Παν μέτρον άριστον

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Παν μέτρον άριστον, Γιαννάκο».
Στα αρχίδια μου τα μέτρια, τα μετρημένα και τ’ άγουρα. Εγώ ήθελα να φτάσω ψηλά, να τρυπήσω την ατμόσφαιρα και να διαλυθούν τα σύννεφα στα χέρια μου. Πόσες, μα πόσες φορές, είχα σπάσει το ταβάνι με το μυαλό μου, προσπαθώντας να απλώσω τις σκέψεις μου στον ουρανό. Τις ένιωθα να με κατακλύζουν, να κολλάνε στα τοιχώματα του κεφαλιού μου και να μην μπορώ να πάρω ανάσα.
Πάντα της υπερβολής, σκέψη πάνω σε σκέψη. Σαν τουβλάκια Jenga. Μέχρι να τραβήξεις το τουβλάκι που δεν πρέπει και τα πάντα να καταρρεύσουν σαν τραπουλόχαρτα.

Να διαβάσω στο σχολείο για να περάσω σε μία καλή σχολή. Όχι ΤΕΙ προφανώς, ΑΕΙ να ‘ναι κι ότι να ναι. Ένα μυαλό κουρκούτι, βουτηγμένο στην σάλτσα της απελπισίας και μαγειρεμένο σε χαμηλή φωτιά. Δεν με ένοιαζε να περάσω σε σχολή, δεν με ένοιαζε να σπουδάσω, μόνο να ξεφύγω. Από τα στερεότυπα, από τους ανθρώπους, από τις αλυσίδες.
Βαριές κι ασήκωτες, οι γαμημένες. Κάθε πρωί που ξυπνούσα τις τάιζα, κάθε βράδυ που ξάπλωνα τις έσφιγγα περισσότερο. Και τις έκοψα, ναι τις έκοψα, όταν έφυγα από τον βραχνά και πέρασα σε σχολή στην απέραντη κι αχανή μεγαλούπολη.

Σχέσεις; Γελοίες. Φίλοι; Με το κιλό. Κάτι από αυτά αληθινό; Μόνο η γεύση που πλημμύριζε το στόμα μου κάθε βράδυ που ξάπλωνα να κοιμηθώ. Ότι ήμουν σε καλή τροχιά, ότι ο ουρανός δεν πρέπει να ήταν μακριά ακόμα, τα αστέρια φάνταζαν πιο φωτεινά, τα πουλιά πετούσαν δίπλα μου μεταδίδοντάς μου το φτερούγισμά τους.
Οι άνθρωποι κι οι φίλοι κι οι σχέσεις και τα μαθήματα πέρασαν, ήλθαν και δεν ακούμπησαν. Μέσα σε μία άδεια λεωφόρο, στην μέση του οδοστρώματος, κοιτάω το κενό. Ατελειώτες σκέψεις, ατελείωτα τουβλάκια Jenga, κι ένα βουνό από υποχρεώσεις που με περιμένουν σε μία ζωή χαρισάμενη.

«Παν μέτρον άριστον, Γιαννάκο».
Άντε γαμήσου κι εσύ. Όλα όσα έκανα τα ήθελα με τα ηχεία στην διαπασών, την κιθάρα να σπάει χορδές και τα τύμπανα να ματώνουν τα χέρια που τα χτυπούσαν. Και κατέληξα να τα κάνω όλα υπόκωφα. Υπογείως. Αλάνθαστα και λανθασμένα.
Μέχρι που ήρθε ένας άνθρωπος στην ζωή μου κι ήταν ο μοναδικός που κατάφερε να χαμηλώσει το βλέμμα μου, από τον ουρανό στα μάτια του. Πλέον ήμουν εγώ ο ουρανός για εκείνον, ήμουν εγώ το τέρμα και τ’αστέρια που έπρεπε να φτάσει. Το παιδί που φέρνεις στον κόσμο σε έχει για Θεό, είτε το αξίζεις είτε είσαι σάπιος.
Και το παιδί μου μεγάλωσε όπως και το παιδί που έκρυβα μέσα μου. Κι ο ουρανός σκοτείνιασε, τα πουλιά απομακρύνθηκαν, τα σύννεφα πύκνωσαν. Η λεωφόρος έπηξε με αυτοκίνητα, το ταβάνι γέμισε αράχνες, οι αλυσίδες έσφιξαν παραπάνω κόβοντάς μου το αίμα.
Και ξέρετε ποια είναι η λύση που περνάει από το μυαλό όλων εκείνη την στιγμή, έτσι; Να δώσει ένα τέλος σε όλα. Να ρίξει τα πάντα κάτω από το τραπέζι, τουβλάκια, υποσχέσεις, ψέμματα, αλήθειες, μέτρια, άριστα και ολόκληρα.
Να κλείσει τα μάτια.
Να πάψει να σκέφτεται, να πονάει, να νιώθει.
Να κόψει το σχοινί.

«Παν μέτρον άριστον, Γιαννάκο»
Ο θάνατος δεν είναι μέτριος. Είναι απόλυτος.
Και δεν μου αξίζει. Κανενός δεν του αξίζει.
Οι αλυσίδες σπάνε, τα τουβλάκια ξανακολλάνε, ο δρόμος αδειάζει και πάλι, τα σύννεφα απλώνονται, τα φτερουγίσματα σου γαργαλάνε τ’ αυτιά.
Αρκεί να μπορείς πάντα, μα πάντα, να κάνεις αυτό το πρώτο, γαμημένο βήμα το πρωί.
Ένα βήμα χρειάζεται κι είσαι πάλι ζωντανός.
Ένα βήμα…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *