Οκτώ Ξίφος πάνω σε Τέσσερα Κύπελλο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο κόσμος περιμένει καρτερικά τη σειρά του, στη σάλα του υποκαταστήματος. Ώρα αιχμής, το χαρτάκι από το μηχάνημα προτεραιότητας δείχνει μέσο όρο αναμονής πενήντα λεπτά. Ο Θωμάς ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στο πλήθος που κάθεται απέναντί του. Μια γνώριμη φιγούρα αιχμαλωτίζει το βλέμμα του και το αναγκάζει να επιστρέψει, για να επιβεβαιώσει την αρχική σάρωση. Σαστίζει. Τα χέρια του, παγώνουν. Είχε φτάσει λοιπόν η ώρα. Θέμα χρόνου ήταν να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο, δεν ζούσαν δα και σε καμιά μεγαλούπολη. Κι άλλες φορές είχε τύχει να τη δει στον δρόμο, από μακριά, ακόμα και να βρεθούν στον ίδιο δημόσιο χώρο, πάντα όμως εξ’ αποστάσεως. Πάνε δυο χρόνια και κάτι πια, που τέλειωσε η ιστορία τους. Έκτοτε προσπαθούσε να την αποφύγει συστηματικά. Τώρα βρίσκονταν πιο κοντά από ποτέ. Λουφάζει πίσω από το γκισέ κι εύχεται να είναι η συνάδελφός του από το διπλανό ταμείο, αυτή που θα την εξυπηρετήσει. Η οθόνη προτεραιότητας δείχνει τον αριθμό 44. Και το απευκταίο, γίνεται αναπόφευκτο. Η Ράνια σηκώνεται από το κάθισμά της και κατευθύνεται προς το μέρος του. Με αργό, σχεδόν διστακτικό βάδισμα, φτάνει μπροστά του. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Μεσολαβεί μια αμήχανη σιωπή λίγων δευτερολέπτων. Σίγουρα και οι δύο σκέφτονται το ίδιο, αναρωτιούνται πως να διαχειριστούν το άβολο της περίστασης. Είναι εκείνη που σπάει πρώτη την ομερτά. “Καλημέρα, μια ανάληψη τεσσάρων χιλιάδων ευρώ θα ήθελα….” του ψελλίζει, ακουμπώντας το βιβλιάριο πάνω στον μαρμάρινο πάγκο.

Τέσσερα! Όλη τους η κοινή πορεία είχε περιστραφεί γύρω από το τέσσερα. Λες κι ο αριθμός αυτός τους είχε στιγματίσει, σαν να είχε οριστεί για να τους ακολουθήσει σε κάθε βήμα. Τον τέταρτο ημερολογιακό μήνα κάποιου έτους είχαν γνωριστεί, τέσσερα χρόνια πέρασαν μαζί, ένα χάρτινο “τέσσερα” είχε σημάνει το τέλος τους… Ακόμα και τώρα, δυο κολλητά τεσσάρια την οδήγησαν μπροστά του, για να ζητήσει ακόμα ένα “τέσσερα”, από τον λογαριασμό της. Ο Θωμάς την παρατηρεί διακριτικά, καθώς ξεκινά τη διαδικασία της ανάληψης. Το πρόσωπό της διατηρεί τη φρεσκάδα και την ανεμελιά, αυτές που κι ο ίδιος είχε γνωρίσει κι ερωτευτεί. Η στάση του σώματός της, φανερώνει την έμφυτη αφέλειά της, αυτήν που εκείνος έλεγε πως την έκανε ξεχωριστή, αυτήν που είχε τόσο αγαπήσει. Του λείπει. Δεν φοβάται να το ομολογήσει, άλλωστε το παραδέχεται στον εαυτό του κάθε μέρα. Του λείπει πολύ, κι ας πέρασαν τόσοι μήνες. Δεν υπήρξε μέρα που να μην τη σκέφτηκε, που να μην αναζήτησε τη φωνή της, το άγγιγμα της, την παρουσία της στη ζωή του. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά, που δεν έχει προλάβει να καταλάβει τα “πως” και τα “γιατί;” Αναπάντητα ερωτήματα, που τον στοιχειώνουν ακόμα.

Όση ώρα είναι σκυμμένος μπροστά στον υπολογιστή του, η Ράνια βρίσκει την ευκαιρία να τον επιθεωρήσει. Κλεφτές ματιές, γρήγορες και συνάμα ενοχικές. Αναλογίζεται τις ευθύνες της, το πόσο λάθος είχε διαχειριστεί τις καταστάσεις. Τότε δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί, τώρα το γνωρίζει. Και μετανιώνει. Κάθε μέρα και πιο πολύ, την περικυκλώνουν οι τύψεις. Θυμάται την αδυναμία της να εκφράσει αυτά που ένιωθε, την απόγνωση της να βρει τις λέξεις για να ξεστομίσει όσα είχε μέσα της. Αυτή η ανάγκη την είχε ωθήσει σε πρακτικές που εκ των υστέρων της φαίνονταν φαιδρές. “Στη Γαρυφαλλιά θα πας, αυτή θα σε βοηθήσει. Θα σου τα βρει όλα!” της είχε πει η Βάσω, παρακινώντας την. Και κάπως έτσι είχε βρεθεί στο σπίτι με τον τεράστιο κήπο, λίγο έξω από την πόλη, πάνω στην Εθνική οδό. Την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό η Γαρυφαλλιά, χαρούμενη για τα καλά λόγια που της έλεγε ότι είχε ακούσει η Ράνια γι’ αυτήν. Έστρωσε γρήγορα τη Μικρή Αρκάνα πάνω στο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού. Το κόψιμο συνοδεύτηκε από ένα γάργαρο “Χιιιιιιιιι”, καθώς οι πρώτες κάρτες αποκαλύπτονταν. Η οικοδέσποινα έδειξε για λίγο σκεπτική. “Σε μεγάλο τέλμα είσαι, κορίτσι μου. Έχεις παγιδευτεί σε κάτι που δεν σε εκφράζει καθόλου. Πρέπει να βγεις από εκεί, το συντομότερο”. Με τα μάτια και τα χέρια δεμένα, και με σπαθιά να την περιβάλουν και να υψώνουν εμπόδια γύρω της, η γυναικεία φιγούρα στο Οκτώ Ξίφος έμοιαζε να ενσαρκώνει τον ψυχισμό της Ράνιας. “Μη στενοχωριέσαι, προσωρινό είναι, θα περάσει. Να, δες, ακολουθεί το Τέσσερα Κύπελλο, σε ανάποδη θέση. Αυτό θα σε οδηγήσει στην έξοδο του τούνελ και θα σε λυτρώσει”, της είπε η Γαρυφαλλιά, δείχνοντάς της το επόμενο φύλλο. Ο άντρας που απεικονίζεται στην κάρτα, δέχεται ως επουράνιο δώρο ένα καινούργιο κύπελλο. “Αυτό συμβολίζει τη διαφυγή σου. Πάνω σε τέσσερα θα απελευθερωθείς. Βδομάδες θα ‘ναι, μήνες θα ‘ναι, δεν ξέρω. Πάντως, πάνω σε τέσσερα θα βρεις τον δρόμο τον δικό σου. Κι ύστερα, σε περιμένει πορεία φωτεινή. Σε μέρα ζεστή και ηλιόλουστη θα έρθει να σε βρει μελαχρινός, αυτός που σου πρέπει για την αιωνιότητα”.

Κάπως έτσι είχε αγοράσει η Ράνια το φτηνό της άλλοθι. Κι όλα όσα είχε στοιβάξει μέσα της, δίχως να μπορεί να τα εκφράσει, βρήκαν ερμηνεία στο Τέσσερα Κύπελλο. Οι αίολες προφητείες της Γαρυφαλλιάς είχαν οπλίσει τη θαλάμη της. Μ’ ένα εγκληματικό “θέλω να τελειώσουμε εδώ, δεν μπορώ να συνεχίσω…” είχε πατήσει τη σκανδάλη, σκοτώνοντας επιπόλαια μια κοινή διαδρομή τεσσάρων χρόνων. Κι αν τότε το Οκτώ Ξίφος είχε πρόσκαιρα μαλακώσει την μπερδεμένη της ψυχή, λίγο καιρό αργότερα έγινε βαρίδι ατσάλινο, που δέθηκε στα πόδια της. Αυτό το βάρος σέρνει μέχρι σήμερα, αναζητώντας την εξιλέωση. Τι κι αν το Τέσσερα Κύπελλο βγήκε αληθινό, κι ο καινούργιος της δρόμος ανοίχτηκε στα μάτια ενός μελαχρινού, μια Τετάρτη του Ιουλίου! Τα συντρίμμια του Θωμά είναι που τη στοιχειώνουν ακόμα, αυτά που τούτη τη στιγμή αντικρίζει με τα ίδια της τα μάτια. Κι οι αλήθειες που έκρυβε στην καρδιά της, που ποτέ δεν βρήκε το θάρρος να του εξομολογηθεί. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, για να της φανερώσει το πόσο άστοχα είχε φερθεί, το πόσο δεν του άξιζε ο τρόπος που είχε επιλέξει να επικοινωνήσει τα εσώτερα της.

Ο θόρυβος από τον αυτόματο καταμετρητή των χαρτονομισμάτων την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ο Θωμάς τυλίγει τα χρήματα σε μια δεσμίδα και της τα παραδίδει. Η έκφραση στο πρόσωπό της, φανερώνει την πρόθεση να του μιλήσει. Όμως το μυαλό δεν συνεργάζεται με την ψυχή. Δειλιάζει, για πολλοστή φορά. Βάζει βιαστικά το ποσό μέσα στην τσάντα της και λιποτακτεί, όπως είχε κάνει και στην τελευταία τους συνάντηση. Το βλέμμα του, πέφτει σαστισμένο στην οθόνη του υπολογιστή. Η ένδειξη του συστήματος τον ταρακουνά. “Ολοκλήρωση συναλλαγής. Συνολικός χρόνος διεκπεραίωσης (σε λεπτά): 4….”

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook