Πάρτι γενεθλίων

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Με τα χέρια της ίσιωσε το μαύρο, εφαρμοστό φόρεμα που αγκάλιαζε το κορμί της. Κοίταξε το είδωλό της και του χαμογέλασε αυτάρεσκα. Το σώμα της, σχεδόν αψεγάδιαστο, διαγραφόταν κάτω από το στενό ρούχο. Η επίπεδη κοιλιά της, οι σμιλευμένοι γλουτοί της, το στητό της στήθος, όλα άγγιζαν την τελειότητα. Επιτέλους, έπειτα από μήνες που ονειρευόταν αυτή τη στιγμή, είχε έρθει η ώρα. Οι κόποι και οι θυσίες που είχε κάνει είχαν αποδώσει τα μέγιστα και ο ολόσωμος καθρέφτης απέναντί της, ο ίδιος καθρέφτης που επί χρόνια την πλήγωνε αλύπητα, τώρα της ούρλιαζε πόσο επιθυμητή ήταν.

Με ήρεμες κινήσεις φόρεσε τις ψηλές γόβες και έπιασε το κινητό της. Έγραψε ψύχραιμα ένα μήνυμα και το έστειλε. Απόψε ήταν η δική της ώρα. Αύριο θα ήταν η δική του. Λίγη υπομονή του ζητούσε και εκείνος φυσικά θα της την χάριζε απλόχερα. Άλλωστε είχε μελετήσει με χειρουργική ακρίβεια κάθε λεπτομέρεια και περιθώριο απόκλισης του σχεδίου δεν υπήρχε. Τις ατελείωτες ώρες που ίδρωνε πάνω στα όργανα του γυμναστηρίου, όσο οι μύες της έκαιγαν το λίπος που τους έπνιγαν, τα εγκεφαλικά της κύτταρα δούλευαν πυρετωδώς.

Διαβάζοντας την απάντηση που ήρθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει. Φυσικά και θα τη συναντούσε. Έσβησε το φως του υπνοδωματίου, πήγε στην κουζίνα, έβγαλε από το ψυγείο το τεράστιο κουτί και με σταθερά βήματα κατηφόρισε προς το υπόγειο του παλιού σπιτιού. Ο χαρακτηριστικός ήχος μιας κουκουβάγιας που από νωρίς ενορχήστρωνε τις κινήσεις της, πλέον μπλεκόταν με το τικ τακ των τακουνιών όσο κατέβαινε τα στενά, πέτρινα σκαλιά. Φτάνοντας στο πλατύσκαλο, με δύναμη έσπρωξε την πόρτα που είχε πετσικάρει από την υγρασία και μπαίνοντας στο σκοτεινό, κρύο χώρο, ένιωσε τη δυσωδία να της καίει τα ρουθούνια. Ακούμπησε το κουτί που κρατούσε πάνω σε μια παλιά καρέκλα και αναζήτησε τον διακόπτη της λάμπας. Μόλις το χλωμό φως χύθηκε στο δωμάτιο, η αλυσοδεμένη ανθρώπινη μάζα που κειτόταν ανάμεσα σε περιττώματα και ούρα, σάλεψε αδύναμα. Ίσως είχε υπάρξει υπερβολική στους χρόνους, σκέφτηκε και με το τακούνι της έσπρωξε με περιφρόνηση το κουφάρι από κόκαλα, για να δει αν αυτό ήταν σε θέση να αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον. Δυο μάτια που έμοιαζαν τεράστια μέσα στις κόγχες τους, θολωμένα, προσπαθούσαν να συνηθίσουν το φως ανοιγοκλείνοντας ρυθμικά. Δεν την ήθελε τυφλή. Γι’ αυτό και φρόντιζε κάποιες ώρες κατά τη διάρκεια της μέρας να ανάβει τη λάμπα. Αν τόσους μήνες την κρατούσε στο απόλυτο σκοτάδι φοβόταν πως όταν θα ερχόταν η πολυπόθητη ώρα, δεν θα μπορούσαν τα μάτια της να λειτουργήσουν σωστά. Και εκείνη ήθελε να τη βλέπει και μάλιστα καθαρά. Από την έκπληκτη έκφραση που σχηματίστηκε στο αποστεωμένο πρόσωπό της, κατάλαβε πως πλέον την έβλεπε και γέμισε με ικανοποίηση.

“Τι έγινε μανούλα; Δεν με αναγνωρίζεις;” ρώτησε και γέλασε δυνατά. Φυσικά και δεν την αναγνώριζε. Τα φαρδιά ρούχα που επέλεγε να φοράει κάθε φορά που κατέβαινε στο υπόγειο, έκρυβαν έντεχνα το μεγαλείο της μεταμόρφωσης που τώρα συνειδητοποιούσε σοκαρισμένη η δεμένη γυναίκα.

“Δεν έχεις παράπονο ε; Κορμάρα η κορούλα σου! Δικό σου είναι αυτό το φόρεμα θαρρώ. Σε μια ντουλάπα το βρήκα στο σπίτι μας. Κι οι γόβες δικές σου είναι. Τις θυμάσαι; Αυτές που σου ζητούσα και μου έλεγες πως θα σου στραβώσω τα τακούνια, αν πέσει όλο το βάρος μου πάνω τους. Όπως βλέπεις μια χαρά στηρίζουν αγόγγυστα το κομψό, πλέον, κορμί μου. Και εσύ όμως, μια κούκλα είσαι έτσι πασαλειμμένη μέσα στα ίδια σου τα σκατά. Πετσί και κόκκαλο, όπως ονειρευόσουν. Να, κοίτα στον καθρέφτη που σου έχω βάλει απέναντι! Τι προσπαθείς να πεις; Δεν βγαίνει η φωνή σου; Από την αδυναμία είναι, μην ανησυχείς. Η βουβάλα η κόρη σου τώρα θα σε ταΐσει, να δυναμώσεις. Τσάμπα πηδιόσουν δεξιά και αριστερά τόσα χρόνια για να την κάνεις γιατρό; Ξέρει τι κάνει, μείνε ήσυχη. Βλέπεις, τα λεφτά που με τόσο κόπο έφερνες στο σπιτικό μας, δεν τα έκανα μόνο σοκολάτες και καρμπονάρες, όπως μου έλεγες, για να μεγαλώνει ο κώλος μου. Πόσους μήνες σε έχω δεμένη εδώ στο υπόγειο στο χωριό; Εννιά μήνες κλείνουν σήμερα και ορίστε, κατάφερα εννιά μήνες να σε έχω σε ασιτία και να μην μου πεθάνεις. Δεν το λες και μικρό πράγμα αυτό. Εντάξει, κόλλησε το δέρμα σου στα κόκαλά σου, αλλά λεπτομέρειες. Εσύ άλλωστε μια ζωή μου έλεγες πως τα κόκαλα μιας γυναίκας είναι η γοητεία της και πως εγώ τα δικά μου δεν θα τα δω ποτέ έτσι θαμμένα που είναι στο λίπος. Δεν είμαι άδικη όμως, όπως βλέπεις. Ούτε εγώ έτρωγα ιδιαίτερα αυτούς τους εννιά μήνες. Απλά εγώ είχα απόθεμα που εσύ, η πάντα κορμάρα, δεν είχες. Είδες που τελικά κάπου χρησιμεύει και το λίπος; Πριν σε ταΐσω λοιπόν για πρώτη φορά μετά από τόσους μήνες, να σου εξηγήσω λίγο τι σου συμβαίνει όλον αυτόν τον καιρό. Κανιβαλίζεις το ίδιο σου το σώμα. Αυτοφαγία λέγεται η κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Για να μπορείς να ζεις όλους αυτούς τους μήνες, έφαγες αρχικά το ελάχιστο λίπος που είχες πάνω σου και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος των μυών σου. Είναι θέμα ημερών όπως το υπολογίζω να σταματήσεις να αναπνέεις. Ήδη κάμποσες φορές χρειάστηκε να σου ανεβάσω τεχνητά το σάκχαρο, αλλά αυτό δεν θα το θυμάσαι γιατί ήσουν λιπόθυμη. Βλέπεις, έπρεπε να φτάσω και εγώ στο ιδανικό μου βάρος, για να ρίξουμε αυλαία. Μην με κοιτάζεις έτσι φοβισμένη, λες και βλέπεις κανένα τέρας. Εσύ με τα χεράκια σου και τα λογάκια σου το έπλασες αυτό το τέρας. Και μην ελπίζεις πως θα έρθει κάποια βοήθεια. Όλοι πιστεύουν πως το έσκασες με κάποιον γκόμενο πάλι, όπως συνήθιζες να κάνεις. Δεν σου φταίω εγώ. Εσύ φταις, που κάθε τρεις και λίγο χανόσουν με κάποιον εραστή, χωρίς να δίνεις σημεία ζωής. Την τελευταία φορά μάλιστα, νόμιζα πως είχα γλιτώσει οριστικά από εσένα. Ενάμιση χρόνο ήσουν άφαντη και εγώ για πρώτη φορά ήμουν ήρεμη και ευτυχισμένη. Ήμουν ερωτευμένη, είχα απαλλαγεί από την τοξικότητά σου, είχα αρχίσει επιτέλους να τα βρίσκω με τον εαυτό μου. Αλλά όχι, έπρεπε να γυρίσεις! Κάτσε να δεις. Πώς μου το είπες, όταν με πρωτοείδες μετά από ενάμιση χρόνο; Καλά γύρισε άντρας να κοιτάξει εσένα; Που βρίσκει τον δρόμο μέσα στους πατσάδες το πουλί του και σε πηδάει; Τον έβρισκε τον δρόμο όμως μάνα και αυτό δεν το δεχόταν η αχόρταγη ματαιοδοξία σου. Γιατί μπορεί εγώ από μωρό να ήμουν λαίμαργη με το φαγητό, μπορεί να ένιωθα μόνο σε αυτό ασφάλεια και τρυφερότητα, μπορεί να έπεφτα με τα μούτρα σε οτιδήποτε γλυκό μπας και γλυκαθεί λίγο η ψυχή μου, αλλά η δική σου η αδηφάγα και λαίμαργη ματαιοδοξία ήταν εκείνη που τα προκαλούσε όλα. Πόσα κιλά μου κοπάναγες ότι γεννήθηκα; Από την κοιλιά σου, έλεγες σε όλους τι παχύδερμο ήμουν. Απορούσες μάλιστα, πώς το λεπτοκαμωμένο σωματάκι σου μπόρεσε να αντέξει και να θρέψει αυτό το αποκρουστικό πλάσμα, που ζύγιζε 4800, πριν πάρει καν την πρώτη του ανάσα… Ορίστε λοιπόν. Σου έφερα κέρασμα σήμερα που έχω τα γενέθλια μου. Ναι ξέρω, να με χαίρεσαι. 4 κιλά και 800 γραμμάρια ζυγίζει μανούλα η τούρτα των φετινών μου γενεθλίων. Κοίταξε την. Δεν είναι πανέμορφη; Κάτσε να ανάψω το κεράκι μου. Να θυμηθώ να κάνω μια ευχή τώρα που θα το σβήσω. Αν και πλέον τις ευχές μου, μόνη μου τις κάνω πραγματικότητα μία- μία. Έλα, μην φοβάσαι, φάε, δεν έχω ρίξει κάτι μέσα. Πιο σιγά, θα πνιγείς. Σαν γουρούνι κάνεις, ήμαρτον. Πάρε και καμιά ανάσα. Τι; Χόρτασες κιόλας; Όχι μανούλα, δεν στο εξήγησαν καλά το όνειρο. Ολόκληρη θα την φας! Εγώ θα στην ταΐσω με το ζόρι. Το ξέρεις πως το στομάχι ενός υγιούς ανθρώπου έχει χωρητικότητα 2000 κυβικά εκατοστά; Το δικό σου πάω στοίχημα, πως μετά από τόσους μήνες αφαγίας, έχει ακόμα μικρότερη. Μην με αναγκάζεις να σου κλείνω τη μύτη, για να σου χώνω τις μπουκιές. Κατάπινε! Κοίτα πως με έκανες! Μου λέρωσες το φόρεμα. Μια μπουκίτσα για τον μπαμπά, που ποτέ δεν έμαθα ποιος είναι. Μια μπουκίτσα για τη μαμά, που μακάρι να μην την είχα γνωρίσει ποτέ. Μια μπουκίτσα για τα λογάκια σου τα όμορφα που χαράκωσαν ανεπανόρθωτα το είναι μου. Μια μπουκίτσα για τα δάκρυα που έχω ρίξει, για τα γιατί που δεν πήρα ποτέ απάντηση, για τη ψυχή μου που θα καεί στην κόλαση μαζί με τη δική σου. Και έλα μια μεγάλη μπουκίτσα για εκείνον. Για τον πρώτο άντρα που νόμιζα πως με αγάπησε και που φρόντισες να μου αποδείξεις, πως δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλέξει εμένα τη χοντρή, σε σχέση με εσένα, την όμορφη και αδύνατη. Μην ανησυχείς, αύριο είναι η δική του σειρά. Σήμερα η νύχτα είναι όλη δική σου. Εδώ παρέα θα μας βρει το ξημέρωμα. Στην αγκαλιά μου θα πεθάνεις, όσο το στομάχι σου θα ραγίζει. Μην φοβάσαι. Θα σου κρατάω το χέρι και ας μην κρατούσες εσύ το δικό μου, όσο ράγιζες την καρδιά μου…” είπε και έχωσε με δύναμη ακόμα μια μεγάλη μπουκιά μέσα στο στόμα της μητέρας της. Και το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν το κρώξιμο της κουκουβάγιας και ο ήχος του μεταλλικού κουταλιού που χτυπούσε στα δόντια προσπαθώντας να βρει δίοδο.

 

Νέμεσις

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook