Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά….4 λέξεις που σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα και διαφέρουν μόνο στον τόνο και το ύφος που επιθυμεί κανείς να προσδώσει, εκφέροντάς τις. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι “μάνα είναι μόνο μία” (και ο μπακλαβάς, γωνία) και ότι, είτε το συνειδητοποιείς την ώρα που κοιτάς το κατουρημένο στικάκι του τεστ που έχει 1 σταυρό , σαν το ψηφοδέλτιο των Κυνηγών Ολύμπου (αυτοψηφίζεται ο τύπος, ούτε καν η γυναίκα του), είτε την ώρα που βάζουν το βυζανιάρικο στην αγκαλιά σου και βεντουζώνει πάνω στη ρώγα σου, σαν το ξεβουλωτήρι της λεκάνης, αποτελεί γεγονός ΟΡΙΣΤΙΚΟ και ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΟ (you are f@cked for life!)

Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε όλες οι μανάδες να εξιστορούμαστε και να γράφουμε σκηνικά της μητρότητας για μέρες, μήνες ακόμη και αιώνες! Πόσα και πόσα έχουμε να διηγηθούμε, συγκινητικά αλλά και τραγελαφικά, δε λέγεται. Πόσες ιστορίες ξεπηδούν από την προ και μετά τέκνου-ων εποχή και αραδιάζονται στο χαρτί με την ταχύτητα του φωτός. Είναι στιγμές που το πριν φαντάζει από μακρινό εως και ανύπαρκτο. Ήσουν πραγματικά εσύ αυτή που λικνιζόταν έξαλλα στους ρυθμούς της progressive house πάνω στις πεζούλες του Cavo Paradiso, ή μήπως το ξεπατίκωσες από κάνα πάρτι που είδες στο MTV? Πότε το Cavo Paradiso έγινε, “κάμπο να ραντίσω” και κυρίως ΕΣΥ γιατί δε το πήρες πρέφα;;;

Μωρ΄το πήρες και το παραπήρες! Άσε τα σάπια σε-τα-μας! Χαμπάριασες ότι από δω και πέρα θα ακούς στο “μαμά” και τα συνώνυμα του, συχνότερα από ό,τι ακούς στο ίδιο σου το όνομα. Κατάλαβες ότι πολλά που αφορούσαν το άτομο σου και την πρότερη ζωή σου, τα αποχαιρέτησες παίρνοντας εξιτήριο από το μαιευτήριο. Ναι, ήρθαν κι άλλα, πιο ωραία και πιο μεγάλα –δεν αντιλέγω- ΑΛΛΑ, κάτι στιγμές, να σαν τη σημερινή ημέρα καληώρα, είναι που συνειδητοποιείς ότι η “τρύπα” που σε έχει ρουφήξει, είναι μεγαλύτερη από την τρύπα του όζοντος!

Μια τυπική, καθημερινή-κατά διαβολική σύμπτωση-βροχερή μέρα που έχεις αργήσει να ξυπνήσεις (γενετική διαταραχή) και κατά συνέπεια να ξυπνήσεις αυτό που κοιμάται δίπλα σου και δεν είναι ψηλό, μελαχρινό με six-pack, αλλά κοντορούφιανο με ξεραμένη μύξα στο μάγουλο και ελαφρύ ροχαλητό που σου ροκανάει το τύμπανο. Και πετάγεσαι αλλόφρων, αφού ηλεκτρονικός σου αλέκτωρ έχει γαμηθεί να λαλάει, και αρχίζεις ένα αγώνα ταχύτητας που κάνει τον Γιουσέην Μπόλτ να φαντάζει Χάιντι που πιλαλάει χαρωπά στα λιβάδια του Τυρόλο (δεν κλίνεται μάγκες, είναι ξενική λέξη).
Φτιάχνεις γάλα, αυγό τοστ, ταπεράκι με φρουτάκια για το διάλειμμα, ταιριάζεις το άουτφιτ ώστε το αδιάβροχο να ταιριάζει με τη γαλότσα που ταιριάζει με την τσάντα και το βρακί, πλέκεις κοτσίδια περίτεχνα χωρίς τιουτόριαλ από το γιουτιουμπ, φιλάς, σταυρώνεις, ζαλώνεις το τέκνο με τη σάκα και το στέλνεις στην ευχή της Παναίας με τον πατέρα του (ας κάνει κάτι και αυτός!!!!). Και τότε, έρχεται η ώρα η δικιά σου. Φυσικά, έχεις αργήσει στη δουλειά και ο χρόνος μετράει από ρουκ-ζουκ! Ωναμησουγαμησωδεδιαλεξαρουχααποχτες και αυτοειναιασιδέρωτο και πουειναιτοαδιαβροχοκαιοιμποτεςγαμωτοκαλοκαιριμουγαμωπάλιάβαφτηθαπαω και ξεχασαταφασολακιαεκτόςψυγειουκαιθαχουνξινίσει……………..χρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ( ανάσα μανιώδους καπνιστή με “γατάκια”).

Σκηνή 1η. Μπαίνεις στο ασανσέρ επιτέλους και αυτό που αντικρίζεις δεν είναι το είδωλο σου..όχι…είναι αυτή που έπαιζε στον Εξορκισμό της Έμιλυ Ρόουζ!!! Μόνο που αυτή είχε και λίγο μακιγιάζ, εσύ δε πρόκαμες. Αποστρέφεις με τη μία το βλέμμα σου με το φόβο ότι θα αρχίσει να περιστρέφεται το κεφάλι σου και να ξερνάς πράσινο υγρό στο παν ολούθε.

Σκηνή 2η . Στο δρόμο για το σταθμό, παρότι έχεις πάει μέσω Καρδίτσας για να αποφύγεις γνωστούς, θα πέσεις πάνω α) σε όλους τους πρώην γκόμενους σου που σε θυμούνται γκομενάκι Rio Mare (τρυφερό, σαν την καρδιά ενός μαρουλιού), β) στην πρώην πεθερά σου που θα σε κοιτάξει με βλέμμα “κοίταποιαπήγεκαιπαντρεύτηκεογιόκαςμου”, γ) εν τέλει ΚΑΙ στη μάνα σου που θα σε επιπλήξει που πας στη δουλειά άβαφη και με τα τσίτια (τα ασιδέρωτα βεβαίως, βεβαίως).
Σκηνή 3η . Στην αποβάθρα, όπου έρχεται και το τελειωτικό χτύπημα. Φίλη σου, μεγαλύτερη από σένα και άτεκνη αναμένει το τρένο στωικά ντυμένη και στολισμένη σαν φρεγάτα στην Μπαναγιά την Κανάλα Δεκαπενταύγουστο. Μα που είναι επιτέλους αυτή η καταπακτή;;;;; Να πέσω Θε μου στις ράγες να γλιτώσω το όνειδος;; Κι αν δεν σκοτωθώ και αργήσω κι άλλο στη δουλειά και με απολύσουν, ποιος θα θρέψει το παιδί μου;;;;;;;

Μονόδρομος. Ρεζιλιά ή θάνατος. Πλησιάζεις με ύφος άνετο και της μιλάς. Αποφεύγεις να βγάλεις γυαλί ηλίου παρότι ρίχνει καρεκλοπόδαρο, όπως και να της δώσεις το χέρι σου που ζέχνει ένα συνονθύλευμα φτηνοκολώνιας και αντιψειρικού. Μιλάς με στραβωμένο στόμα σα να αναρρώνεις από εγκεφαλικό και προτιμάς να νεύεις γιατί ευτυχώς θυμήθηκες να βάλεις σουτιέν αλλά ξέχασες να πλύνεις τα δόντια σου.

Κάπου στο Μοναστηράκι, τα τσανάκια σας χωρίζουν και σωριάζεσαι ημιλιπόθυμη στο πρώτο κάθισμα που αδειάζει. Κανείς δε θα σε σηκώσει , έννοια σου, μοιάζεις πολύ καταφρονεμένη για κάτι τέτοιο. Μόνο μάζεψε το χέρι που αιωρείται άτονο, μη και σκάσει καμιά ελεημοσύνη από το πουθενά και ολοκληρωθεί το ρομπιλίκι σου. Α, και κλείσε και το στόμα που χάσκει από τη ντάγκλα που βαράς, γιατί σου τρέχει το σαλάκι και θα σε περάσουν και για πρεζάκι από πάνω.

Ευτυχώς, κάποια στιγμή φτάνεις στο γραφείο και κλειδώνεσαι στην τουαλέτα μπας και σουλουπώσεις τον όλεθρο που έχει κατσικωθεί πάνω σου. Είσαι και ρεσεψιονίστ πανάθεμα σε και θα γελάσει και ο παρδαλός κούριερ! Πετάς ένα μακιγιάζ του λεπτού, από αυτά που το κραγιόν σου είναι σαν της Κατερίνας Χέλμη στα Κόκκινα Φανάρια και το ρουζ σου υποδηλώνει μαγουλάδες σε έξαρση. Φοράς το γυαλικό σου, κάθεσαι στο γραφείο σου και η ματιά σου πέφτει πάνω στη φωτογραφία του παιδιού σου που σου χαμογελάει.

Ναι, της αρέσεις, ναι σε αγαπάει μωρέ κακομοιρούλα μου γιατί είσαι η ΜΑΜΑ της!