Οκτώ ημέρες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η μεγάλη, πράσινη καγκελόπορτα σύρεται αργά κι ένας αποκρουστικός ήχος γρατσουνίσματος, μια σιδερένια κραυγή, διαπερνά την τσιμεντένια είσοδο. Το αυτοκίνητο προσπερνά νωχελικά την πύλη και μια θάλασσα από θύμησες πλημμυρίζει ξαφνικά το μυαλό. “Γιατί ήρθαμε πάλι εδώ; Όχι, όχι εδώ! Δεν θέλω εδώ! Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ!” Τα ποτάμια στα μάτια του και τα αναφιλητά που μοιάζουν με μικρού παιδιού, λυγίζουν τον Ιάσονα. Στρέφει το βλέμμα του προς την πλευρά του παραθύρου, για να μην φανερώσει την ταραχή του. Καταπίνει γρήγορα τον λυγμό που στάθηκε στον λαιμό του και γυρίζει το κεφάλι προς τον Παύλο. “Δεν σου εξήγησα, πριν; Ήρθαμε μόνο για λίγο, να πούμε ένα <<γεια>> στην Έλλη και τη Μαρίνα. Και θα φύγουμε αμέσως”. “Μόνο για λίγο, εντάξει; Μου το υπόσχεσαι;” Το αυτοκίνητο σταματά στη μεγάλη αλάνα. Οι δυο επιβάτες κατεβαίνουν. Ο Ιάσονας πιάνει τον Παύλο από το χέρι, του χαμογελά και του απαντά: “στο υπόσχομαι! Σου είπα ποτέ ψέματα εγώ;” Περπατούν προς την είσοδο του κτιρίου. Δες πως αλλάζουν τα δεδομένα! Μια ζωή ο Παύλος υπήρξε ο μεγαλύτερος, ο “προστάτης”, ο δυνατός. Εκείνος που πάντα έβγαινε μπροστά, για να προστατεύσει τον μικρότερο αδερφό. Όταν ήταν παιδάκια, τον έπαιρνε από το χέρι και πήγαιναν βόλτα, ήταν υπό την πλήρη εποπτεία του. Και τώρα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, τα χέρια άλλαξαν σειρά, οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Κι ο καθοδηγητής, έγινε καθοδηγούμενος.

Η Έλλη τους υποδέχθηκε με τη ζεστή και καλοσυνάτη φωνή της. “Βρε, καλώς τα παιδιά!” αναφώνησε, καθώς πέρασαν τον μεγάλο διάδρομο του πρώτου ορόφου. Από τα μικράτα τους γνωρίζονται, μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, ο ένας μέσα στο σπίτι του άλλου ξεπετάχτηκε, πήγαν στο ίδιο σχολείο. Σαν οικογένειά τους τη νιώθουν, σαν δικό τους άνθρωπο. Τους πέρασε στο γραφείο της και τους βόλεψε στις αναπαυτικές μπλε πολυθρόνες. “Τι γίνεται, αστέρι μου; Πως είσαι σήμερα;” Ο Παύλος αρκείται σε ένα συγκαταβατικό βλέμμα. “Κοίτα τι σου έχω, ξέρω πόσο σου αρέσει!” Από το μικρό ψυγείο βγάζει ένα μπουκάλι χυμό ροδάκινου και βάζει σε δυο πλαστικά ποτηράκια. “Έλα, για σένα το έφερα!” λέει, ενώ προσφέρει το έδεσμα στον παιδικό της φίλο. Οι δυο καλεσμένοι ξεκινούν δειλά να συνομιλούν με την οικοδέσποινα, όταν ανοίγει απαλά η πόρτα. Μια γνώριμη φιγούρα εμφανίζεται. “Καλημέρα παιδιά μου, τι μου κάνετε;” Η Μαρίνα μπαίνει στο γραφείο με τη γνώριμη ανάλαφρη σιλουέτα της και χαιρετά τους επισκέπτες. Ο Παύλος την αγνοεί επιδεικτικά, το βλέμμα του είναι εδώ και λίγα δευτερόλεπτα καρφωμένο στο απέναντι δωμάτιο, που διακρίνεται από την ανοιχτή πόρτα. Τα αναφιλητά επιστρέφουν αυτόματα, αυτήν τη φορά πιο ορμητικά από πριν. Ένας βίαιος αλαλαγμός σκίζει τα χείλη του. “Όχι, όχι εδώ, πάρτε με από ‘δω…”

Εικόνες ασύνδετες διαπερνούν το κεφάλι του. Δεν μπορεί να ανακαλέσει με ακρίβεια τα γεγονότα, έχει απωθήσει συγκεκριμένα στιγμιότυπα στο ασυνείδητο. Σκηνές ανακατεμένες περνούν μπροστά από τα μάτια του. Ένα πρωινό στη δουλειά, ένταση, άγχος, πίεση. Και μετά, σπασμένα γυαλιά, αναποδογυρισμένα αντικείμενα και σκισμένα ρούχα, γρατσουνιές κι αίμα στα χέρια και το πρόσωπό του. Ένα αγρίμι κρυμμένο καλά είχε βγει στην επιφάνεια, ένα θεριό που δεν μπορούσε να τιθασεύσει. Κενό… Ύστερα, θυμάται τον Ιάσονα να τρέχει στο πλάι του, κρατώντας του το χέρι, και την Έλλη να μπαίνει ξαφνικά στην αίθουσα. Πως είχε βρεθεί εκεί; Δεν την αναγνωρίζει, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει κανέναν. Το αγρίμι είχε επιστρέψει πιο οργισμένο, πιο αδυσώπητο από ποτέ. Βρυχηθμοί και άναρθρες κραυγές. Απόγνωση! Η φωνή της Έλλης εξαγριώνει περισσότερο το θηρίο. Στο δωμάτιο μπαίνει μια άγνωστη ψηλή γυναίκα, μαζί με δυο άντρες ντυμένους στα λευκά. Ένας ανεπαίσθητος πόνος στο χέρι του, και μετά σιωπή… Λευκό, παντού λευκό! Πάνω του, γύρω του, δίπλα του, όλα άσπρα. Μια λευκή στρατιά να πολιορκεί τον μαύρο εχθρό, που είχε βρει καταφύγιο μέσα του. Οκτώ ημέρες. Τόσο κράτησε η πολιορκία. Οκτώ μερόνυχτα στο μικρό δωματιάκι, με τον ίδιο να είναι μισός. Μισά χέρια, μισά πόδια, μισή ψυχή. Στο μυαλό εκτυλίσσονται παιχνίδια περίεργα, οι σκέψεις χορεύουν προκλητικά, παραπαίουν ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Οκτώ ημέρες μόνος, απελπιστικά μόνος. Με μοναδική συντροφιά την ανθισμένη πορτοκαλιά, έξω από το παράθυρο. Πόσο ήθελε να την αγγίξει, να μυρίσει τους καρπούς της! Μα, δεν τον άφηναν αυτά τα διαολεμένα τα σίδερα! Κι έμεινε να την κοιτά από μακριά και να τη λαχταρά. Οκτώ ημέρες….

Η Μαρίνα φέρνει το πρόσωπό της κοντά στο δικό του και τον ακουμπά απαλά στον ώμο. “Παύλο μου, μ’ ακούς;” “Όχι εκεί, δεν θέλω πάλι εκεί!!!” ψελλίζει με φωνή καταβεβλημένη, ανακατεμένη με δάκρυα. “Όχι, καλέ μου, μην ανησυχείς! Δεν θα ξαναπάμε εκεί. Εδώ θα κάτσουμε, να πιούμε τον χυμό ροδάκινου”. Η πόρτα του γραφείου κλείνει και το δωματιάκι με την ανθισμένη πορτοκαλιά χάνεται από μπροστά του.

Το φλιτζανάκι με τον αχνιστό ελληνικό καφέ και το πιατάκι με τα κουλουράκια πορτοκαλιού είναι πάνω στο τραπέζι της βεράντας. Ζεστό πρωινό ξημέρωσε. Ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και το τελευταίο για φέτος, το φθινόπωρο φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του κι ο χειμώνας δείχνει να ετοιμάζεται για το δικό του ρεσιτάλ. Κάθεται στην ξύλινη πολυθρόνα κι ανάβει τσιγάρο. Κοιτάζει τον ορίζοντα. Ο ήλιος λάμπει πιο δυνατά σήμερα, σαν να θέλει να γιορτάσει μαζί του, να τον επιβραβεύσει για την πρόοδό του. Σημαντική μέρα αυτή! Η πρώτη μετά από έξι μήνες, που την υποδέχεται μόνος του. Όλον αυτόν τον καιρό ο Ιάσονας δεν έλειψε ούτε στιγμή από δίπλα του. Ακοίμητος φρουρός και φύλακας – άγγελος, δεν τον άφησε μόνο του ούτε λεπτό. Είχε φτάσει όμως η ώρα να κάνει το επόμενο βήμα, να σταθεί ξανά στα δικά του πόδια. Έτσι ένιωθε ο ίδιος. Έτσι είχε πει και η Μαρίνα, στην τελευταία τους συνάντηση, πριν από λίγες ημέρες. Δεν τον ενοχλεί πλέον να πηγαίνει στο γραφείο της Μαρίνας, δεν τον τρομάζει που περνά έξω από το δωμάτιο με την πορτοκαλιά. Αντιλαμβάνεται τώρα την πραγματικότητα σε όλες τις διαστάσεις της και γνωρίζει ότι έχει πολύ δρόμο μπροστά του, χρειάζεται ακόμα πολλή δουλειά. Θέλει να προσπαθήσει, έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να νικήσει τον μαύρο εχθρό, τον έχει σχεδόν αφοπλίσει. Ακούει την κεντρική πόρτα της πολυκατοικίας να ανοίγει. Τεντώνεται από το μπαλκόνι και αντικρίζει την Έλλη να ετοιμάζεται να μπει στο αυτοκίνητο. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Τον χαιρετά, στέλνοντάς του ένα φιλί. Ο Παύλος της χαμογελά και της νεύει με το χέρι. Μια καινούργια μέρα έχει έρθει, για όλους.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook