Πως τα καταφέρνω πάντα έτσι δεν μπορώ να καταλάβω. Σχεδόν κάθε φορά ξεκινάω να γράψω κάτι και το μυαλό με πάει άλλου. Τώρα πχ. θα ήθελα να σας γράψω μια αστεία κι όμορφη ιστορία για να περάσει χαλαρά η ώρα διαβάζοντας. Μια μικρή ανατροπή όμως μ’ έκανε να αλλάξω το θέμα μου εντελώς και να σας πω για άλλη μια φορά κάτι που μου συνέβη, να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις και προβληματισμούς και να σας ανοίξω ακόμη λίγο την ψυχή μου.

Όσοι έχετε ξαναδιαβάσει κείμενα μου (εσάς τους δυο τρεις εννοώ ) πιθανόν έχετε καταλάβει πλέον ότι απέχω πολύ από όλα τα κλασικά. Δεν είμαι κλασική μάνα, δεν είμαι κλασική κόρη ούτε καν κλασική σύζυγος. Έχω τη δική μου κοσμοθεωρία κι ευτυχώς που ο σύντροφος μου συμβαδίζει μ’ αυτήν, τις περισσότερες φορές τουλάχιστον. Κι αυτές τις λίγες φορές που λοξοδρομεί επανέρχεται ευτυχώς γρήγορα κι αβίαστα #not.

Φτάνει τόσο όμως, ας σας βάλω στο κλίμα των γεγονότων. Επιτρέψτε μου μια μικρή εισαγωγή για να μην σας μπερδέψω. Το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά μου είναι η Ελένη. Ετών δεκαεννιά και κουκλί ζωγραφιστό. Επίσης μέχρι πρόσφατα φοιτήτρια του Πολυτεχνείου στο τμήμα πολιτικών μηχανικών. Και πριν αρχίσετε να μου δίνετε συγχαρητήρια για την αποφοίτηση της βλέποντας το “μέχρι πρόσφατα” σας ενημερώνω ότι το κορίτσι μου πριν λίγες μέρες αποφάσισε ότι δεν θα συνεχίσει τις σπουδές της. Τώρα θα μου πείτε τι σας νοιάζει εσάς, βασικά ούτε κι εμένα πολυνοιάζει. Αλλά έτσι κουβέντα να γίνεται.

Βασισμένη σ’ αυτό λοιπόν και με την ελπίδα ότι διαβάζοντας με κάτι μπορεί να σας κάνει να σκεφτείτε, είπα να σας γράψω τις σκέψεις μου. Δεν σας κρύβω λοιπόν ότι στην αρχή μου ήρθε κατραπακιά. Προσπαθούσα να επεξεργαστώ αυτό που μου ανακοίνωσε το παιδί μου. Όλο κι όλο μια πρόταση “δεν μπορώ άλλο μαμά μου”. Μετά άρχισα να σκέφτομαι τι ακριβώς δεν μπορεί. Και να συζητάω μαζί της. Δεν μπορεί μόνη λοιπόν, δεν μπορεί να γυρνάει το βράδυ σε ένα άδειο σπίτι. Δεν μπορεί να μην έχει κάποιον δίπλα της, να της κάνει μια αγκαλιά αν ξυπνήσει τη νύχτα τρομαγμένη.

Το πρώτο βράδυ μετά την ανακοίνωση της δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν την πρώτη μου αντίδραση που ήταν έντονη. Σκεφτόμουν το σκυμμένο της κεφάλι, σκεφτόμουν πόση απελπισία έκρυβε αυτό το “δεν μπορώ άλλο”. Το πρωί λοιπόν της είπα ότι θα κάνει αυτό που νομίζει αυτή, αυτό που θα την κάνει ευτυχισμένη και να μην σκέφτεται τίποτα άλλο. Είχα ένα ραντεβού και την ρώτησα αν θέλει να έρθει μαζί μου. Με κοίταξε στα μάτια και με ρώτησε αν ντρέπομαι γι’ αυτήν. Το παιδί μου έστω και για στιγμή σκέφτηκε ότι υπάρχει περίπτωση να ντρέπομαι για τις επιλογές της. Επιτρέψτε μου λοιπόν να της αφιερώσω την επόμενη παράγραφο, μια που μου είναι πιο εύκολο να γράφω παρά να μιλάω.

Δεν ντράπηκα ούτε κι υπάρχει περίπτωση ποτέ να ντραπώ για κανένα από τα παιδιά μου. Αρκετές ενοχές κουβαλάω πάνω μου που μου φορτώσανε άλλοι. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα στον κόσμο που θα με κάνει να φορτώσω ενοχές τα δικά μου παιδιά. Δική τους η ζωή, δικές τους κι οι επιλογές. Θα πω τη γνώμη μου αν μου ζητηθεί αλλά μέχρι εκεί. Και δεν είναι από αδιαφορία αλλά από αγάπη. Κάνοντας λάθη μαθαίνουν και συνεχίζουν δυνατότερα. Κι ας πονέσουν κάποιες φορές. Ξέρουν ότι θα είμαι εκεί αν με χρειαστούν, όπως επίσης ξέρουν ότι μπορώ να μείνω τελείως αμέτοχη αν μου το ζητήσουν. Κάποιες φορές πονάω εγώ περισσότερο ξέροντας ότι οδηγούνται σε αδιέξοδο. Χαίρομαι όμως τόσο πολύ όταν τα καταφέρνουν. Κι αν πάλι τύχει και δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν χάλασε ο κόσμος. Την υγειά μας να ‘χουμε κι όλα ξεπερνιούνται.

>Πέτα λοιπόν ξινολαχανάκι μου. Πέτα όσο ψηλότερα μπορείς και μην κοιτάξεις ποτέ κάτω. Κι αν ο ήλιος σου κάψει τα φτερά εγώ θα είμαι εδώ για να σε πιάσω πέφτοντας. Να μετριάσω όσο μπορώ τις συνέπειες της πτώσης σου. Και να σε πάρω αγκαλιά. Όχι όμως για να σε κρατήσω χαμηλά. Για να σου δώσω ώθηση να πας ακόμη ψηλότερα. Για να μην ακούσω ξανά πόνο κι απελπισία στη φωνή σου.

Πέτα λοιπόν μωρό μου. Πέτα ψηλά.