Οι όμορφοι άνθρωποι όμορφα “καίγονται”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ανοίγοντας τα τεράστια γαλάζια μάτια της, αντίκρισε μια έκφραση θαυμασμού στα πρόσωπα όλων όσων βρισκόντουσαν μέσα στο οπτικό της πεδίο. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που εντυπώθηκε στον νεοσχηματισμένο αμφιβληστροειδή της. Ήταν όμως, ένα μόλις λίγων δευτερολέπτων πλάσμα, ένας κάτασπρος πίνακας, και δεν αντιλαμβανόταν την “αξία” αυτής της εικόνας. Μόρφασε έτσι αδιάφορα και έγειρε στον γυμνό κόρφο της μάνας της νυσταγμένα. Όσο όμως τα χρόνια περνούσαν και από νεογνό γινόταν σταδιακά παιδάκι, κατάλαβε πως πριν από οποιαδήποτε άλλη έκφραση, αυτή του θαυμασμού θα ζωγραφιζόταν πάντα πρώτη στα πρόσωπα των ανθρώπων τριγύρω της. Μεγάλωνε έτσι θεωρώντας τη δεδομένη.

Σύμφωνα με όλους ήταν ένα αψεγάδιαστο πλάσμα. Την παρομοίαζαν με άγγελο και ως παιδί αναρωτιόταν, γιατί άραγε; Αφού δεν είχε φτερά! Ακόμα όμως και όταν κατάλαβε γιατί, σιωπηλά μέσα της ευχόταν, να είχε φτερά και ας μην ήταν ο άγγελος κανενός. Γονείς, συγγενείς και δάσκαλοι της φερόντουσαν με μια επιείκεια που λίγο την τρόμαζε στην αρχή. Λες και έκρυβε μέσα της αυτή η ανοχή μια παγίδα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε ένα παιδί να καταλάβει, πως αυτός ο αχνός ψίθυρος του ακατέργαστου εγκεφάλου του, που μιλάει για παγίδες, όχι μόνο δεν λέει ψέματα, αλλά προσπαθεί να αποτρέψει το προδιαγεγραμμένο; Το ερμήνευσε έτσι ως απόρροια της φυσικής ομορφιάς της και ενστικτωδώς αρχικά, και πιο συνειδητά στην πορεία, έμαθε να το εκμεταλλεύεται. Ποιος δεν θα έκανε το ίδιο στη θέση της; Ένα κατάξανθο κοριτσάκι ήταν λοιπόν με τεράστια, γαλάζια, φωτεινά μάτια, αλαβάστρινο δέρμα, τέλειες αναλογίες σε κάθε εκατοστό του μικρού κορμιού του και απόλυτα σωστά δομημένο πρόσωπο. Πράγματα που η ίδια δεν ζήτησε ποτέ… Τα γονίδια στα ζάρια απλά είχαν φέρει εξάρες και είχε έρθει στη ζωή εκείνη.

Και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Από παιδί έγινε μια νεαρή έφηβη και πλέον της ήταν ξεκάθαρο, πως αυτό που μέχρι πρότινος έμοιαζε με καθαρή ευλογία, συνοδευόταν και από ένα τίμημα. Όσο τα αγόρια της ηλικίας της, μαγνητισμένα σαν μύγες και ζαλισμένα από τις ορμόνες, την περιτριγύριζαν με το γνωστό βλέμμα θαυμασμού, τόσο τα κορίτσια της ηλικίας της την κοιτούσαν είτε με καθαρή αντιπάθεια, είτε με προσποιητή συμπάθεια. Και ούτε ένας στο διάβα της να θέλει να διερευνήσει, τι βρίσκεται πίσω από το τέλειο αυτό κουφάρι. Θύμωσε με όλους τους τότε. Και με εκείνους που την αποθέωναν, και με εκείνους που την απέρριπταν, αλλά κυρίως με εκείνους που προσπαθούσαν να την πλησιάσουν για να λουστούν από το φως της και να ακτινοβολήσουν για λίγο και οι ίδιοι. Θα μπορούσε να είχε τραβηχτεί στην άκρη. Θα μπορούσε να είχε προσπαθήσει να κάνει το φως της λιγότερο θελκτικό. Θα μπορούσε… Ο θυμός της όμως ήταν πολύς και ήταν νέα, πολύ νέα. Επέλεξε έτσι να καίει με αλαζονεία ότι την πλησίαζε.

Για χρόνια, το αιθέριο αυτό πλάσμα, με εφαλτήριο και διαβατήριο την εικόνα του, πάτησε πάνω σε δεκάδες ανθρώπινες ψυχές. Ψυχές γοητευμένες, που ακόμα και τη στιγμή που εκείνη έχωνε το μυτερό τακούνι της στην καρδιά τους, δεν μπορούσαν να σταματήσουν να κοιτάζουν με θαυμασμό. Έφτασε έτσι λίγο πριν τα τριάντα, φορτωμένη με όλα τα στερεότυπα που συνήθως φορτώνουν τους όμορφους ανθρώπους. Με ορδές θαυμαστών, εραστών και ορκισμένων εχθρών να την ακολουθούν. Και ούτε έναν φίλο. Ούτε έναν άνθρωπο να μπορεί να ανοίξει την πονεμένη της ψυχή και να του δείξει με πόση μοναξιά πλήρωνε αυτό που εκείνοι θαύμαζαν, ζήλευαν και στο τέλος λοιδορούσαν.

Τυχαία τον συνάντησε. Και δεύτερη ματιά δεν θα του έριχνε, αν δεν της έκανε εντύπωση το εκθαμβωτικό Λαμπραντόρ Ριτρίβερ που στεκόταν δίπλα του. Ένα πανέμορφο πλάσμα που έδειχνε τόσο ευτυχισμένο. Το ζήλεψε εκείνο το σκυλί. Ζήλεψε την αρμονία της ψυχής του που συμπλήρωνε τόσο την ομορφιά του. Ζήλεψε που μόλις εκείνος το χάιδεψε γουργούρισε με γνήσια ικανοποίηση. Αυτό το τετράποδο προφανώς δεν υπέφερε μέσα στην τελειότητα του όπως εκείνη. Γιατί όμως; Και ύστερα πρόσεξε εκείνον. Και κατάλαβε γιατί. Αθόρυβα πλησίασε και κάθισε δίπλα τους. Και εκεί στο παγκάκι μπόρεσε να λύσει για πρώτη φορά τον εαυτό της. Μπόρεσε να ρίξει τις άμυνες της σιωπηλά. Ήθελε και εκείνη να είναι ευτυχισμένη. Ήθελε και εκείνη για μια φορά να μάθει αν θα την πλησίαζε ποτέ κανένας για το μέσα της. Ήθελε να πάψει επιτέλους να φοβάται τον χρόνο και τη φθορά που αργά ή γρήγορα θα της έπαιρναν το μόνο πράγμα που οι άλλοι ήθελαν.

Αυτός ο άντρας έγινε ο πρώτος αληθινός της φίλος, αυτός ο άνδρας που τα μάτια του δεν μπορούσαν να δουν αυτό που έβλεπαν όλοι οι άλλοι. Κι όσο του έδειχνε αργά-αργά το μέσα της κομπάζοντας άμαθη, τόσο εκείνος άλλαζε εκφράσεις. Πρώτη ήρθε η περιέργεια, στη συνέχεια ο δισταγμός, για να ακολουθήσει το ενδιαφέρον και να γίνει έπειτα από μήνες ένας ολόγιομος θαυμασμός. Και ήταν αυτός ο θαυμασμός στο απροσδιόριστο βλέμμα του, στο βλέμμα εκείνο που δεν κατέληγε σε εικόνα στον ινιακό λοβό του, στο εκ γενετής τυφλό του βλέμμα, ο μοναδικός θαυμασμός που τη γέμισε αγαλλίαση!

Μονάχη της άρπαξε τα χέρια του. Μονάχη της τα καθοδήγησε πάνω στο σώμα της, πάνω στο πρόσωπο της. Και όσο εκείνη γουργούριζε από γνήσια ικανοποίηση, όσο του χάριζε και το περιτύλιγμα της που τόσοι πόθησαν, αφού του ξεγύμνωσε πρώτα τη ψυχή της, αγνόησε πως τα δικά του χέρια δεν ήταν όπως όλων των άλλων τα χέρια. Εκείνου τα χέρια μπορούσαν να φτιάχνουν εικόνες.

Τρέχοντας έφυγε από κοντά της μόλις “είδε” το έξω της. Τον τρόμαξε η τελειότητα του. Ένας άνθρωπος που δεν γνώρισε ποτέ την αρτιότητα , που δεν είχε καν επιλογή να τη διεκδικήσει, απλά δεν την άντεξε.

Με καυστικό οξύ “έκαψε” απελπισμένη την ομορφιά της, ένα απόβραδο λίγες μέρες μετά τη φυγή του. Την ομορφιά που της είχε πάρει, μακριά και βίαια, το μοναδικό πράγμα που είχε κερδίσει με την αξία της. Και όσο η μορφίνη έσταζε ενδοφλέβια μέσα στο πονεμένο και σακατεμένο, αλλοτινά τέλειο κουφάρι της, δύο μεγάλα φτερά φύτρωσαν στην πλάτη της και πέταξε ελεύθερη επιτέλους πίσω στον δημιουργό της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook