TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Ορίζοντας

Ορίζοντας

Γαλάζιο, πορφυρό, χρυσαφί στον ουρανό· καφέ, πράσινο και σταχτί στη γη. Το τοπίο μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής καθώς ο ήλιος χάνεται πίσω από τα βουνά και τα ασημένια φύλλα των δέντρων θροΐζουν απαλά στο φύσημα του ανέμου. Ένα μικρό λευκό σπιτάκι με πράσινα παράθυρα και μια κληματαριά στην πρόσοψή του. Μπροστά το μποστάνι με τα κηπευτικά και πίσω ο ελαιώνας με τα αιωνόβια δέντρα. Εκείνη κάθεται σε μια πάνινη πολυθρόνα κάτω από την κληματαριά. Κλείνει τα μάτια και αναπνέει αργά και βαθιά. Επιτέλους, καθαρός αέρας και ανοιχτός ορίζοντας… Ζουν μαζί εδώ και δύο χρόνια και δεν έχει μετανιώσει ούτε στιγμή για την επιλογή της: να τον ακολουθήσει σε αυτό το σχεδόν ξεχασμένο μέρος. Το χωριό με τους λίγους και ηλικιωμένους κατοίκους απέχει πέντε χιλιόμετρα από εκεί, ενώ η πιο κοντινή κωμόπολη γύρω στα δεκαπέντε. Στο χωριό πηγαίνουν για τις καθημερινές τους προμήθειες, ενώ στην κωμόπολη κατεβαίνουν για να πουλήσουν τα προϊόντα που καλλιεργούν. Δεν έχουν πολλές επαφές με τον κόσμο, αλλά αυτό δεν την πειράζει καθόλου. Ίσα ίσα…
Θυμάται την ημέρα που τον γνώρισε. Κλεισμένη στην κουζίνα έπλενε τα πιάτα με παγωμένο νερό. Ο σύζυγός της και η μητέρα του έπιναν τον πρωινό τους καφέ στην τραπεζαρία, καθισμένοι γύρω από το στρογγυλό καρυδένιο τραπέζι. Οι λευκές δαντελένιες κουρτίνες άφηναν να φαίνεται σε κοινή θέα η βιτρίνα της ζωής τους: η επίσημη τραπεζαρία και το σαλόνι. Το διπλανό δωμάτιο, η κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού, είχε πάντα κλειστά τα παράθυρα. Τα πρώτα βράδια πονούσε και μάτωνε στα χέρια του. Μετά προσαρμόστηκε. Έμενε ακίνητη και τον άφηνε να κάνει ό,τι ήθελε. Δεν ένιωθε τίποτα. Δεν ήταν εκεί. Το σώμα της ήταν σαν νεκρό, ενώ η ψυχή της ταξίδευε αλλού.

Όταν ήρθε ο εργάτης για να σκάψει τον κήπο της παλιάς μονοκατοικίας, μητέρα και γιος έλειπαν. Είχαν πάει επίσκεψη σε μια συγγενή τους. Εκείνη μόλις είχε τελειώσει με τα πιάτα. Τα χέρια της έτρεχαν αίμα. Πάντοτε άνοιγαν όταν έκανε κρύο. Ο εργάτης ήταν μάλλον ψηλός, γεροδεμένος, με ηλιοκαμένο πρόσωπο και γαλαζοπράσινα μάτια. Έπιασαν την κουβέντα. Ήταν γιος αγρότη. Οι αρρώστιες και ο θάνατος των γονιών του τον ανάγκασαν να ξενιτευτεί, όμως είχε έρθει πια η ώρα να επιστρέψει στο χωριό του. Είχε ένα κτήμα από τους γονείς του και ήθελε ζήσει εκεί. Τότε του είπε κι εκείνη την ιστορία της. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, χωρίς να μάθει ποτέ τίποτα για τους γονείς της. Η διευθύντρια, μια αγέλαστη και πολύ αυστηρών αρχών γεροντοκόρη, σχεδόν την πούλησε στο σύζυγό της μόλις έκλεισε τα είκοσι ένα. Δεν είχε σπουδάσει, δεν είχε γνώμη, δεν είχε επιλογές: ήταν ένα μοναχικό και φοβισμένο κορίτσι. Αυτός, τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της, είχε ανάγκη από μια γυναίκα για να τον φροντίζει, μιας και η μητέρα του είχε πια γεράσει. Η συζήτηση προχωρούσε, καθώς εκείνος έσκαβε τον κήπο. Έφαγαν μαζί. Ο σύζυγός της με τη μητέρα του θα επέστρεφαν το απόγευμα. Δεν της είχε αφήσει χρήματα για να τον πληρώσει κι έτσι τον παρακάλεσε να να περάσει την επόμενη. Την αποχαιρέτησε με χειραψία. Όταν έφυγε εκείνη ένιωθε την ψυχή της πιο ζεστή. Τα χέρια της δεν έτρεχαν πια αίμα. Για μια στιγμή σκέφτηκε πώς θα ήταν η ζωή της δίπλα του…

Την επόμενη μέρα ο εργάτης πέρασε για να πληρωθεί από το σύζυγό της. Εκείνη κατάλαβε ότι ήταν η μοναδική της ευκαιρία για να αποδράσει. Φρόντισε να του πει ότι ήθελε να τον ακολουθήσει. Εκείνος δεν το εκμεταλλεύτηκε. Του φαινόταν καλή κοπέλα και είχε καταλάβει ότι περνούσε πολύ δύσκολα στα χέρια του συζύγου και της πεθεράς της. Της πρότεινε να σκηνοθετήσει μια εκδοχή αυτοκτονίας, ώστε να μην την αναζητήσουν. Μια βόλτα στην παραλία, να αφήσει τα παπούτσια της και κάποια ρούχα στην αμμουδιά, και μετά να κρυφτεί πίσω από τις καλαμιές. Αυτός θα περνούσε από εκεί μόλις σουρούπωνε. Είχε ήδη βγάλει δύο εισιτήρια για το βραδινό πλοίο. Μετά από μία ημέρα θα ήταν στην Αθήνα. Από εκεί θα έπαιρναν το τρένο για το χωριό. Το κτήμα των γονιών του τους περίμενε.

Το πρώτο βράδυ, εκείνος της παραχώρησε την μικρή κρεβατοκάμαρα του σπιτιού. Θα κοιμόταν στρωματσάδα στην κουζίνα, δίπλα στο τζάκι. Τότε αυτή του ζήτησε να κοιμηθεί μαζί της. Ένιωθε ότι του το όφειλε, ύστερα από όλα όσα είχε κάνει για χάρη της. Μαζί του ήταν πολύ διαφορετικά και πολύ καλύτερα. Ποτέ της δεν πίστεψε ότι θα μπορούσε να νιώσει τόσο όμορφα! Μετά από λίγο καιρό της ζήτησε να παντρευτούν. Για να βγάλει τα απαιτούμενα χαρτιά, θα δήλωνε ψεύτικο επίθετο για πατρικό της, δήθεν ότι καταγόταν από ένα χωριό που κάηκε ολοσχερώς στον πόλεμο. Μια νέα ζωή άρχιζε για εκείνη.

Ακούει τη σιδερένια εξώπορτα να ανοίγει. Ένα γνώριμο πρόσωπο πλησιάζει προς το μέρος της και της χαμογελά. Σηκώνεται με δυσκολία από την πάνινη πολυθρόνα. Χαϊδεύει απαλά την φουσκωμένη κοιλιά της. Σε λίγο θα γίνουν τρεις…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Νατάσα Κ.

Από μικρή μου άρεσε να ακούω τις ιστορίες των δικών μου ανθρώπων: τα παραμύθια και πιο πολύ τις αληθινές. Μεγαλώνοντας άρχισα να αναζητώιστορίες στην καθημερινότητά μου μέσα από εικόνες, γεύσεις,χρώματα και νότες.
Νατάσα Κ.

Latest posts by Νατάσα Κ. (see all)

1 σκέψη για το “Ορίζοντας”

  1. Pingback: Ορίζοντας | Singleparent.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *