TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Παιχνίδια στα χαλάσματα

Παιχνίδια στα χαλάσματα

Με δημιούργησαν σε ένα εργοστάσιο πλαστικών. Έχω ένα όμορφο κόκκινο χρώμα, ένα τιμόνι μπλε με ένα μεγάλο κουμπί στη μέση για κόρνα και μια γυαλιστερή μπλε σέλα. Έχω και τέσσερα μεγάλα γυαλιστερά μαύρα λάστιχα. Είμαι ένα μικρό παιδικό αμαξάκι. Από αυτά που καβαλούν τα νήπια και κόβουν βόλτες τσουλώντας τα ποδαράκια τους στο πάτωμα. Μαζί με άλλα παιχνίδια, ρούχα και κουβέρτες με βάλανε σε ένα κοντέινερ και μας στείλαν ως βοήθεια στα παιδάκια μιας μακρινής χώρας που ήταν λέει σε εμπόλεμη κατάσταση. Ούτε που μπορούσα να φανταστώ τότε, τι σημαίνει αυτό.

Το παιδί που με πήρε, ήταν το πιο υπέροχο πλάσμα που είχα δει. Είχε κάτι τεράστια στρογγυλά μαύρα μάτια και πυκνές βλεφαρίδες, τόσο μεγάλες που κάθε που χαμήλωνε το βλέμμα, η σκιά τους κάλυπτε τα ολοκόκκινα μαγουλάκια του, τα ξαναμμένα από το παιχνίδι. Και με αγαπούσε. Οπότε με έβλεπε, γελούσε και χαρούμενες κραυγούλες γέμιζαν το σπίτι. Έπαιζε μαζί μου κάθε μα κάθε μέρα. Στο σπίτι ζούσε μαζί με τη μαμά του, τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Η μαμά συχνά τάχα τον μάλωνε που έτρεχε πάνω κάτω καβάλα σε μένα. Όμως έβλεπες το κρυφοχαμόγελο της κάτω από το τσαντόρ της. Χαιρόταν τόσο πολύ με την ευτυχία του μικρού που τα μάτια της ακούγονταν πιο δυνατά από το πιο ηχηρό γέλιο. Ο δε πατέρας, μπορεί να έλειπε όλη μέρα για να βρει φαγητό για την οικογένεια, μπορεί όταν γύριζε να ήταν απόλυτα θλιμμένος, αγχωμένος και γεμάτος νεύρα, αλλά έφταναν δύο αγκαλιές από τους γιους του για να τα αφήσει όλα στο πλάι και να παίξει μαζί τους σαν μικρό παιδί. Καθόταν το παιδί μου επάνω και ο πατέρας μας έσπρωχνε με δύναμη κάνοντας με να νιώθω σαν αυτοκίνητο κούρσας.

Μόνο το μεγαλύτερο αδερφάκι της οικογένειας έμοιαζε να μη με αγαπάει. Ο μικρός, το παιδί μου, τον φώναζε συνεχώς να έρθει να παίξουμε παρέα. Όμως αυτός γκρίνιαζε πως είμαι παιχνίδι για μωρά και αυτός πια ήταν μεγάλος. Πόσο μεγάλο μπορεί να θεωρηθεί ένα παιδί εκεί κοντά στα 8 του; Αλλά πράγματι έμοιαζε μεγαλύτερος. Εδώ κ καιρό φρόντιζε τον μικρό και το σπίτι όταν η μαμά έλειπε αρκετές ώρες για να βρει τα απαραίτητα για τη διαβίωση. Τον άφηνε υπεύθυνο και αυτός γινόταν ο αρχηγός του σπιτιού. Συχνά και ο ίδιος έπαιρνε τους δρόμους με δύο μεγάλα μπιτόνια να βρει και να φέρει πόσιμο νερό αφού η ύδρευση είχε προ πολλού σταματήσει στην πόλη.

Έλα να παίξουμε! Του φώναζε το δικό μου παιδί. Μα αυτός τον κοιτούσε με το πάντα θλιμμένο του βλέμμα και πήγαινε στην άλλη γωνία αγκαλιά με τα μολύβια του και ένα τετράδιο. Ζωγράφιζε με τις ώρες. Ένα βράδυ είδα τις ζωγραφιές του. Πόσο χαρούμενες ήταν! Γεμάτες παιδιά να παίζουν, να χορεύουν. Που έβρισκε τόσο χρώμα μέσα στη μαυρίλα που ζούσε, πάντα απορία το ‘χα.

Το μόνο χαρούμενο μέσα σε αυτό το σπίτι ήταν ο μικρός. Όλοι οι υπόλοιποι ζούσαν με τον φόβο στο βλέμμα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν μιλούσαν πλέον πολύ. Τρώγαν το λιγοστό φαγητό τους, προσπαθούσαν με ένα φευγαλέο παιχνίδι να ανασκευάσουν τις οποίες ανησυχίες πήγαιναν να φωλιάζουν στα μάτια του μικρού, και αμέσως ξεχύνονται για άλλη μια φορά στους σκονισμένους, γεμάτους χαλάσματα δρόμους.

Η μόνη συζήτηση που ακουγόταν συχνά ήταν όταν η μάνα έλεγε στον πατέρα πως έπρεπε να βρει έναν τρόπο να φύγουν. Να αφήσουν πίσω τα πάντα και να τρέξουν μακριά. Έτρεμα όταν άκουγα τέτοιες κουβέντες. Δεν ήθελα να χάσω τον μικρό μου. Ίσως και ο ίδιος ο πατέρας να έτρεμε και αυτός, γιατί πάντα θύμωνε και έλεγε στη γυναίκα του ότι δεν μπορούν να φύγουν. Δεν είχαν τα λεφτά, τις γνωριμίες, το μέσον. Αν με ρωτήσετε θα έλεγα δεν είχαν τη δύναμη. Την βρίσκαν για κάποιες στιγμές όταν, συχνά πυκνά, ακουγόταν ο μακρινός θόρυβος από κάποια βόμβα να πέφτει. Τότε τρέχαν όλοι μαζί να κρυφτούν. Αγκαλιάζονταν, η μάνα έβαζε τα χέρια της στα αυτιά του μικρού μου και όλοι μαζί γίνονταν ένα κουβάρι χωμένο κάτω από έπιπλα και κρεβάτια. Όμως σύντομα αυτό περνούσε και ο μικρός ξέφευγε από το ανθρώπινο κουβάρι για να τρέξει πάλι κοντά μου και να συνεχίσει το παιχνίδι του. Νομίζω ότι αυτή η ανεμελιά του παιδιού έδειξε τελικά το κουράγιο σε όλους τους, να μείνουν στο σπίτι τους και να παλέψουν όλες τις κακοτοπιές.

Όμως μια μέρα, απογευματάκι ήταν νομίζω, που οι γονείς έλειπαν από το σπίτι κάτι έγινε διαφορετικό. Το παιδί μου έπαιζε καθιστό μπροστά μου χτυπώντας την κόρνα δυνατά. Ο μεγάλος στη γωνία του ζωγράφιζε θυμωμένος που ο αδερφός του τον ζάλιζε για άλλη μια φορά φωνάζοντας τον να πάει να παίξει μαζί του. Και τότε ακούστηκε ο γνωστός πλέον ήχος. Ένα συρτό σφύριγμα, σημάδι ότι μια βόμβα κάπου ετοιμάζεται να προσγειωθεί. Μια εκκωφαντική βροντή ακούστηκε και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το παιδί με τις πυκνές βλεφαρίδες, ο μικρός μου, έσκυψε πάνω μου και με αγκάλιασε κλαίγοντας δυνατά. Αλλά δεν πρόλαβα να τον παρηγορήσω. Ο αδερφός του πετάχτηκε από την γωνία του και τον τράβηξε αμέσως στην αγκαλιά του. Ένιωσα βαριά κομμάτια τοίχου να καταρρέουν πάνω μου και σκόνη να μπαίνει με βία σε κάθε κομμάτι μου.

Λίγη ώρα αργότερα, μόλις ξεθόλωσε κάπως η ατμόσφαιρα, κατάφερα να δω το μέγεθος της καταστροφής. Πάνω από το μισό σπίτι είχε καταρρεύσει. Όλα ήταν γεμάτα γκρι σκόνη. Στην γνωστή γωνία διέκρινα με δυσκολία τα δύο παιδιά αγκαλιασμένα. Έκανα να πάω προς το μέρος τους, όμως οι ρόδες μου γλιστρούσαν πάνω σε ένα πηχτό κόκκινο υγρό. Έμεινα απλά να τους κοιτάζω. Ώρες ατελείωτες. Εκεί. Ακίνητοι. Ο μεγάλος έχει το χέρι στα εβένινα μαλλιά του παιδιού μου, που έχει χώσει το πρόσωπο του στο παιδικό στέρνο του αδερφού του. Είναι και οι δύο βαμμένοι γκρι όπως τα πάντα γύρω μας. Μόνο δύο ρυάκια που ξεκινούν από τα μάτια του οχτάχρονου έχουν σχηματίσει ένα λασπερό μονοπάτι δακρύων. Δεν ξέρω πόσος καιρός έχει περάσει. Ίσως μέρες. Ίσως ώρες. Ίσως μόνο στιγμές. Μα έχω αρχίσει και φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Φοβάμαι μήπως τελικά καταλήξω ένα παιχνίδι θαμμένο μέσα στα χαλάσματα. Ένα παιχνίδι που δεν θα ξαναπαιχτεί ποτέ πια.

 

*Πραγματική Φωτογραφία από τους πρόσφατους βομβαρδισμούς στη Συρία. Επεξεργασμένη. Γιατί ούτε εμείς αντέχουμε να την δημοσιεύσουμε στην πραγματική της διάσταση.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Κέλλυ Σ.

-que serra-
Αν οι λέξεις ήταν σάρκα θα ήταν ο ένας και μοναδικός αδιαφιλονίκητος εραστής που θα διάλεγα. Αν ήταν τόπος θα έχτιζα εκεί το τσαρδί μου και δεν θα επιθυμούσα ποτέ να ταξιδέψω οπουδήποτε αλλού. Αν ήταν γεύση θα έτρωγα ώσπου να ξεχειλίσω. Ευτυχώς θεοί! Οι λέξεις είναι λέξεις και έτσι μπορώ να προσπαθώ που και που να τις τιθασεύω αντί αυτές να με ελέγχουν.
Κέλλυ Σ.

Latest posts by Κέλλυ Σ. (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *