Πέρα από κάθε πρόβλεψη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα χέρια της έτρεμαν και τα γόνατά της λύγισαν για μια στιγμή. Με μάτια θολά κοίταξε ξανά το χαρτί που κρατούσε. Την είχε κυριεύσει ο τρόμος, περισσότερο από ένστικτο παρά από γνώση. Καταλάβαινε ότι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά κι ας μην γνώριζε όλους τους ιατρικούς όρους. Κοίταξε γύρω της κι ένιωσε τους τοίχους της αίθουσας αναμονής να στενεύουν, να μικραίνουν τον χώρο, να την φυλακίζουν… Προσπάθησε να πάρει ανάσα μα ήταν τόσο δύσκολο! Κατάφερε μόνο μερικές μικρές, κοφτές, κλεμμένες.

“Ο γιατρός θα σας δει τώρα.” άκουσε αχνά μέσα από ένα βουητό που επικρατούσε στα αφτιά της.
Τίναξε το κεφάλι της σαν να ήθελε να διώξει τον τρόμο, και με αργά αβέβαια βήματα προχώρησε ως την καρέκλα όπου άφησε το κορμί της να σωριαστεί. Το βουητό συνέχιζε, τα μάτια της πλημμυρισμένα από δάκρυα έκαναν τα έπιπλα να αιωρούνται να χορεύουν, το κεφάλι της είχε μουδιάσει, καμία από τις αισθήσεις της δεν συνεργαζόταν για να την βοηθήσει να καταλάβει τα λόγια που άκουγε. Έπιανε λέξεις, σκόρπιες λέξεις, τρομακτικές, άγνωστες λέξεις. Και μια σκέψη κατέκλυσε το μυαλό της: “Τα παιδιά μου! Τι θα γίνουν τα παιδιά μου!”

Έσμιξε τα φρύδια, έσφιξε τα δόντια, σκούπισε τα μάτια με την ανάστροφη της παλάμης της και πήρε βαθιά ανάσα, ολόκληρη αυτή τη φορά. “Καταλαβαίνετε την σοβαρότητα της κατάστασης;” ο γιατρός την κοίταζε σαν να αναρωτιόταν αν άκουγε όσα της έλεγε. Τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα σκεπτική κι ύστερα ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαλάρωσε όλους τους μυς του κορμιού της. Μεταμορφώθηκε.

“Εγώ Γιατρέ έχω τρία παιδιά! Τρία παιδιά!! Τίποτα δεν είναι πιο σοβαρό από αυτό! Τα παιδιά μου χρειάζονται την μαμά τους και θα την έχουν! Όρθια! Δυνατή! Ζωντανή!”
Ο άντρας απέναντι της τώρα την κοίταζε αμήχανα. Είχε χάσει την ευφράδεια που τον διέκρινε νωρίτερα.
“Μα… Θα πρέπει…” ψέλλισε με δυσκολία.
“Ότι πρέπει θα το κάνω και όλα θα πάνε καλά! Συγχωρέστε με τώρα πρέπει να πάρω τα παιδιά μου απ’ το σχολείο.” είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα δυναμικά, αποφασιστικά.
Τα λίγα λεπτά που ο γιατρός, σαστισμένος, έβαζε σφραγίδες και υπογραφές σε παραπεμπτικά εξετάσεων, συνταγές φαρμάκων, σημειώματα οδηγιών, εκείνη στεκόταν εκεί, με το κορμί ίσιο και το κεφάλι ψηλά.

Έτσι ακριβώς στεκόταν κι όταν εξηγούσε στον άντρα της τι συνέβαινε, κι όταν είδε τα μάτια του να βουρκώνουν του έδωσε μια γροθιά στο μπράτσο κι αμέσως τον αγκάλιασε σφιχτά.
“Πάντα εγώ θα σας φροντίζω! Στ’ ορκίζομαι!”

Και τους φρόντιζε… Πιο πολύ! Δεν τους άφησε να καταλάβουν καμία αλλαγή. Μόνο που τους αγκάλιαζε περισσότερο, χαμογελούσε πιο συχνά και νευρίαζε λιγότερο. Όταν έπαιρνε τα παιδιά από το σχολείο τα πήγαινε στην παιδική χαρά και γελούσαν όλοι μαζί δυνατά. Έβλεπε τα χαρούμενα μουτράκια τους να λάμπουν και φωτιζόταν η ψυχή της. Τους έφτιαχνε τα αγαπημένα τους μπισκότα και τα βράδια τους έλεγε παραμύθια. Παραμύθια χαρούμενα, με όμορφους κήπους, χρωματιστά πουλιά και γελαστά ζωάκια. Κι ύστερα τα σκέπαζε και τους φιλούσε τα χεράκια και τα χάιδευε και τους έλεγε όλα τα γλυκόλογα που ήξερε. Κι έπειτα αφοσιωνόταν στον άντρα της με όλη της την γλύκα και την αγάπη. Κι όταν άκουγε την ανάσα του να βαραίνει, σηκωνόταν αργά κι αθόρυβα από την αγκαλιά του και κλεινόταν στο μπάνιο. Δάγκωνε μια πετσέτα κι έκλαιγε σαν μωρό. Τότε αισθανόταν όλους τους πόνους που έκρυβε όλη την ημέρα, τότε ένιωθε όλη την εξάντληση που έπνιγε όλη την ημέρα αντλώντας ενέργεια από τους αγαπημένους της.

Κι ήρθαν πιο δύσκολες μέρες. Μέρες γεμάτες πόνους, εξετάσεις, φάρμακα, ζαλάδες, πληγές, παρενέργειες. Και τότε τους φρόντιζε… Και μπορεί η μαμά να πονούσε και να μην μπορούσε να τρέξει για να παίξουν κυνηγητό, αλλά μπορούσε να κάτσει στο πάτωμα και να τα γαργαλάει και να τ’ ακούει να ξεκαρδίζονται από τα γέλια και να λάμπει ο κόσμος της. Και μπορεί η μαμά να μην μπορούσε να οδηγήσει πια για να τα πάρει από το σχολείο, αλλά τα υποδεχόταν στο σπίτι με την πιο ζέστη αγκαλιά. Και μπορεί η μαμά να έλειπε για μέρες από κοντά τους όταν έπρεπε να την φροντίζουν οι γιατροί, αλλά τα βράδια τους έλεγε τα παραμύθια τους από το τηλέφωνο. Και μπορεί η μαμά να μην μπορούσε πια να μιλήσει στο τηλέφωνο αλλά τα προστάτευε η αγάπη της.

Και ήρθε μια μέρα που εκείνος ο σαστισμένος γιατρός τα είχε χαμένα ξανά… Μπροστά στον άντρα της αυτή την φορά.
“Αυτή η εξέλιξη είναι πέρα από κάθε πρόβλεψη, πέρα από κάθε προσδοκία!” μπόρεσε να πει και τα μάτια του σίγουρα ήταν βουρκωμένα.

Πέρασε λίγος καιρός και η μαμά μιλούσε ξανά, γελούσε ξανά δυνατά, έφτιαξε ξανά τα μπισκότα της και μοσχομύρισε όλη η γειτονιά, έτρεξε ξανά τον γύρο του σπιτιού ανάμεσα σε γέλια και χαρούμενες φωνές, κυλίστηκε ξανά στα πατώματα με γαργαλητά και χαχανίσματα και το σπίτι τους γέμισε ξανά φως…!!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook