Όλα οδηγούν σε σένα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ο Βασίλης ήταν ένας περίεργος άνθρωπος. Θα τον έλεγε κανείς αντικοινωνικό, ακόμα κ μονόχνοτο. Παρόλα αυτά κανείς στον περίγυρο του δεν φαινόταν να ενοχλείται από την αντικοινωνικότητά του. Μάλιστα σχεδόν όλοι επιθυμούσαν την συντροφιά του και ανέχονταν κάθε ιδιορρυθμία του, ακόμα και τις προσβολές που συχνά εκτόξευε σε όποιον προσπαθούσε να τον κουνήσει από τα τετριμμένα του. «Σήκω ρε Βασιλάκη να βγούμε καμία βολτούλα το βράδυ ρε» τον πιπίλιζαν οι κολλητοί και οι συνάδερφοί. Και αυτός μουρμούριζε και γκρίνιαζε ενώ συχνά πυκνά τους χριστοπανάγιζε και λίγο. Βλέπετε ο Βασίλης ήταν κουλτούρας. Δεν γούσταρε μπαράκια, ποτάκια, φαγάδικα και λοιπές ευτελείς διασκεδάσεις. Γι αυτόν μόνο πράγμα που ίσως να άξιζε να τον σηκώσει από τα βιβλία του, ήταν άντε καμία βραδιά ποίησης, αλλά κανείς δεν ήθελε να πάει μαζί του σε κάτι τέτοιο. Επομένως έμενε μονίμως κλεισμένος μέσα.

Τώρα όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Οι φίλοι του, παλιοί συμμαθητές από το σχολείο ως επί των πλείστων, είχαν απηύδησε με την πάρτη του. Θα τον ξεκουνούσαν ο κόσμος να χαλάσει. Εξάλλου ο σκοπός ήταν ιερός. Ήταν η τελευταία εργένικη νύχτα του Κωνσταντίνου, του αδερφού του Βασίλη. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον σύρουν μαζί τους ακόμα και ας ήξεραν ότι όλη νύχτα θα γκρινιάζει σαν κωλόγρια και θα χτυπιέται να πάνε έστω κάπου αλλού. «Σαν που θα ήθελες ρε Βασίλη δηλαδή; Έχεις δει ποτέ μπάτσελορ πάρτυ σε σινεμά με ταινία του Λουί Μπουνιουέλ;». Πήγε να διαμαρτυρηθεί ο Βασίλης αλλά σταμάτησε. Το επιχείρημα του ότι μετά από μια τέτοια βραδιά (κουλτούρας δηλαδή) ο αδερφούλης του θα έτρεχε να παντρευτεί με φοβερή ανακούφιση, συνειδητοποιούσε πως ήταν κατά κάποιον τρόπο εναντίον του. Μην έχοντας λοιπόν άλλες επιλογές, αναγκάστηκε να συμφωνήσει για μια και μοναδική έξοδο αυτή την Πέμπτη. Οι κολλητοί μόνο που δεν άναψαν πυροτεχνήματα. Ο Σπύρος μάλιστα, όντας μεγάλο αλάνι και φοβερό πειραχτήρι, θεώρησε τούτο το μπάτσελορ μοναδική ευκαιρία να πάρει το αίμα του πίσω για τις τόσες εξόδους που ο φίλος τους είχε αρνηθεί χαλώντας το κέφι όλης της παρέας. Ε λοιπόν όχι! Δεν θα πήγαιναν στο γνωστό ροκ μπαράκι που χρόνια τώρα σύχναζαν. Δεν θα πήγαιναν καν σε στριπτιτζάδικο! Ο προορισμός τους θα ήταν ένα παλιό επαρχιακό μπουζουκλερί με σάπια καθίσματα κ τραγουδιάρες με φαρυγγιτίδα από τα πολλά τσιγάρα. Στο κάτω κάτω κουμπάρος ήταν, αυτός αποφάσιζε. Ο Βασίλης θα γνώριζε την νυχτερινή διασκέδαση στην πλέον παρακμιακή της μορφή!

Πέμπτη λοιπόν και ξεκίνησαν. Πριν καν μπουν μέσα στο αμάξι ο Βασίλης το χε ήδη μετανιώσει και χρειάστηκε να τον σπρώξουν για να φύγουν επιτέλους. Όσο όμως άφηναν πίσω τους την πόλη και πιάνανε εθνική, τον Βασίλη άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. «ρε που Πάμε ρε; Ένα ποτό δεν είπατε μόνο;» και σιχτίριζε την ώρα και τη στιγμή που δεν πήρε και το δικό του αμάξι να μπορεί να φύγει. Μόλις δε, φτάσανε στο μαγαζί και είδε απ έξω την λεζάντα «Μυλαίδη» και από κάτω τα ονόματα που προφανώς συνόδευαν την μυλαίδη στο πάλκο· συνοδεία φωτογραφιών τίγκα στο λαμέ και το γκλίτερ, σκέφτηκε σοβαρά να το κόψει προς το σπίτι με τα πόδια. Τον κράτησε όμως το τεράστιο χαμόγελο του Κωνσταντίνου που δεν έκρυβε πόσο του άρεσε το ότι επιτέλους βγαίναν μαζί.

Χώθηκε λοιπόν μαζί με τους άλλους μέσα στο μαγαζί αποφασισμένος να μην σηκώσει βλέμμα όλη νύχτα γύρω του. Καθώς όμως βούλιαζε τις σκέψεις του στο μπόμπα ουίσκι που του σέρβιραν προσπαθώντας να μην σκέφτεται τα αυτιά του που μάτωναν από τον θόρυβο των μπουζουκιών και τις φωνές που μιλούσαν για πόνο, έρωτα και λοιπά δεινά -όλα αυτά αμπαλαρισμένα με τσιφτετελούδες πάνω σε τραπέζια και βαριούς αναστεναγμός των σουρωμένων θαμώνων- μια αγγελική φωνή ακούστηκε. «στα συντρίμμια της ζωής μου, τα κομμάτια της ψυχής μου, πέφτουν κάτω ένα ένα και όλα οδηγούν σε σένα».
Έμεινε να χάσκει με το βλέμμα παγωμένο! Τι φωνή! Τι κορμί! Τι γλυκιά φάτσα ήταν αυτή; « Τι άγγελος τραγουδά;» Του ξέφυγε. «ποιος άγγελος ρε μαλάκα; Του Φοίβου είναι και το λέει το Δεσποινάκι» αποκρίνεται ο Σπύρος από δίπλα!
Ο Βασίλης ξυπνάει την επόμενη μέρα, μεσημεράκι για την ακρίβεια, με κεφάλι βαρύ. Τι ήπιε χθες; το μόνο που θυμάται είναι όταν κάθισε η τραγουδίστρια στο τραπέζι τους και του έπιασε το χέρι. Ζωή την λέγαν. Και ήταν σίγουρος πως θα του άλλαζε τη ζωή. Άνοιξε το λάπτοπ και μπήκε στο γιουτουμπ. Κατέβασε τα άπαντα της Βανδή έχοντας βάλει να παίζει σε λούπα το χθεσινό τραγούδι. Το κινητό χτυπάει. «έλα μωράκι. Εννοείται και θα έρθω το βράδυ στο μαγαζί. Λείπει ο Μάρτης από τη σαρακοστή;»

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook