Είσαι εδώ ναι! Ξέρεις σε περίμενα χρόνια. Με έχεις αγκαλιά. Περνάω τα δάχτυλα μου ανάμεσα στα ανακατεμένα σου μαλλιά. Κοιτάζω τα μάτια σου, απολαμβάνω την μυρωδιά σου. Μιλάμε, γελάμε, κάνουμε έρωτα. Το πρώτο καφεδάκι της ημέρας που απολαμβάνουμε παρέα. Τα πειράγματα σου. Η γλυκιά σιωπή την ώρα που δουλεύεις και το βλέμμα σου που το αφήνεις πάνω μου. Τα νεύρα σου που τα έδιωχνε ένα φιλί μου. Το τεράστιο χαμόγελο μου που απλωνόταν σε όλο το πρόσωπο μου κοιτάζοντας σε. Η λατρεία μέσα στα μάτια μου για εσένα που δεν μπορούσε να κρυφτεί. Οι στιγμές που μοιραζόμασταν όνειρα, φαντασιώσεις, τις πιο απόκρυφες σκέψεις μας, σχεδιάζοντας να τις κάνουμε πραγματικότητα. Η ελευθερία που δίναμε απλόχερα ο ένας στον άλλο. Μικρές λεπτομέρειες που δίνουν ζωή και χρώμα στο μουντό της καθημερινότητας μας. Θεέ μου. Το μαζί είναι εδώ αγγίζοντας την απόλυτη ευτυχία. Ανοίγω τα μάτια. Δεν κοιμόμουν. Απολάμβανα.

Μα για στάσου. Που είσαι τώρα; Δεν σε βλέπω. Τίποτα. Κενό. Είσαι απών. Δεν υπάρχεις, έφυγες. Έφυγες βίαια σκορπίζοντας ψέματα, χολή, πόνο. Όχι. Αρνούμαι να το πιστέψω. Κλείνω τα μάτια. Κουλουριασμένη ώρες στον καναπέ, κουρασμένη, αμέτρητα τσιγάρα, δεκάδες ποτήρια με μισοτελειωμένους καφέδες, μάτια που στάζουν δάκρυα, πόνο, θλίψη. Σε ένα μουχλιασμένο δωμάτιο γεμάτο από καπνό, σκοτεινό. Οι ώρες και οι μέρες έπαψαν να έχουν σημασία. Είμαι μόνη. Το μόνο που απέμεινε είναι το όνομα σου στο στόμα μου, που άλλοτε το ψιθυρίζω, άλλοτε το φωνάζω κι άλλοτε το ουρλιάζω, προσπαθώντας να σε νιώσω. Εφιάλτης. Ανοίγω τα μάτια. Κοιμόμουν. Κοιτάω γύρω μου. Το ίδιο σκοτεινό δωμάτιο, τα τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα, πεταμένα πακέτα και ποτήρια από καφέ γύρω μου και εγώ κουλουριασμένη ακόμη με μάτια θολά από το κλάμα. Με βλέμμα πότε καρφωμένο στο κενό και πότε στις φωτογραφίες σου. Ιδρώτας, πυρετός, εμετοί.

Ο εφιάλτης είναι εδώ και είναι η μόνη πραγματικότητα. Όχι! Δεν θέλω σου λέω. Κλείνω ξανά τα μάτια. Τάσεις φυγής. Οδηγώ. Δεν ξέρω που είμαι, δεν γνωρίζω που πάω. Ποτάμι ορμητικό τα δάκρυα βλέποντας μόνο εσένα. Ακολουθώ την μορφή σου ,το πρόσωπο σου και προσπαθώ να μηδενίσω την απόσταση μας με το πόδι μου στο γκάζι μόνιμα πατημένο. Πρέπει να σε φτάσω. Να σε αγγίξω γαμώτο. Ξαφνικά εκκωφαντικός θόρυβος. Ανοίγω τα μάτια. Έρεβος και φως μαζί. Μυρωδιά ανακατεμένη από βενζίνη, αίμα, αγωνία. Μια κολόνα έχει αγκαλιάσει το αμάξι μου. Κόσμος τρέχει. Κλάματα, ουρλιαχτά, βοή. Πονάω. Φοβάμαι. Κλείνω τα μάτια. Δίπλα μου εσύ. Με το άσπρο πουκάμισο σου. Λάμπει το πρόσωπο σου. Χαμογελάνε τα μάτια σου και το στόμα που λάτρεψα. Σε νιώθω, σε αγγίζω, μου μιλάς. Έφυγε ο φόβος, ο πόνος, ακόμα και τα δάκρυα που είχαν φωλιάσει μόνιμα στα μάτια μου. Γελάω! Ναι! Επιτέλους! Είμαι τόσο ευτυχισμένη!

Θα μείνεις εδώ ε; -Όχι Δήμητρα. Ποτέ δεν ήμουν πραγματικά εδώ. Ήμουν ένα διάλειμμα μέσα στη μίζερη ζωή σου. Πες μου, αν δεν ξανακλείσω τα μάτια θα μείνεις; Θα μείνεις πλάι μου;.-Για μια στιγμή ακόμα θα είμαι εδώ. Ήρθα για να σε δω. Ξέρεις ότι πάντα λάτρευα να σε βλέπω χαμογελαστή. Σταματάς να μιλάς. Ξαφνικά αλλάζει το πρόσωπο σου. Φεύγει το χαμόγελο σου, κλαις. Είσαι λυπημένος. Με παίρνεις στην αγκαλιά σου. Με φιλάς όπως με φίλαγες τότε. Τα δικά μας φιλιά με τα μάτια πάντα ανοιχτά για να βλέπουμε το πάθος και την ένταση που κυριαρχούσε. Περνάς στο λαιμό μου τον λευκόχρυσο σταυρό που σου χα προσφέρει και που δεν σήμαινε τίποτα για εσένα. Με κρατάς αγκαλιά και με φιλάς στοργικά στο μέτωπο. Φεύγεις ξανά λοιπόν. Κάνε μου μια χάρη σε παρακαλώ. Κράτα μου το χέρι τώρα που θα φωνάξω το όνομα σου για τελευταία φορά. Το αίμα στάζει από το στόμα μου μα η ψυχή βρίσκει την δύναμη να ψιθυρίσει το όνομα σου. Κλείνω τα μάτια. Κοιμάμαι. Πάντα. Για πάντα…

 

Demi Koun