Ονειροπαγίδα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και στάθηκε για μία στιγμή. Κανένας ήχος, καμία κίνηση. Το εσωτερικό του σπιτιού ήρεμο, κενό, χωρίς ζωή. Ξεφύσηξε δυνατά και γύρισε το κλειδί για να ανοίξει η πόρτα. Ένα σκοτεινό χολ, δύο ξεθωριασμένες φωτογραφίες στο ράφι απέναντί του, ένας πολύχρωμος πίνακας με χρυσή κορνίζα κρεμασμένος από πάνω. Ένα άλλοτε ζωντανό σπίτι που ξέχασε πώς να γεμίσει ξανά.
Έριξε το κουρασμένο του κορμί στον καναπέ κι έκλεισε τα μάτια. Οι κουρτίνες του σαλονιού αναδεύονταν από το ελαφρό αεράκι που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα. Κάποτε, πετούσε όπως όπως το σακάκι του για να αγκαλιάσει δύο μικρά χεράκια. Έμπαινε για ένα γρήγορο ντους, να ξεπλύνει τον ιδρώτα της δουλειάς, για να φιλήσει δύο γλυκά χείλη. Πλέον, δεν τον ενδιέφερε τίποτα απ’ όλα αυτά. Μόνο να ξαπλώνει σε βρώμικα, σκονισμένα μαξιλάρια.
Το μυαλό του ξεκινούσε ήδη το μακρύ ταξίδι των αναμνήσεων, πράγμα που τον βασάνιζε κάθε φορά. Σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Κάτι να του απασχολεί το μυαλό. Κίνησε προς την κρεβατοκάμαρα για να βγάλει τα ρούχα του ώσπου το βλέμμα του έπεσε, γι άλλη μία φορά, πάνω στην ονειροπαγίδα. Ένας μαύρος κύκλος, πλεγμένος με κλωστή στο εσωτερικό του με ένα κοκάλινο κρανίο στο κέντρο του. Από κάτω, μικρές χάντρες μπλεκόντουσαν γύρω από καστανοπράσινα φτερά. Η Νίκη, την είχε ερωτευτεί την ονειροπαγίδα, με το που την είχε δει σε εκείνο το παζάρι στην Ισπανία. Της την είχε κάνει δώρο. Και του το είχε ανταποδώσει με το πιο ζεστό φιλί της ζωής του.
Στάθηκε για μία στιγμή απέναντι στο περίτεχνο διακοσμητικό κι αναλογίστηκε τα λόγια της γυναίκας του.
«Δύο μήνες Κωστή μου. Στο υπόσχομαι. Μέχρι να τελειώσει η θεραπεία του μικρού. Κάνε υπομονή, δύο μόνο μήνες».
«Νίκη, θα έρθω κι εγώ, δεν-»
«Όχι. Πρέπει να κρατήσεις την δουλειά σου, το σπιτικό μας, την ζωή μας. Θέλω, όταν ξεμπερδέψουμε, να γυρίσουμε και να μην έχει αλλάξει τίποτα. Να βρούμε το σπίτι μας όπως είναι τώρα. Με τις φωτογραφίες, τις κουρτίνες, τους πίνακες, την ονειροπαγίδα μας. Σύμφωνοι;»
Πώς μπορούσε να συμφωνήσει σε κάτι τόσο απόλυτο; Η απόσταση τον σκότωνε. Η επιμονή της γυναίκας του να μην μιλάνε συχνά στο τηλέφωνο για κάτι τόσο ψυχοφθόρο τον σκότωνε. Η απουσία τους τον σκότωνε.
Τον σκότωνε, τον σκότωνε, τον σκότωνε.
Κι η ονειροπαγίδα, εκεί, αγέρωχη να κρατάει μακριά τους εφιάλτες και να προστατεύει τα όνειρά του. Από δυσοίωνους θανάτους, από κακόβουλους επισκέπτες, από τύψεις.
Δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι του εκείνη την νύχτα. Ήθελε να το κρατήσει ανέπαφο, ανέγγιχτο, να γυρίσει να το βρει έτοιμο. Καθάρισε το δωμάτιο του παιδιού του, καθάρισε το σαλόνι και ξάπλωσε προσεχτικά στον καναπέ.
Το κράτησε όπως ήταν. Όπως θα έπρεπε να είναι. Και έβαλε την ονειροπαγίδα απέναντί του, ελπίζοντας να τον προστατέψει γι ακόμα ένα βράδυ.
Τα όνειρα ήταν περίεργα. Μπερδεμένα. Στρώματα καπνού και σκοταδιού, το ένα πάνω από το άλλο. Προσπάθησε να τα θυμηθεί.
Θυμόταν τον εαυτό του να πηγαίνει στην δουλειά. Το τοπίο θόλο, σαν να το έβλεπε μέσα από θαλασσινό νερό. Θυμάται τον εαυτό του να γυρνάει από τη δουλειά. Με τα ρούχα που φόραγε πάντα. Να βάζει το κλειδί στην πόρτα και να αφουγκράζεται, όπως κάθε φορά.
Θυμόταν να ακούει φωνές από το σπίτι. Για πρώτη φορά, μετά από μήνες, άκουγε φωνές!
Θυμόταν να ανοίγει την πόρτα, κρατώντας την αναπνοή του.
Θυμόταν…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook