… όπου και να’σαι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

-Σειρά σου να πιάσεις την μπάλα, όλο εμένα στέλνετε.
-Σας είπα πως δε μ’αρέσει να κατεβαίνω στο ποταμάκι.

Σταύρωσαν τα χέρια και οι δύο..

-οουυφ καλά, τέλος όμως δεν ξαναπαίζω.

Κινήθηκα γρήγορα προς την άκρη της μεγάλης αυλής εκεί υπήρχε ένα ποτάμι φυσικό σύνορο που χώριζε το χωριό στα δύο. Ποτέ δεν μου άρεσε. Μόλις το πλησίαζα χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά, ακανόνιστα, όπως και τώρα.
Η μάνα μου έλεγε πως φταίνε τα πλατάνια που μοιάζουν με χέρια απλωμένα όταν χανόταν ο ήλιος.
-Στο μυαλό σου είναι όλα παιδάκι μου, τι σκας; θα μεγαλώσεις και δεν θα φοβάσαι τίποτα, θα δεις.

Έφτασα στην άκρη. Γύρισα και κοίταξα τα ξαδέλφια μου που έστεκαν είκοσι μέτρα πιο πίσω. Ξεφύσηξα αγχωμένα και άρχισα να κατεβαίνω την μικρή κατηφοριά ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση.
Να ‘σαι μπαλίτσα μου, αναφώνησα ενθουσιασμένη, όχι επειδή δεν την έχασα, αλλά επειδή ήταν σε κοντινό σημείο και δεν θα χρειαζόταν να απομακρυνθώ πολύ.
Με δυο τρία πηδήματα την έφτασα και έσκυψα να την πάρω ανάμεσα σε κάτι ψαθιές.

Και τότε τον είδα. Το πρόσωπο του σκαμμένο, τα μάτια του ποτισμένα με κακία. Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου. Έκανα πίσω και έβαλα τις φωνές… Άρχισε να έρχεται προς εμένα με βήματα αργά. Σκέφτηκα γρήγορα, σηκώθηκα όρθια και άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα, δεν κοιτούσα πίσω μου πια. Το μόνο που έβλεπα ήταν το τέλος της ανηφοριάς. Την στιγμή που πατούσα το πόδι μου στην αυλή, ένιωσα έναν οξύ πόνο στην πλάτη. Το μόνο που θυμάμαι μετά είναι οι φωνές των γονιών μου. Το αυτοκίνητο να ξεκινά με εμένα στο πίσω κάθισμα στην αγκαλιά της μάνας μου και τα κατακόκκινα χέρια της. Που στο καλό τα έβαψε έτσι; Μα δεν θυμάμαι να μπογιάντιζε κάνα τοίχο.

Όταν ξύπνησα βρισκόμουν στο νοσοκομείο. Έμαθα πως καθώς πήγα να πάρω την μπάλα κάπου σκόνταψα με αποτέλεσμα να χτυπήσω σε κάτι αιχμηρό. Παιδί είσαι, μέχρι να παντρευτείς θα γιάνεις είπε η μάνα, μα εγώ κάτι άλλο πάσχιζα να θυμηθώ.

Και όταν πια μου έβγαλαν την γάζα από την πλάτη και είδα στον καθρέφτη μια μεγάλη χαρακιά να χωρίζει στα δύο την πλάτη μου θυμήθηκα τα πάντα! Γυρίσαμε στο σπίτι, μπήκα στο δωμάτιο που φιλοξενούσε εμένα και τα ξαδέλφια μου και δεν ήθελα να ξαναβγώ και ούτε λόγος βέβαια για παιχνίδια στην αυλή.

Είδε και απόείδε ο πατέρας μου, μας μάζεψε ένα πρωί και λέει γυρίζουμε Αθήνα. Φορτώνουμε τα πράγματα και ξεκινάμε τους αποχαιρετισμούς. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα κοιτάξει ξανά προς την άκρη της αυλής, δεν άντεχαν τα μάτια μου. Όμως καθώς αγκάλιαζα τον παππού μου έπεσε το βλέμμα στο σημείο που με βρήκαν οι γονείς μου είδα το τριγωνικό του κεφάλι να ξεπροβάλει στην ανηφοριά, τα μάτια κατακόκκινα σαν αίμα κολλημένα επάνω μου, ανοιγόκλεισε το στόμα του πολλές φορές με τέτοιο τρόπο που ήμουν σίγουρη πως κάτι μου έλεγε. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα το βλέμμα μου μακριά.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Αμέσως ένιωσα καλύτερα. Κάθε χιλιόμετρο και βάλσαμο στην ψυχή μου…έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να ηρεμήσω μα στο μυαλό μου είχα την εικόνα του, το σιχαμένο του στόμα που ανοιγόκλεινε, αυτό που έλεγε. Το έφερα αποφασισμένη στο μυαλό μου για τελευταία φορά… και θυμηθηκα ακριβώς τις λέξεις του
ΘΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΣΑΙ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook