Οικογενειακό τραπέζι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σαν Έλληνας/Ελληνίδα είμαι σίγουρη ότι κατανοείς πλήρως το τι σημαίνει ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ. Ανάλογα με την ηλικία όμως, το βιώνεις εντελώς διαφορετικά. Σαν παιδάκι βαριέσαι αφόρητα και ζητάς ανταλλάγματα για να αντέξεις τα τσιμπήματα στα μάγουλα και τα ρουφηχτά φιλιά από τη θεια Μαρία «που έχει να σε δει τόσο καιρό και πώς μεγάλωσες βρε παιδάκι μου, πωπωπω ίδια η μάνα σου έγινες»- εκτός εάν υπάρχουν ξαδέρφια συνομήλικα, οπότε το πράγμα αλλάζει. Θα ανεχτείς τα χαϊδολογήματα του σογιού αλλά θα παίξεις στον κήπο της γιαγιάς με το Γιώργο, τη Βάσω και τη Γιώτα, θα γεμίσετε χώματα και η μάνα θα φωνάζει «μη βρε Ελεαννάκι, με τα καλά σου ρούχα!» και στο τέλος θα φύγεις με στομάχι και καρδιά χορτάτα.

Στην εφηβεία, η κατάσταση είναι πάνω-κάτω η ίδια, αλλά τώρα οι ερωτήσεις γίνονται πιο έντονες και η συζήτηση φουντώνει:
με ποιον μιλούσες στο τηλέφωνο; Αίσθημα, αίσθημα; Αααχ (βαθύς αναστεναγμός πριν το επόμενο κεφτεδάκι), να ‘ταν τα νιάτα δυο φορές…
–<Είσαι φοιτήτρια και τώρα το τραπέζι γίνεται προς τιμήν σου, γιατί οι γονείς θέλουν να ανακοινώσουν στο υπόλοιπο αγαπημένο τρελόσογο ότι πλησιάζει η ορκωμοσία σου, εσύ πεινάς και νυστάζεις, αλλά ΟΚ θα είναι και τα ξαδέρφια, έχεις να τα δεις χρόνια, σκορπίσατε με τις σπουδές και τα έχεις πεθυμήσει. Και έρχονται οι θειάδες με τα ταψιά –στο σπίτι μου, δεν ξέρω στο δικό σας, τα φαγητά δεν ήταν ΠΟΤΕ αρκετά: -Λένα, τι θα φτιάξεις;
εεεε, κοτόπουλο γεμιστό με κιμά, αρνάκι γκιούλμπασι και χοιρινό κότσι και καμιά πίτα
-καλά, καλά θα φέρω κι εγώ εκείνη τη φοβερή πίτα που έλεγε τις προάλλες η Βέφα στην Ελένη, λουκούμι σου λέω γίνεται, θα γλείφεις και τα δάχτυλα σου!

Και τώρα στα 34 μου, είμαι εγώ η οικοδέσποινα. Αποφασίζω –ηρωικά, ομολογουμένως- να μαζέψω τους συγγενείς με αφορμή την ονομαστική εορτή του συζύγου. (Κάτι που ήθελα έτσι και αλλιώς χρόνια, αλλά συνέχεια ανέβαλλα.)
Και διαπιστώνω η ανεπρόκοπη νοικοκυρά ότι δεν έχω ούτε ένα σωστό σετ πιατικών. Και ποτηριών. Και το τραπεζομάντιλο δε φθάνει όταν ανοίγω το ωραίο μου τραπέζι που είχε φτιάξει ο ίδιος ο μπαμπάς μου. (Δυο έχω όλα κι όλα, ποιος πλένει και σιδερώνει τραπεζομάντιλα στις μέρες μας;) Το κουκουβαγιόπαιδο, η κοράκλα μου, έχει τυλιχτεί στο ένα μου πόδι, τη στιγμή που σχεδόν κλαμένη, καλώ την άμεση δράση:
-ΜΑΝΑ ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Και καταφθάνει η θεά με μαλλί χτενισμένο στην τρίχα και τρία ταψιά με κρεατικά ποικίλως μαγειρεμένα, με ένα χαμόγελο να την φωτίζει ακόμα περισσότερο την ξανθούλα μου, και μια ηρεμία τύπου βουδιστή μοναχού που πριν λίγο άνοιξε τα τσάκρα του. Ως δια μαγείας, το τραπέζι στρώνεται, το σόι καταφθάνει και το δικό μου σπίτι γεμίζει αυτή τη φορά φωνές, γέλια και ξεφωνητά. Τα ξαδέρφια μου μεγάλωσαν και έγιναν και αυτά γονείς- με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ τα πιτσιρίκια μας να κυνηγιούνται και να παίζουν, όπως εμείς κάποτε. Και κανείς δεν παρατηρεί τα ανόμοια πιάτα, τα αταίριαστα ποτήρια, το ασύμμετρο τραπεζομάντιλο. Η θεία Κατερίνα μας λέει ιστορίες από την Κρήτη, η θεία Μαρία γκρινιάζει πάλι για το λίγο αλάτι στο φαγητό, οι άντρες συζητούν για τους νέους φόρους και την πορεία μιας ομάδας στην Ευρώπη.

Καταλαβαίνω πως μεγάλωσα γιατί τώρα πια μετράω τις απουσίες. Μίκρυνε η ομήγυρη, η χαρά όμως όχι. Γιατί αυτούς τους τρελιάρηδες, φωνακλάδες, ημίτρελους εγώ τους έχω μέσα στην καρδιά μου. Και πώς θα μπορούσα άλλωστε να κάνω αλλιώς;
Ήταν εκεί στα δύσκολα, ήταν εκεί στα εύκολα, είναι και θα είναι. Δεν ξέρω εάν είμαστε σαν την οικογένεια της Βαρντάλος στο «My big fat greek wedding», αλλά μια γκλαμουριά ανέκαθεν την σέρναμε (πλέον, οφείλεται αποκλειστικά στην ξαδέρφη Μαριλένα, σωστό fashion icon). Εάν έμαθα ένα πράγμα όλα τούτα τα χρόνια, που απορούσα με το κουράγιο της μάνας μου στα τόσα τραπεζώματα είναι το εξής:
Η αγάπη βράζει, φουσκώνει, δυναμώνει μα δε χύνεται, μοιράζεται, πολλαπλασιάζεται και πάλι από την αρχή.

Επιδόρπιο κανείς;

 

Ελεάννα Φίλιου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook