Όταν ένας άντρας λέει “Τέλος”

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Μακάρι να ήταν τα πράγματα καλύτερα για μας» της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Αλέξανδρος μπήκε μέσα έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και βγήκε ξανά στο μπαλκόνι να ηρεμήσει. Άναψε τσιγάρο και άρχισε να σκέφτεται. Μόλις είχε χωρίσει οριστικά με την Λένα. Μετά από 2,5 ώρες στο τηλέφωνο και η κατάληξη ήταν να χωρίσουν. Δική της απόφαση. Αυτή του έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. «Ή επισημοποιούμε τη σχέση μας, ή χωρίζουμε» του είπε. Και αυτός προσπαθούσε 2,5 ώρες να της αλλάξει γνώμη. Και αυτή εκεί. Αμετάπειστη. Άρα; Αυτή φταίει. Αυτή δεν άλλαξε γνώμη. Αυτός προσπάθησε. Αυτός χτυπιόταν 2,5 ώρες να της αποδείξει ότι την αγαπάει. Αλλά τζίφος. Τέλος. Αυτή φταίει. Αυτή δεν τον αγαπάει. Αν τον αγαπούσε, δεν θα έλεγε τόσο εύκολα χωρίζουμε. Αν τον αγαπούσε, θα έκανε υπομονή.

Εντάξει, είχε δίκιο στο θέμα της υπομονής. 6 χρόνια μαζί. Από το 2006 που πρωτοσυναντήθηκαν στην παραλία του Ληξουρίου. Κεραυνός τον είχε χτυπήσει όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στα γκριζοπράσινα μάτια της. Και αυτός ο κεραυνός ήταν που τον έκανε τολμηρό και ζήτησε το κινητό της. Και βγήκαν το βράδυ για ποτό και ξεκίνησε ένα ωραίο φλερτ και μέσα σε 10 μέρες (τόσο κράτησαν οι διακοπές τους στο όμορφο νησί του Ιουνίου) είχαν αποφασίσει να ξεκινήσουν μία σχέση και όπου καταλήξει. Πέρασαν δύσκολα η αλήθεια είναι, καθώς αυτός έμενε Αθήνα και η Λένα Γιάννενα. Όμως, προσπάθησαν και κατάφεραν να κρατήσουν τον έρωτά τους ζωντανό. Και μετά από 4 χρόνια σχέσης εξ αποστάσεως η Λένα μετακομίζει (λόγω δουλειάς) Αθήνα και όλα πλέον μετατρέπονται σε παράδεισο.

Μέχρι τώρα, 2012. Και η Λένα πλέον λέει δεν αντέχει άλλο. Δεν αντέχει να μένει μόνη της και να κανονίζουν λες και είναι έφηβοι ερωτευμένοι ραντεβουδάκια, βολτίτσες, πότε θα βολέψει να μείνει σπίτι του, πότε θα βολέψει να μείνει σπίτι της και πάει λέγοντας. Και ακόμα χειρότερα. Είχε απολυθεί από τη δουλειά της. Έπρεπε να επιστρέψει στο πατρικό της. Πάλι πίσω στα Γιάννενα. Πάλι πίσω στους γονείς της, οι οποίοι την πίεζαν τι θα γίνει με τον Αλέξανδρο και τι θα γίνει με τον Αλέξανδρο. Και δως του να την πιέζουν και να την επηρεάζουν. «Σε έχει για να περνάει την ώρα του», «Έξι χρόνια μαζί και δεν έχει έρθει να μας γνωρίσει», «Έξι χρόνια μαζί ούτε τους γονείς του δεν έχεις γνωρίσει» και πάει λέγοντας. Αλλά και αυτοί τι ήθελαν και μπλέκονταν; Οκ, 6 χρόνια είναι μαζί, όχι 16. Οκ, 32 είναι πλέον η Λένα, 34 αυτός. Δεν τους πήραν και τα χρόνια.

Τι να κάνει; Απολύθηκε η Λένα την πιο δύσκολη στιγμή. Μες την κρίση. Πώς θα ανοίξουν σπίτι με έναν μισθό; Ωραίοι οι έρωτες, οι αγάπες, τα ρομάντζα. Αλλά, Λένα μου, όταν δεν θα έχουμε να πληρώσουμε το ενοίκιο, όταν δεν θα έχουμε να πληρώσουμε τους λογαριασμούς, τι θα κάνουμε; Φώναζε και έβριζε η Λένα στο τηλέφωνο. Αλλά δεν σκεφτόταν πρακτικά. Δεν ανοίγει σπίτι με έναν μισθό, κυρία μου. Αχάριστος, αγνώμων, εκμεταλλευτής, εγωιστής, παρτάκιας, μαλάκας. Ε, όχι κυρία μου. Δεν είμαι όλα αυτά. Στο φινάλε, ποτέ δεν σου υποσχέθηκα ότι θα σε παντρευτώ. Είπαμε πάμε να ξεκινήσουμε μία σχέση και όπου μας βγάλει. Ε, δεν μας έβγαλε στον γάμο, τι να κάνουμε τώρα; Της έλεγε και της φώναζε. Όχι δεν μπορούσε να αντέξει όλα όσα του καταλόγιζε.

Δεν έφταιγε αυτός για την κατάληξη της σχέσης τους. Δηλαδή τι; Δεν της πρόσφερε τίποτα; Δεν την αγάπησε; Δεν την πόθησε; Δεν της έκανε όλα τα χατίρια; Δεν την είχε κορώνα στο κεφάλι του; Ήθελε η Λένα να πάει να τη δει στα Γιάννενα; Έτρεχε ο Αλέξανδρος να πάρει άδεια και να πάει να τη δει. Ήθελε η Λένα διακοπές το καλοκαίρι; Έτρεχε ο Αλέξανδρος να κανονίσει ξενοδοχεία, γκρουπ, κτλ. Ήθελε η Λένα νέο κινητό; Έτρεχε ο Αλέξανδρος να της πάρει κινητό τελευταίας τεχνολογίας. Ότι ήθελε η Λένα το είχε. Και έρχεται τώρα και του λέει «Δεν με αγάπησες».

Όχι, ρε φίλε. Δεν το δεχόταν αυτό. Και για αυτό της έβαλε τις φωνές. Και για αυτό της είπε ότι το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν να τον τυλίξει. Αν τον αγάπαγε θα τον καταλάβαινε. Θα καταλάβαινε τον φόβο του πώς θα ζήσουν με έναν μισθό. Αυτή είναι η αχάριστη και η εγωίστρια. Και ξαφνικά η Λένα από τις φωνές το γύρισε στο κλάμα. Και την άκουγε να κλαίει και να του λέει ότι αν οι τσακωμοί με τους γονείς της δεν ήταν απόδειξη της αγάπης της, αν το ότι είχε 1 χρόνο να τους μιλήσει γιατί δεν ήθελαν να ακούνε για τον Αλέξανδρο δεν ήταν απόδειξη της αγάπης της, αν τα ταξίδια Γιάννενα – Αθήνα κάθε μήνα δεν ήταν απόδειξη της αγάπης της, αν το ότι όποτε έμενε σπίτι του τον είχε πασά στα Γιάννενα (χαχαχαχα, γέλασε ειρωνικά, Γιαννιώτισσα και δέχτηκα να σε έχω πασά) δεν ήταν απόδειξη της αγάπης της, τότε τι ήταν; Και έκλαιγε και τον παρακάλαγε.

Και όσο έκλεγε τόσο πονούσε η ψυχή του και η καρδιά του. Δεν άντεχε να την βλέπει να κλαίει. Κάθε φορά που έκλαιγε (σπάνια η αλήθεια είναι, γιατί είναι και πεισματάρα, δεν θέλει να δείχνει ευάλωτη) γινόταν λιώμα. Και τώρα τον είχε ισοπεδώσει. Από την άλλη, όμως, τον ξενέρωσαν τα παρακάλια της. Έπεσε στα μάτια του όταν του είπε «Σε παρακαλώ μη με αφήνεις. Για μένα είσαι μόνο εσύ». Και εκεί κάπου η Λένα το έχασε το παιχνίδι. Και εκεί κάπου της είπε «Μακάρι να ήταν καλύτερα τα πράγματα για εμάς» και της το έκλεισε.

Και τώρα καθόταν και κοίταζε τον έναστρο ουρανό και σκεφτόταν πώς θα συνεχίσει τη ζωή του. 3 ουίσκι και 2 πακέτα τσιγάρα. Τόσο κράτησε η όλη φάση της εσωτερικής του αναζήτησης. Και πού κατέληξε; « Έλα μωρέ σιγά. Δεν θα χρειαστεί να συνεχίσω αλλιώς τη ζωή μου. Θα της περάσει», σκέφτηκε. Σάμπως, τώρα που το σκέφτεται, και άλλες φορές δεν είχαν τσακωθεί για το ίδιο θέμα; Και πάντα η Λένα γυρνούσε. Έτσι και τώρα. Μπορεί ο καυγάς αυτή τη φορά να ήταν πιο έντονος, αλλά θα γύρναγε. Και με αυτές τις σκέψεις μπήκε μέσα στο σπίτι και πήγε να κοιμηθεί.

Και με αυτές τις σκέψεις συνειδητοποίησε ότι είχαν περάσει 10 μέρες και η Λένα ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Την είχε πάρει 4-5 φορές τηλέφωνο, αλλά δεν απαντούσε. Και σκεφτόταν, οκ μπορεί να έχει δουλειά, θα με πάρει αργότερα. Όμως, σήμερα, μετά από 10 μέρες και αφού πάλι τσακώθηκε με τη μάνα του, η οποία για άλλη μια φορά του είπε ότι είναι μες τα νεύρα και σαν το θηρίο στο κλουβί, συνειδητοποίησε ότι η Λένα τον έχει ξεγράψει, ότι έχει εξαφανισθεί και δεν πρόκειται να την ξαναδεί. Βγήκε στο μπαλκόνι και άναψε τσιγάρο και προσπαθούσε να βάλει σε μία τάξη την ζωή του. Ο ήχος του σταθερού τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Αναθάρρησε ότι μπορεί να είναι η Λένα.
Δυστυχώς, όμως πάλι η μάνα του είναι. «Έλα ρε μάνα, τι είναι πάλι;» και εκείνη του είπε απλά και λιτά. «Αγόρι μου, πονάς για τη Λένα. Τόσες μέρες σε βλέπω να υποφέρεις μακριά της. Ένα πράγμα θα σου πω και σκέψου το καλά. Αν την αγαπάς, αν πιστεύεις ότι είναι γυναίκα για να σπίτι, αν αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς χωρίς αυτήν, τότε πάρ’την τηλέφωνο και πες της να γυρίσει πίσω και να επισημοποιήσετε τη σχέση σας. Και μην ξεχνάς, εδώ είμαστε και εμείς». «Εντάξει μάνα. Θα τα σκεφτώ όλα αυτά. Δεν κάνω και τίποτα άλλο. Όλο σκέφτομαι». Και έκλεισαν το τηλέφωνο. Και έκατσε ο Αλέξανδρος κάτω στα πλακάκια του μπαλκονιού του. Και πήρε το κινητό και έστειλε απλά ένα μήνυμα.

Και κάπου στα Γιάννενα, χτυπάει ο ήχος εισερχόμενου μηνύματος στο κινητό της Λένας. «Βάλε ότι χρειάζεσαι σε μια βαλίτσα και έλα εδώ να ξεκινήσουμε μαζί μία νέα ζωή. Χωρίς εσένα δεν μπορώ να προχωρήσω. Τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα για μας». Και η Λένα πέταξε από τη χαρά της. Και μέσα σε έναν μήνα η Λένα μετακόμισε στην Αθήνα. (Αφού βέβαια κράτησε λίγο ύφος, αφού το έπαιξε λίγο δύσκολη, έτσι για τους τύπους. Όχι ότι δεν το περίμενε αυτό ο Αλέξανδρος, το αντίθετο θα του έκανε εντύπωση.)

Και από τότε ζουν μαζί, ερωτευμένοι, στεφανωμένοι (όπως θα έλεγε η μάνα της) και με το πρώτο παιδάκι να βρίσκεται στο δρόμο, ο Αλέξανδρος και η Λένα (12 χρόνια μαζί) είναι η απόδειξη ότι η αγάπη μπορεί να κερδίσει. Αρκεί να το θέλουν και οι δύο. Αρκεί να μπει στην άκρη ο εγωισμός.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook