας, η αυτοκυριαρχία της. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να βγει στην επιφάνεια. Το οξυγόνο μειωνόταν και το σκοτάδι την αγκάλιαζε με κτητικότητα.

Ο ήχος της κούπας που κροταλιζόταν απ’ το τρέμουλο στο αριστερό της χέρι, την επανάφερε στην πραγματικότητα. Εκείνη κολλημένη με την πλάτη στο ψυγείο κι εκείνος ακριβώς μπροστά της. Μοναδικό διαχωριστικό, το τρεμάμενο χέρι με την κόκκινη κούπα.

Προσπάθησε με αστραπιαίες κινήσεις να τον φωτογραφίσει. Ξέρει, πως είναι κάτι που δε θα γίνει ποτέ δικό της. Όταν κάτι ανήκει κάπου άλλου, δεν τ’ αγγίζουμε. Νόμος!

Πόσο θα ήθελε εκείνη την ώρα να παραβεί όλους τους νόμους του κόσμου. Γραπτούς κι άγραφους. Να σπάσει τα δεσμά της και να περάσει τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του. Να μεταφέρει το τρέμουλό της σε εκείνον. Η δικιά του ανάσα να είναι κόφτη και γρήγορη. Οι δικές του παλάμες να ιδρώνουν κι εκείνος να βαριανασαίνει στη σκέψη πως, έστω και μια στιγμή, θα κρατούσε στα χέρια του αυτό που τόσο καιρό λαχταρούσε. Αλλά όχι! Εκείνη η ευάλωτη, η αδύναμη, η τρωτή.

«Γιατί το κάνεις αυτό;»… Οι μόνες λέξεις που ψέλλισαν τα στεγνά της χείλη.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς! Τι κάνω;», είπε κι έκανε ένα ακόμα βήμα.
Τώρα μπορούσε να νιώσει την ανάσα του στο πρόσωπό της. Μπορούσε ν’ ακούσει την καρδιά του. Η ζεστασιά απ’ το κορμί του την τρόμαζε και ταυτόχρονα την έλκυε σαν μαγνήτης.
Στα μάτια της, το χάος.
Στα μάτια του, η σιγουριά.
Σήκωσε το χέρι του και έσπρωξε μια τούφα που καθόταν ανέμελη στο δεξί της ώμο. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Για μια στιγμή θόλωσε. Ήθελε να νιώσει αυτό το άγγιγμα στο γυμνό της δέρμα. Έγλυψε τα χείλη της! Το χαμόγελό του την έκανε ξανά να ριγήσει. Οι καμπύλες που σχηματίζει αυτό το χαμόγελο, την αφοπλίζουν. Θέλει να σηκώσει τον δείχτη της και να τις διαπεράσει καθώς σχηματίζονται.
«Γιατί το κάνεις αυτό;», ψιθύρισε. Εκείνος απλά την κοίταξε στα μάτια.
Τότε ήταν που άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Για πρώτη φορά, άφησε τις αχαλίνωτες σκέψεις της να ξεχυθούν σαν χείμαρρος μέχρι τα μύχια της ψυχής της. Όλα όσα ποθούσε ήταν μπροστά της.
Εκείνος. Τα μάτια του. Τα χέρια του. Τα χείλη του. Αυτά τα μάτια που ρουφούσαν καθετί αθώο από μέσα της. Αυτά τα χέρια που προορισμός τους είναι να μπλεχτούν στα μαλλιά της κι ύστερα να τραβήξουν απαλά το κεφάλι της προς τα πίσω ώστε να μείνει απροστάτευτος ο λαιμός της. Κι εκεί, σ’ αυτή τη μικρή επιφάνεια δέρματος ν’ ακουμπήσουν απαλά αυτά τα χείλη. Να νιώσει τον πόθο σε κάθε κύτταρο του κορμιού της κι ύστερα να τον κλείσει στην αγκαλιά της και να πάρει επιτέλους αυτό που της ανήκει.
«Για τις φλόγες το κάνω!». Αυτές οι λέξεις, η λύτρωσή της.
«Ποιες φλόγες;», αναρωτήθηκε εκείνη ανασυγκροτώντας τη χαμένη της κυριαρχία.
«Των ματιών σου!», απάντησε και παραμέρισε το χέρι με την κόκκινη κούπα.
Ο ήχος του σπασμένου γυαλιού στο πάτωμα δεν εμπόδισε την σπίθα. Έγινε πυρκαγιά και τους πήρε μαζί της. Τουλάχιστον ήξεραν πως αν καούν, θα καούν μαζί.


Ta Bizoudakia tis Attartis