Οικογενειακές διακοπές (Kathmandu Edition)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το καλό, όταν μένεις σε μια χώρα που το αεροδρόμιό της αποτελεί κόμβο μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, είναι οι απευθείας πτήσεις για όλο τον κόσμο! Έτσι, αν μπορέσεις να κανονίσεις το υπόλοιπο ταξίδι μόνος σου, σου βγαίνει η πενθήμερη εκδρομή στο κόστος ενός Σ/Κ σε ελληνικό νησί!
Κάπως έτσι, αποφασίσαμε οικογενειακώς με τον τρίχρονο (τότε) γιο μας, να ανεβούμε στο Νεπάλ. Ωραίααα! τέλειααα! Χαλαρά!
Κλείνουμε αεροπορικά εισιτήρια. (λαλαλα) Τσεκ!
Κλείνω ξενοδοχείο. Θα περάσουμε τέλειαααα! Τσεκ!
Εμβόλια ηπατίτιδας Α. Τα έχουμε κάνει! Τσεκ!
Αντισηπτικά, αντιπυρετικά, αντιβακτηριδιακά, αντι-πάντων, αντι- ζώντων και αντι-νεκρών. Τσεκ!
Συνάλλαγμα : Καλύτερα λέει να κάνεις στο Νεπάλ. Παραχώνουμε ευρώ και δολάρια στην τσάντα. Τι θα πάει στραβά;! Το λες και «τσεκ»!
Μένει να κανονίσουμε τη μεταφορά από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο. 7000 e-mails στο ξενοδοχείο με το complimentary airport service. Δεν απάντησαν βέβαια ούτε σε ένα. Αλλά η πίεση 8-12, νορμάλ. Δεν μασάς! Πετάς αγάπη μου! Παίρνεις και 2-3 τηλέφωνα. Απαντούν στα τηλέφωνα. “Ok, sir!” θα τσεκάρουν και το e-mail, σου λένε. ΤΣΕΚ!
Έρχεται η μέρα και καβαλάμε την απογευματινή πτήση για Κατμαντού με ένα τρίχρονο σε οίστρο! Σε 4 ώρες πτήσης, έχω ανεβάσει από τα «Στρουμφ Πάνε Εκδρομή» σε μιούζικαλ ( Στίχοι – μουσική δικά μου, σκηνικά – κοστούμια των επιβατών της οικονομικής θέσης 15Α – 15C ), μέχρι «Η Τούρτα Γενεθλίων που Εξερράγη», εξαιρετική κωμωδία για τρίχρονα! Πάνω από το Δελχί κι ενώ η πίεση έχει πάει 16 η μεγάλη, ετοιμάζομαι να κλείσω ρεπερτόριο με «Μήδεια Εν Πτήσει», γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ, αλλά νυστάζει το τρίχρονο παραδόξως και αποφεύγουμε την τραγωδία οριακά!
Προσγειωνόμαστε στις 11.00 μμ, σε ένα -το λες κι- αεροδρόμιο. Ψιλοάδειο, ψιλό(χοντρό)εγκαταλελειμένο. Αλλά οκ! Αυτό το κομμάτι του κόσμου ήρθες να δεις.
Πάμε για βίζα. Άδεια γκισέ. Οι ντόπιοι έχουν εξαφανιστεί και οι ξένοι είμαστε μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το παιδί κοιμάται στην αγκαλιά μου. Σκέφτομαι πόσο μακριά να είναι το ξενοδοχείο και αν θα μας πάρει πάνω από 15 λεπτά να οριζοντιώσουμε το κορμί μας! Να πάρουμε επίσης, αύριο να ενημερώσουμε παππουδογιαγιάδες στην Ελλάδα για το που βρισκόμαστε. Δεν το είπαμε από πριν, για να μην έχουν το νου τους που ταξιδεύουμε. Ποιος ο λόγος;
Βουτούν οι υπάλληλοι τα διαβατήρια, δίνουν έντυπα, παίρνουν έντυπα. Άλλα γκισέ για ενηλίκους, άλλα για το παιδί. Αγγλικά παίζουν δεν παίζουν. «Μάνεϋ», λένε. Σκάμε τα δολάρια. Φωτογραφίες… Και τερματίζουμε στα 5 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα με το αυτοκόλλητο στα διαβατήρια. Σούπερ! Υπάρχει μια πόρτα που οδηγεί στους ιμάντες με τις αποσκευές. Τρέχουμε με το έτερο ήμισυ να δούμε όλο αγωνία σε ποιον ιμάντα θα βγουν οι βαλίτσες μας και το καρότσι του παιδιού!! Γιατί είχαν πιαστεί και τα χέρια μας να τον κρατάμε αγκαλιά.
Στρίβουμε, που λέτε, και βλέπουμε μια «κατασκευή» να παριστάνει τον ιμάντα αποσκευών, να πάει κολλητά στον τοίχο – προφανώς στηριζόταν και λίγο εκεί – και να τρέχει όλο αυτό το «φίδι» κατά μήκος της αίθουσας μέχρι το τέλος της. Πάνω κυλούσαν βαλίτσες, κούτες, κουβέρτες, εξοπλισμός ορειβασίας, καρότσια, κότες, γιακ, προβατίνες, τα πεθερικά του 15C (να ‘ναι καλά ο άνθρωπος για το σαπόρτ στα στρουμφ!) και ένα μηχανάκι ξαπλωμένο. Περιμένουμε να βγουν οι βαλίτσες μας.
Περιμένουμε… Περιμένουμε… Περιμένουμε… Και κάποια στιγμή ο ιμάντας σταματά! Ο κόσμος ακόμα σε αναμονή. Άλλοι πήραν κάποιες αποσκευές, λίγοι έφυγαν και οι περισσότεροι ακόμα ψάχνουν. Ξανασκανάρουμε τον ακίνητο ιμάντα και δεν βλέπουμε τίποτα. Σκεφτόμαστε μήπως έχουν ήδη βγει και είναι στην επόμενη αίθουσα. Μπαίνουμε στην επόμενη, όπου βρίσκουμε καμιά 50αριά ανθρώπους πάνω από κάτι μπάζα να ψάχνουν! Αντιλαμβάνομαι ότι εκτός από οικοδομικά υλικά, ενδιάμεσα έχει και βαλίτσες! Μπαίνω στα μπάζα και ψάχνω
Βρίσκω το καρότσι. Το ανοίγω ξαπλώνω το παιδί και ο μπαμπάς του ψάχνει τις δύο αποσκευές μας, οπουδήποτε στις αίθουσες αλλά και στα χέρια όσων έφευγαν. Άφαντες.
Βλέπουμε κόσμο να μαζεύεται σε ένα γκισέ, φωνάζουν, γράφουν χαρτιά…. Πάμε κι εμείς και ρωτούμε τι θα γίνει με τις εναπομείνασες βαλίτσες.
Αύριο. Συμπληρώστε εδώ ότι σας χρωστάμε δύο βαλίτσες.
Γιατί; Χάθηκαν;;
Όχι, βέβαια! Σας παρακαλώ! Για ποιους μας περάσατε! Στο αεροπλάνο είναι!
Στα χέρια μας γιατί δεν είναι, είναι το ζήτημα.
Γιατί σχόλασε η βάρδια!
Το οποίο σημαίνει;
Θα έρθετε αύριο που θα πιάσουν πάλι δουλειά. Σήμερα έχουμε festival!!
Τι ώρα το πρωί πιάνουν δουλειά;
Μισό λεπτό… Εσείς είστε στη 1.00 μμ!
Το μεσημέρι;
Το μεσημέρι!
Γιατί; Το πρωί δεν ανοίγετε;
Σας παρακαλώ! Φυσικά κι ανοίγουμε! Είμαστε διεθνές αεροδρόμιο!
Γιατί να μην έρθω στις 8.00 πμ, που με βολεύει;
Γιατί το πρωί θα πάρουν τις βαλίτσες τους αυτοί που προσγειώθηκαν σήμερα το μεσημέρι. Πιάνει δουλειά εκείνη η βάρδια. Η δική σας βάρδια πιάνει δουλειά στη 1.00 μμ.
Σοκ και δέος! Το ζήσαμε κι αυτό. Με την χειραποσκευή, το καρότσι και το παιδί βγαίνουμε να βρούμε το αυτοκίνητο του ξενοδοχείου, να πάμε να ρημαδοξαπλώσουμε! Ευτυχώς που : α. Προλάβαμε και κατεβήκαμε εμείς, πριν σχολάσει η βάρδια και δεν μείναμε στο αεροπλάνο, β. Ως Ελληνίδα μάνα τα ρούχα του παιδιού και το γάλα που είχα στη χειραποσκευή, με έβγαζαν άνετα μέχρι την άλλη μέρα μιας και κουβαλούσα 2-3 εσώρουχα του μικρού, 2-3 φόρμες, κάτι εφεδρικές πυτζάμες, κάτι ζακετούλες, κάτι κάλτσες, μια μαξιλαροθήκη καλού κακού…. Αν ήμουν Σουηδέζα, το παιδί μου δεν θα είχε βρακί να αλλάξει! Να τα λέμε κι αυτά!
Βγαίνουμε στο πάρκινγκ και ψάχνουμε Νεπαλέζο με πινακιδούλα “Moonlight Hotel”, αλλά φευ! Άσωτοι ταξιτζήδες, τουκ τουκ, βανάκια άλλων ξενοδοχείων… Ο δικός μας άνθρωπος, πουθενά! Πάνω κάτω το πάρκινγκ. Κανείς! Περιμένουμε. Περιμένουμε. Κανείς. Έχουν φύγει όλοι, έχουμε μείνει εμείς κι οι ταξιτζήδες. Το παιδί κοιμάται και δεν υπάρχουν άλλες αντοχές, παρά να πάρουμε τηλέφωνο στο ξενοδοχείο να βριστούμε και στείλουν το μπιπ βανάκι τους, γιατί είμαστε τόσο μπιπ που δεν μπορούμε ούτε να μπιπ με τη ρεσεψιόν, αν και είμαστε οριακά να μπιπ με τους ταξιτζήδες που μας έχουν πάρει από πίσω. Βγάζω το κινητάκι μου, αυτό το κινητάκι που ποτέ δεν με πρόδωσε, να πάρω τηλέφωνο στο ξενοδοχείο να τσακιστούν να μας στείλουν κάποιον. Αυτό το κινητάκι με το αυτόματο roaming για όσο δυτικά ή ανατολικά ταξίδευα μέχρι τότε. Αλλά όχι για τόσο ανατολικά, όπως αποδείχτηκε!
Το roaming αρνείται να ανέβει στο Νεπάλ και κάτι πρέπει να μας λέει αυτό! 20αρίζει η πίεση η μεγάλη, αλλά σκεφτόμαστε ότι όλα αυτά είναι μέρος της εμπειρίας, το παιδί είναι καλά. Ας πάρουμε ένα ταξί να τελειώνουμε!
Ξεκινούμε να μπούμε στο κτίριο του αεροδρομίου, να κάνουμε συνάλλαγμα, να πάρουμε το ταξί που λέγαμε και να πάμε να ρημαδοκοιμηθούμε! ΧΑ!
Τρία βήματα, πριν μπούμε στο κτίριο, ξαφνικά σβήνουν τα φώτα του κι αρχίζουν να κατεβαίνουν τα ρολά! Πριν μπούμε!! Ποιο συνάλλαγμα;; Ποιος Θανάσης!!
Πίσω μας το σκοτεινό κτίριο, γύρω μας το σκοτεινό πάρκινγκ, μπροστά μας το σκοτεινό ποτάμι που χωρίζει το Κατμαντού από το αεροδρόμιο και στο βάθος το σκοτεινό Κατμαντού, διότι το βράδυ η ηλεκτροδότηση της πόλης σταματά και μόνο όσα κτίρια έχουν γεννήτριες συνεχίζουν να έχουν ρεύμα. Στους δρόμους κυκλοφορούσαμε – όπως είδαμε τις επόμενες μέρες – με φακούς! Τον δικό μας τον κρατούσε το τρίχρονο και έσπαγε πλάκα!
Δεν έχουμε βαλίτσες, το ξενοδοχείο δεν έχει στείλει κανέναν να μας πάρει, δεν έχουμε τηλέφωνο, δεν έχουμε νεπαλέζικα χρήματα και όλα είναι ήδη σκοτεινά. Θυμήθηκα ότι δεν ξέρει κανείς στην Ελλάδα που είμαστε… Πόση ρομαντζάδα πια!!!
Μας πλησιάζει ένας ταξιτζής και φυσικά ορκίζεται να μας πάει όπου θέλουμε και να πληρωθεί σε ευρώ ή δολάρια ή οτιδήποτε. Φυσικά!! Θα μας έκλεβε στα ρέστα;; Φυσικά! Δεν ήταν όμως αυτό το θέμα μας… Το θέμα μας είναι αν θα μας πήγαινε όντως στο ξενοδοχείο ή θα μας περίμεναν τα φιλαράκια του στο ποτάμι 10 μέτρα πιο πέρα;
Ζήτησα τη συσκευή του και τηλεφώνησα στο ξενοδοχείο. Τους είπα ότι ερχόμαστε με έναν ταξιτζή. Πήγα σε έναν αστυνομικό που έκοβε βόλτες έξω από το αεροδρόμιο και του έδειξα τον ταξιτζή. Τον ρώτησα αν τον ξέρει, γιατί θα μας πάει στο ξενοδοχείο. Γελούσε και μου είπε ότι είναι εκεί κάθε μέρα, τον ξέρει! Γελούσε κι ο ταξιτζής. Αυτοί οι ξένοι όλο και πιο τσιτωμένοι τους έρχονται, θα σκέφτηκαν!
Μπήκαμε και αν δεν ήταν ο άντρας μου μαζί, σας το λέω, εκεί θα ξημερωνόμουν, στο πάρκινγκ!! Μας πήγε μέσα σε ένα κατασκότεινο Κατμαντού, μέσα από χωματόδρομους σε μια πόλη των αρχών του αιώνα. Μπήκαμε μαζί στο ξενοδοχείο και το μόνο που είπαμε στη ρεσεψιόν είναι να τον πληρώσουν εκείνοι. Ατάραχοι τον πλήρωσαν…
Μας έδωσαν δωμάτιο στον τρίτο όροφο. Φυσικά χωρίς ασανσέρ. Παρακαλέσαμε για ένα δωμάτιο στον πρώτο, γιατί είχαμε καρότσι, μωρό στην αγκαλιά, προσεχώς και βαλίτσες. Μας είπαν ότι τα δωμάτια του πρώτου, δεν είναι για ξένους. Καλύτερα να πάρουμε αυτά του τρίτου.
Σκεφτήκαμε ότι εδώ κάπου τελείωσε η υπέροχη άφιξή μας και δεν προβλέπεται κάτι ακόμα να στραβώσει.
Με το μωρό αγκαλιά εγώ και με το καρότσι ο άντρας μου, ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε τις σκάλες….
Αλλά… ΧΑ!
Κάπου στο πρώτο πάτωμα, αρχίσαμε να γελάμε δυνατά, τόσο που έκατσα σε έναν καναπέ για να μη μου πέσει το παιδί.
Υπήρχε μια ξεθωριασμένη πινακίδα στον τοίχο, που έγραφε «Ημιόροφος» και δεν υπολογιζόταν στο μέτρημα!
Το δωμάτιο ήταν στην πραγματικότητα στον τέταρτο. Καλώς ορίσαμε στο Νεπάλ!

 

Κ.Λ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook