Όλο μ΄αφήνεις να σ΄αφήσω

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Αγάπης φως της γης ταξίδια
μαύρα παράξενα παιχνίδια…”

Η μουσική έπαιζε στο κασετόφωνο εκείνου του παλιού LADA, καθώς η Φωτεινή οδηγούσε παλεύοντας να απομακρυνθεί από την πελάδα κι έσκιζε το Μεσολογγίτικο ηλιοβασίλεμα στα δύο τροχίζοντας τις ρόδες της στη λωρίδα της Τουρλίδας. Τι κι αν νόμιζε πως βρήκε το λιμάνι της εδώ δίπλα στη λιμνοθάλασσα; Ποιόν προσπαθούσε να ξεγελάσει; Τη μοίρα μάλλον όπως της πρόσταζε το υποσυνείδητο και μπερδεύονταν με την έμπνευση του Πλιάτσικα:
…”στο φως του ήλιου θ’ ακουμπήσω
το καλοκαίρι να μυρίσω.”

Και ναι για λίγο η Φωτεινή τον ακούμπησε τον ήλιο, το ένιωσε το φως του, νόμισε πως πήρε τη λάμψη του, έτσι του έλεγε με τον τρόπο της το σ΄αγαπώ. Φως μου! Κι όταν μια γυναίκα φτάνει σε σημείο να χαρακτηρίσει τον άνδρα “φως μου”, σημαίνει πως ξέρει το σκοτάδι καλά! “Έτσι λοιπόν έγινε!”, σκέφτηκε. “Αν δεις κάτι φωτεινό και έχεις καιρό στο σκοτάδι, τυφλώνεσαι, θολώνεις , μπερδεύεσαι, επικρατεί σύγχυση μεταξύ του δικού σου θέλω, του πραγματικού και των παιχνιδισμάτων του φωτός. Και αυτό θεωρείται απόδραση και ίσως κατεύθυνση προς την ελευθερία.” Σε όλο αυτό βοήθησαν και οι συμπτώσεις. Πάσχα ήταν θυμάται και είπε να κατέβει “να σε δούμε καμάρι μου!”, που έλεγε και η αγαπημένη θεία της. Ευκαιρία για απόδραση στην εξοχή, εκεί στην Πλώσταινα που κάποτε η αλμύρα το έγλυφε και τώρα τη δρόσιζε ακόμη μια πνοή ανέμου. Κι ο Δήμος ο γείτονας «καλό παιδί», γέλασε πονηρά η θεία σαν κατάλαβε το έντονο ενδιαφέρον της Φωτεινής. Εξάλλου πώς να κρυφτεί; Και για πόσο; Λίγο αργότερα, αρχές Ιούνη ήταν ναι το θυμάται, έπεσε με το πανηγύρι του Αη Συμιού. πήρε φωτιά το ηλιοβασίλεμα και να σου και η Φωτεινή να κατεβαίνει κάθε Παρασκευή βράδυ μετά τη δουλειά.

Κι ο Δήμος ενθουσιώδης, μα με τη δική του δουλειά (ψαράς γαρ), δύσκολο να ανέβει Γιάννενα. Μα της φτάνει που κατέβαινε εκείνη, μετά κάτι θα έβρισκαν. Ή μήπως όχι;
«Οι άνθρωποι Φωτεινή μου δεν είναι ούλοι ίδιοι», συμβούλευε και η θεια Γιαννούλα σαν από διαίσθηση. Μα έλα που όλα τα γνωμικά, όλες οι συμβουλές και όλοι οι σοφοί στίχοι των ΠΥΞ ΛΑΞ που κάποτε τραγουδούσε παντού, σου έρχονται στο μυαλό εκ των υστέρων και μόνο! Τίποτε δε στέκεται εμπόδιο.
”Μ’ άσπρο πανί θα ταξιδέψω
μικρό κορίτσι θα σε κλέψω…”

Τόσο εύκολα, τόσο απλά πλησίασε ο Δήμος, ένας απλός Δήμος με το σταφνοκάρι του κι ένα σταλίκι αρκούσε για την ανατροπή! Σιωπηλά σαν και τη μόνιμη νηνεμία εκεί στην Τουρλίδα. Η Φωτεινή μόλις πέρασε την Πύλη, κατευθυνόμενη στην Εθνική Οδό. Μα το΄ξερε πως πλέον δε θα ήταν πια η ίδια.

Τότε γιατί όλες οι υποσχέσεις; Γιατί να με αφήνει να ποντάρω στο μαζί; Έλα όμως που οι έννοιες έχουν ατομική υφή και χρώμα. Σ΄αγαπώ, μαζί, για πάντα. Οι άνθρωποι το λένε και ως ένα σημείο το πιστεύουν, μα καθένας τα κόβει στα μέτρα του. Κι ο Δήμος δε λογάριαζε με τη λογική της Φωτεινής μα με τη δικιά του.
Δεν έπαιρνε αναβολή, η Φωτεινή έπρεπε να προβεί σε ανακοινώσεις κι εξάλλου ο Δήμος την είχε δει τη συννεφιά στο βλέμμα της. Κάτω από την Αυγουστιάτικη πανσέληνο που ανέτελλε και τη ρέμβαζες από την Κλείσοβα. «Κοινή ευθύνη» σκέφτηκε. Μα πόνταρε πως τον γνωρίζει καλά, ή μάλλον πως οι αντιδράσεις του θα ήταν με προβληματισμό μεν, μα αισιοδοξία ταυτόχρονα. Κι ύστερα κάτι θα βρισκόταν, ή μήπως όχι;
Εύκολο τρόπο δε γνώριζε, μια πνοή και το ξεστόμισε: “Είμαι έγκυος.”

Σώπασε και η λιμνοθάλασσα ν’ αφουγκραστεί αντίδραση. Ήταν η εκκωφαντικότερη ησυχία που μπορούσε να υπάρξει. Άλλη μια φορά την είχε ακούσει αυτή τη σιωπή. Στο πατρικό της τότε που η μάνα της χωρίς να δείξει συναίσθημα, μπήκε, την κοίταξε με άδειο βλέμμα και έριξε τη φράση: «Ο πατέρας σου αυτοκτόνησε». Και τότε και τώρα ήθελε να ουρλιάξει, μα σε καμιά από τις δυο περιστάσεις δεν το΄κανε, μην τρομάξει τη Σελήνη. Μετά από ετούτη εδώ τη σιωπή, προκάλεσε ψιθυριστά. «Δε θα πεις κάτι;». Διαισθάνονταν τη δυσκολία μα όχι, δεν ήταν προετοιμασμένη για την ερώτηση. «Τι θες να πεις πως είναι δικό μου;»

Σηκώθηκε χωρίς μιλιά και πήγε να ακουμπήσει στον ώμο της θείας της. Εκείνη θα ήξερε τι να κάνει, πάντα ήξερε τι να κάνει κι ας μην είχε παιδιά του λόγου της. Μέσα σε όλον τον παραλογισμό ένας ψύχραιμος πάντα είναι χρήσιμος. Οι καταστάσεις που είχε περάσει της το είχαν διδάξει καλά αυτό. Την είχε κλέψει τη Φωτεινή τη μικρή ο Δήμος. Της είχε κλέψει το κοριτσίστικο γέλιο μόλις τώρα, μαζί με το βλέμμα που πετούσε σπίθες.
“…όσο αγαπάω μένω πίσω
κι όλο μ’ αφήνεις να σ’ αφήσω”

https://www.youtube.com/watch?v=8dhmJrzMWa0

Ίσως δεν το έβλεπε τούτο το απόγευμα η Φωτεινή, μα σίγουρα εν καιρώ θα ξαναγεννιόταν πιο σοφή, έχοντας και το μεγάλο σχολείο κοντά της, το παιδί της, την Ιωάννα της. Ν’ ακούσει τ’ όνομα της και η θεία Γιαννούλα να χαρεί. Όποιος έρθει στο Μεσολόγγι επιστρέφει πάντα. Μα εξάλλου «κάθε ελεύθερος άνθρωπος είναι Δημότης Μεσολογγίου».

 

 

Eleni Kordatou

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook