Peth er ah!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες. Και για πριγκίπισσες. Ο δε συνδυασμός αυτών, μια πικρή ιστορία. Ειδικά όταν θέλουν να ενώσουν τα βασίλεια τους. Το οποίο γεγονός, σύμφωνα με τα παραμύθια, πρέπει να επισφραγιστεί με τελετή. Και καπάκι, φαγοπότι για τους υπηκόους που έραναν το βασιλικό ζεύγος με ροδοπέταλα και τους πήγαν και δώρο τασάκι και παγόνι-λαμπατέρ και τους ευχήθηκαν ολόψυχα «παιδιά, να ζήσετε και κοιτάξτε να τα βρείτε και να μην το διαλύσετε γιατί φράγκα για άλλο δώρο δεν παίζουν, αν ξαναπαντρευτείτε και μας καλέσετε θα πάρετε ένα βαζάκι από πηλό που έφτιαξε η μικρή στα καλλιτεχνικά στο σχολείο της, με ντεκουπάζ από χαρτοπετσέτα φρόζεν, που προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε εδώ και 2 χρόνια, το νου σας».

Έχοντας λοιπόν στο μυαλό, ότι μία φορά τους παίρνει να παντρευτούν, δεν έχει δεύτερη, το ζευγάρι αποφασίζει να το ρίξει έξω. Να μην υπολογίσει έξοδα. Θα το κάψουν, θα γίνει το καμός, θα γράψουν για τον γάμο τους οι κοσμικές στήλες, θα μιλούν γι’ αυτούς οι επόμενες γενιές στα βάθη των αιώνων, τσεκάρουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, 26 σεντς. Και οι δύο, ΜΑΖΙ. Ωωωω, ήττα! Έτσι λοιπόν, ο ξυπόλυτος πρίγκιπας και η κουρελιάρα σταχτοπούτα πέφτουν στην ανάγκη της κακιάς μάγισσας με το σατανικό αρχαίο κέλτικο όνομα Peth er ah! Που παίρνει το ζήτημα «τραπέζι γάμου» πάνω της. (facepalm)

Το πεθερόνι λοιπόν, τρίβει τα χέρια του που πιάνει το ζευγάρι σε στιγμή αδυναμίας και μπορεί να χωθεί και να κάνει τα δικά του, αυτή την ευκαιρία περίμενε όλη τη ζωή της, επιτέλους, ήρθε η στιγμή της να λάμψει! Αγνοεί όλες τις συστάσεις του ζευγαριού, «μα μητέρα, να συμβουλευτούμε το internet να κάνουμε έρευνα αγοράς, ας μην βιαστούμε να κλείσουμε μαγαζ…», «νο σακερς, μαι μανυ, μαι τσοις!» απαντάει ο Νταρθ Βέηντερ από τη Στούπα Μεσσηνίας και συμπληρώνει με στόμφο «έχω άνθρωπο». Καπάκι, επιδεικτικά, βγάζει το κινητό και με νύχια γυπαετού πληκτρολογεί «Νίτσα του Φίλιππα».

-Έλα Νίτσα μο, ο Νταρθ είμαι, τι κάνεις μανα μο; Θέλου το τηλέφων’ του ανθρώπου, ξες. Θα κάμομε εκεί το τραπέζ’, εεε τα πιδιά καταλαβαίνς, χαλάμ’ ιμείς οι γονιοί χατίρια, ότι θέλουν αυτά, ιμείς κομπάρς είμαστ’ τι είμαστε… ναι ναι σημειώνω.

Ο «άνθρωπος» έχει μαγαζί. Από χασαποταβέρνα ξεκίνησε αλλά ο μπάρμπας που το άνοιξε τη δεκαετία του ’50 μυρίστηκε χαρτί και κατέβασε app και το αναβάθμισε το 1966, έβαλε και ταμπέλα έξω, «ΔΕΚΤΑΙ ΑΙ ΚΟΣΜΙΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ. ΓΑΜΟΙ, ΚΗΔΕΙΑΙ, ΜΠΑΡ ΜΙΤΣΒΑ». Ο γιος του ανθρώπου αυτού, είναι ο θείος του μπατζανάκη της γειτόνισσας της κουμπάρας της αδερφής της Νίτσας. Του Φίλιππα. Που είναι κολλητή της πεθεράς. Που έχει το μαρούλι. Που θα πλερώ το τραπέζι του γάμου. Γκέγκε;

Κάπως έτσι λοιπόν, γίνεται το κονέ και κανονίζουν να πάνε για ένα ραντεβού, το ζευγάρι με την πεθερά w, έρχεστε και από την κυρία Λίτσα…»

-Νίτσα…

«… το ίδιο κάνει, η κυρία Λίτσα δεν είναι φίλη, είναι αδερφή, δεν θα σας κάνω τιμές πελάτη, δε θα βγάλω από σας, εσείς είστε παιδιά μου, 73 ευρώ το άτομο και θα σας κάνω δώρο και την τούρτα που θα κόψετε, δε τρώγεται, είναι γύψινη όμως, το νου σας».

Της πεθεράς της είχε φύγει η μαγκιά, είχε σκύψει το κεφάλι, το ζευγάρι έκλαιγε αγκαλιασμένο, αποχαιρετούσαν τα όνειρα και τις ελπίδες τους, μέχρι εδώ ήταν η ζωή τους, από την ντροπή θα έπρεπε να κάνουν χαρακίρι μπροστά στους καλεσμένους, με το που θα τους σέρβιρε ο μετρ – σερβιτόρος – μάνατζερ – λατζιέρισσα το φιλέτο γάτας με σος για να γλυστράει, το κάρφωνες και νιαούριζε, αντί να το φας το υιοθετούσες και σου έπιανε ποντίκια ως ένδειξη ευγνωμοσύνης που το πήρες σπίτι σου, το δε κρασί είχε γεύση μπενταντίν, το καλό ήταν πως σκότωνε τα μικρόβια εντός σου. Και εκτός σου. Αν το ψέκαζες, ψόφαγαν όλα τα έμβια όντα σε ακτίνα 8 χιλιομέτρων. Τα μαχητικά αεροσκάφη μας, λέει, λόγω οικονομικής κρίσης πια, όταν εμπλέκονται σε αερομαχίες, δε ρίχνουν πυρά, κρασί του Χαραλάμπη ψεκάζουν τα εχθρικά αεροσκάφη, και κοντεύουμε να πάρουμε την Πόλη, ανίκητοι είμαστε, το απόλυτο υπέρ-οπλο, στην υγειά σας #NOT.

Η ιστορία μας θα είχε λήξει άδοξα, το ζευγάρι όντως θα είχε κάνει εκεί το γάμο του και θα γελούσαν και τα πόμολα μέχρι να σβήσει ο ήλιος, αν το πεθερόνι δεν ήταν πρωταθλήτρια στην κωλοτούμπα, ολυμπιονίκης αδιαφιλονίκητος, ειδικά όταν επρόκειτο για τα λεφτά της, με τα οποία ήθελε να κάνει κουμάντα μεν, δεν ήταν κορόιδο, δε. Αποχαιρετώντας τον Χαραλάμπη Uber Alles λοιπόν και ενώ έτρεχαν σαν τον Μπόλτ προς την έξοδο, γυρνάει και λέει στο ζευγάρι που θρηνούσε το γάμο του, «αυτού του internet που λέτε… μήπως έχει τίποτα καλύτερο να δούμ’; Δε μι άρεσε αυτού… Ε και η Νίτσα του Φίλιππα. Σάματις ξερ΄τίπτα; Χουριάτισσα ήντουνα, χωριάτισσα έμεινε! Θα μου πει εμένα αυτή που θα κάμω το γάμο του παιδιού μο; Η Τούλα του Παναγιώτ΄όμως, ξερς μωρέ, του Τσιμπιδιάρη…ε αυτή έκαμε γάμο από του Νετ. Να τριβς τα μάτια σου, σου λέει. Για ψάξτο. Οχι που θα με πιάσει ιμένα κορόιδ’ ο Χαραλάμπς… Ου λιγδιάρς. Άκου 73 ευρώ, 73 να είν’ οι ώρες του. Ψάξε στου internet, παιδί μο, σ’ λέω… στου internet!»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook