Γύρισε το κλειδί στη βαριά σιδερένια πόρτα. Ο μεταλλικός ήχος ξεκλείδωσε το σπίτι μαζί με το μυαλό. Σε κάθε βήμα που έκανε μέσα στο πατρικό, φυλλομετρούσε τα περασμένα χρόνια. Με κάθε ανάσα ζούσαν δύο· ο εαυτός στο τώρα, αλλά και το παιδί που ήταν τότε. Βημάτιζε μέσα στο χώρο και ένιωθε να αλαφρώνει από το βάρος του χρόνου, ένιωθε πάλι παιδί. Για πόσο καιρό ακόμα άραγε να έχει την ικανότητα να θυμάται; Κάθε φορά ο χρόνος σκεπάζει με γκρίζα χρώματα και ξεθωριάζει τις αναμνήσεις. Καλύτερα έτσι, να μοιάζουν με πουλιά -σαν περιστέρια- που πετούν ελεύθερα, να σηκώνουν το βάρος της πραγματικότητας μέσα από το χρόνο, ενώ στη θέση τους μπαίνουν ζωηρές εικόνες του παρόντος.
Κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και είδε εκείνο το μικρό κορίτσι -τότε- να κάθεται μόνο, χωρίς γέλιο, και να σκαλίζει με ένα ξυλαράκι, την άκρη από τα ασοβάντιστα τούβλα… Γέμισε ο τόπος παιδικές φωνές, γέλια, παιχνίδια. Οι φωνές των δικών της παιδιών σπάνε τις σιωπές που έκρυβαν οι τοίχοι. Η μπάλα που της πέταξαν τα παιδιά και το κάλεσμά τους στο παιχνίδι την επανέφερε στο παρόν. Ένα περιστέρι πέταξε, μια νέα εικόνα γέμισε το παρόν.
Άρχισε να ανεβαίνει τη μαρμάρινη σκάλα. Είδε στην άκρη ένα παιδί κουλουριασμένο να κλαίει και να σφίγγει με δύναμη τα χέρια πάνω στο σώμα του. Κοίταξε καλύτερα, μέσα από το γκρίζο του χρόνου, για να αντικρίσει τις μελανιές στο δέρμα από το λουρί. Τα δάκρια σκέπαζαν τον πόνο που έτριβαν τα χέρια, μα πότιζαν και το φόβο που έχασκε ανοιχτός στην ψυχή, από την παραδοξότητα ενός γονιού· αγαπά ή τραυματίζει; … Το άγγιγμα από τη μικρή της κόρη που πέρασε δίπλα της, την έκανε να χαμογελάσει. Σήκωσε το χέρι της, τη χάιδεψε φευγαλέα στον ώμο και η υποψία ενός χαμόγελου από το παιδικό πρόσωπο, έφτασε μέχρι την καρδιά της. Ένα ακόμα περιστέρι πέταξε, την ώρα που η καινούρια εικόνα ζωγράφισε τη στιγμή.

Έφτασε σε αυτό που άλλοτε ήταν «το δωμάτιο». Δεν ήταν δικό της, δεν είχε ποτέ δικό της δωμάτιο. Εκεί έμεναν τα αγόρια, αλλά όχι αυτή. Αυτή ήταν περιπλανώμενη. Όλα τα χρόνια κοιμόταν σε μια γωνιά στο σαλόνι, ένας παλιός φθαρμένος καναπές, τη «φιλοξενούσε». Δικά της πράγματα δεν είχε πολλά και δεν της επέτρεπαν να χρησιμοποιεί το χώρο… Το κύμα των παιδικών γέλιων ήταν ασυγκράτητο. Γέμισαν το χώρο ζωηρές φωνές και γέλια. Πήρε χρώμα ο τόπος από τη «στρωματσάδα» και από τα δεκάδες πραγματάκια τους που σκόρπισαν εδώ κι εκεί αυτοί οι μικροί αντάρτες του χρόνου. Αυτό το περιστέρι πέταξε ψηλά, αφού όμως πρώτα έκανε δυο κύκλους πάνω από το δωμάτιο· γέμισε χρώμα ο αέρας, ζωντάνια η στιγμή.
Μπήκε η μητέρα του κοριτσιού μέσα, ωρυόμενη. Τα ουρλιαχτά, οι κραυγές άφηναν χαρακιές στην ψυχή. Κάθε σκίσιμο στα ρούχα, κάθε στιγμή τρέλας, έκανε τα γόνατα να λύνονται, το φόβο να θεριεύει. Τα μικροαντικείμενα του χώρου γίνονταν όπλα της μητέρας, πυρά μέσα στην παιδική ψυχή. Όσο κι αν έκλεινε τα μάτια, όσο κι αν πισωπατούσε, δε μπορούσε να διώξει τη στιγμή. Μαρμάρωνε τότε· δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα πόδια της, δεν έτρεχε για να προστατευθεί. Καθόταν εκεί, ακίνητη, παγωμένη και γινόταν ο στόχος της εκτόνωσης του ανεξέλεγκτου θεριού. Οι μυρωδιά του φόβου είχε ποτίσει εκείνο το χαλί… Η μουσική γέμισε το χώρο. Τραγούδια και παιδικές φωνές ετοίμαζαν το πάρτυ για το γιο, που καμάρωνε με μάτια λαμπερά τις αδερφές του να στολίζουν τον τόπο με χρωματιστά μπαλονάκια. Οι παιδικές σφυρίχτρες γέμισαν αέρα και έκαναν μικρούς και μεγάλους να τρέχουν ξεκαρδιστικά. Γέλια, γκριμάτσες και τρεχάλες, όλα στην υπηρεσία της γιορτής των γενεθλίων. Ήταν τα πρώτα γενέθλια που γνώριζε αυτό το σπίτι. Δύο περιστέρια άνοιξαν τις φτερούγες τους αφήνοντας χρωματιστές ουρές στο πέρασμά τους.
Η μητέρα της και γιαγιά πλέον, στάθηκε να τους παρατηρήσει. Το πρόσωπό της ίδιο σχεδόν. Μόνο ο χρόνος είχε σκάψει την πιο συνηθισμένη της έκφραση επάνω του. Το «τότε» και το «τώρα» σε μια στιγμή που φέρνει κόμπο στο λαιμό. Ανοίγει η μητέρα τα χέρια της για να αγκαλιάσει παιδί και εγγόνια. Το παιδί μένει μαρμαρωμένο, αποστρέφεται την αγκαλιά, απωθεί το άγγιγμα. Τα εγγόνια τρέχουν κοντά της και γεμίζουν την αγκαλιά της. Ένα ακόμα περιστέρι, λαβωμένο, άφησε με δυσκολία τη στιγμή. Λίγες άτσαλες πινελιές χρώμα μπήκαν στο κουρασμένο από τα χρόνια πρόσωπο της γιαγιάς.
Περιστέρια πολλά ξεσηκώνονταν από κάθε γωνιά του σπιτιού, τινάζοντας τη στάχτη της λήθης, γεμίζοντας το χώρο με χρώμα από το «σήμερα». Κάθε βήμα, κάθε ανάσα, κάθε μικρό ξεχασμένο αντικείμενο, απελευθέρωνε αυτά τα γκρίζα πουλιά. Άφησε το βήμα της να την οδηγήσει στο μπαλκόνι. Είδε τον ίδιο ουρανό που -τότε- σήκωνε τα μάτια αφήνοντας ευχές να έχει ένα γονιό για να φωλιάσει και φτερά για να πετάξει. Άκουσε ο ουρανός και έφερε μια Άλλη Μαμά. Δε χρειάζονται γκρίζα περιστέρια για να ελαφρύνουν τη δική της σκέψη. Αυτό το βράδυ, δεν έχει δάκρυ, ετούτη τη νύχτα, δεν έχει φόβο. Τα βήματά της άφηναν πίσω, τα ευτυχισμένα χαμόγελα των δικών της παιδιών που ξεφάντωσαν με την ψυχή τους. Οι ήρεμες αναπνοές τους, και τα παραδομένα, στην αγκαλιά του Μορφέα, κορμάκια τους, της έδιναν την ελευθερία να κλείσει τη μέρα με αγαλλίαση. Περπατούσε ανάλαφρα στα σοκάκια, κάνοντας ένα διάλειμμα από τη φροντίδα και τις έγνοιες της δικής της οικογένειας. Τόσα περιστέρια του παρελθόντος είχαν πετάξει, πόσα χρώματα του παρόντος είχαν γεμίσει το νου της. Τώρα όμως, ήρθε η στιγμή· να νιώσει εκείνη Παιδί.