Paint it black

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ένα ντροπαλό κορίτσι, σκυφτό, με μαλλιά σαν μπερδεμένα κλαδιά να πέφτουν μπροστά στο πρόσωπό της. Ένα κορίτσι στα μαύρα, χωρίς χρώμα, χωρίς φως, χωρίς χαμόγελο πασαλειμμένο με ζάχαρη όπως τα υπόλοιπα.
Ποιος το ήθελε αυτό το κορίτσι; Ποιος το φρόντιζε, το σκέπαζε τα βράδια, το έντυνε με πλουμιστά φορέματα;
Κανείς δεν ήθελε την Κιάρα.
Κανείς δεν έπαιζε μαζί της, δεν της κράταγε το χέρι στη βροχή, δεν την έσφιγγε στην αγκαλιά της να φύγουν τα δάκρυα ποτάμι.
Κανείς, εκτός από το σκοτάδι.

Μαύρους ωκεανούς έβλεπε η Κιάρα, μαύρους σαν την νύχτα που απλωνόταν πάνω από το κεφάλι της. Στέγη δεν είχε, σπίτι της ήταν τα αχανή λιβάδια, οι παγωμένες σπηλιές και τα βρώμικα νερά των υπονόμων κάτω από τα γεφύρια. Μαύρα και τα μάτια της, μαύροι κι οι άνθρωποι που την πλησίασαν παρ’ όλο που ήταν λουσμένοι σε κάθε λογής χρώματα.
Θυμόταν το πρώτο της κλάμα όταν βγήκε στον βρώμικο αέρα του κόσμου, το πρώτο της χαμόγελο όταν έφαγε τη πρώτη της λιχουδιά, το πρώτο κατεβασμένο βλέμμα όταν κανείς δεν την ήθελε σπίτι και της έκλεισαν την πόρτα στα μούτρα.
Ένα κορίτσι διαβολεμένο έλεγαν, φώναζαν, έσκουζαν, έδειχναν με το δάχτυλο.
Ένα κορίτσι του θανάτου, της απώλειας, της συμφοράς και της δυστυχίας.
Ένα κορίτσι βαμμένο στο σκοτάδι που δεν άξιζε ούτε μία σπιθαμή το φως.

Η Κιάρα ονειρευόταν στιγμές όπου τα πάντα ήταν μπροστά της ένας καμβάς. Ένας ατελείωτος, άσπρος καμβάς μέχρι τις απαρχές του ορίζοντα. Κι η εκείνη κρατούσε πινέλο, ένα τεράστιο πινέλο, με το οποίο έβαφε τον καμβά. Όσα χρώματα κι αν είχε στη διάθεσή της, όσες εκτάσεις πράσινου, μοβ, πορτοκαλί, κόκκινου και μπλε, η Κιάρα πάντα έβαφε με μαύρο. Της άρεσε η αρμονία του σκοταδιού, η γαλήνη που της χάριζε η ατελείωτη σκούρα θάλασσα μέσα στην οποία μπορούσε να κρυφτεί, να νιώσει ελεύθερη, ίση με όλους.
Η Κιάρα έβαφε και ξυπνούσε με το χέρι της πιασμένο, βρώμικο από το δάπεδο που κοιμόταν, λες κι όντως κρατούσε πινέλο όλο το βράδυ.
Η Κιάρα μεγάλωσε στους δρόμους, έμαθε να αποφεύγει ανθρώπους για την ασφάλειά της και να τους πλησιάζει για το συμφέρον της. Δεν πήγε σχολείο, έμαθε τα κόλπα της επιβίωσης μέσα στα σοκάκια και δίπλα στους κατατρεγμένους. Δεν έκανε όνειρα για σπουδές, φιλίες, σχέσεις κι οικογένεια, μόνο ατένιζε τον ορίζοντα και σκεφτόταν έναν ουρανό να ραγίζει, μικρές μαύρες τρύπες σαν καρφίτσες να τον κατακερματίζουν και σιγά σιγά, όλο το παζλ να γίνεται μαύρο, σκοτεινό, απόλυτο, σαν την καρδιά της.
Σαν την ίδια της την ψυχή.

Κι όπως στα παραμύθια που είχε ακούσει φευγαλέα μικρή, βρέθηκε κάποιος αρκετά ικανός για να της μάθει και τα υπόλοιπα χρώματα. Είχε στραβό χαμόγελο, πυκνά μαλλιά, πλακουτσωτή μύτη αλλά ήταν ο μοναδικός που καταλάβαινε κι αγκάλιαζε το σκοτάδι της Κιάρας. Της κράτησε το χέρι πιο ζεστά από την ίδια της τη μάνα, της χάιδεψε το μάγουλο πιο στοργικά από τον ίδιο της τον πατέρα, της έδειξε το φως του ήλιου που τόσο φοβόταν.
Κι η Κιάρα αγάπησε αυτό το πρόσωπο, αποφάσισε να αποσιωπήσει το σκοτάδι μέσα της, να το κλείσει σε ένα κουτάκι και να αφήσει λίγο χρώμα να βάψει την καρδιά της. Και το πρόσωπο δίπλα της τόλμησε να της προτείνει να φύγουν μακριά από την πόλη, από τους υποκριτές «φωτεινούς» ανθρώπους και να ανακαλύψουν τον υπόλοιπο κόσμο μόνοι τους. Αυτοί και το γλυκό τους σκοτάδι.

Κι η Κιάρα αφέθηκε, για πρώτη φορά στη ζωή της ούτε κοίταγε πίσω ούτε είχε το βλέμμα κατεβασμένο. Αφέθηκε σε κάτι πρωτόγνωρο και πλέον τα όνειρά της δεν ήταν λευκός καμβάς βαμμένος με μαύρο. Είχε φως, είχε λιβάδι, είχε σκεπή, σπίτι, δένδρα. Είχε πάρκο, αυλή, λίμνη και ζώα.
Είχε ζωή.

Κι η Κιάρα έβγαλε τα μαύρα, φόρεσε τα χρώματα και περπάτησε μ’ αυτό το πρόσωπο σε μέρη που ούτε καν είχε φανταστεί ότι υπήρχαν.
Κι η Κιάρα αγάπησε, ερωτεύτηκε, εξομολογήθηκε κι έγινε ευάλωτη.
Κι η Κιάρα ξύπνησε μία μέρα, έψαξε το πρόσωπο δίπλα της κι αυτό δεν ήταν πουθενά.
Κι η Κιάρα απελπίστηκε, κοίταξε σε κάθε γωνία, σε κάθε ύψος, πλάτος και βάθος.
Κι η Κιάρα έχασε το φως και το χρώμα της.
Κι η Κιάρα έγινε σκοτάδι.

Κατέβασε πάλι το βλέμμα μόνο για το σηκώσει πάλι αμέσως μετά. Και τα μάτια της ήταν κόκκινα, μάτια της φωτιάς που δε μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από πάνω τους. Μάτια που όσοι τα έβλεπαν καίγονταν να τα πλησιάσουν, να την αγγίξουν, να πάρουν ένα κομμάτι της για δικό τους.
Κι εκείνη πλέον έχασε το όνομα της, έχασε την ταυτότητά της, οτιδήποτε την συνέδεε με την προηγούμενη ζωή της.
Κι έγινε η ίδια το σκοτάδι. Άπλωσε έναν τεράστιο καμβά στον κόσμο που τόσο ύπουλα κι άνανδρα της είχε φερθεί, έπιασε το τεράστιο πινέλο της κι άρχισε να βάφει.
Όχι με πορτοκαλί.
Όχι με πράσινο.
Όχι με κόκκινο, μπλε, κίτρινο η μοβ.
Αλλά με μαύρο. Σκοτεινό, απόλυτο, απέραντο μαύρο. Τα πάντα έγιναν μαύρα, η θάλασσα, ο ουρανός, τα σπίτια, τα ποτάμια, οι σπηλιές, τα γεφύρια, οι άνθρωποι, τα κόκαλά τους, τα μάτια τους, τα μυαλά τους κι οι ψυχές τους.
Κι εκείνη απόλαυσε αυτό το μαύρο, ατελείωτο, εναρμονισμένο με τα πάντα.

Περπάτησε πάνω στο δημιούργημα της, χαμογέλασε και στάθηκε πάνω στην απέραντη σκοτεινή πλάση που είχε φτιάξει. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.
Κοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε εκείνο το σπίτι που πριν καιρό είχε δει, εκείνον τον πίνακα με χρώματα και το φως.
Κι άφησε την τελευταία πινελιά της ζωής της να ποτίσει αυτόν τον πίνακα και να του δώσει το χρώμα που πάντα του άξιζε.
Το χρώμα της.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook