Πωλούνται “όνειρα” σε δόσεις

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ξαπλωμένη ακόμα στο κρεβάτι, κοιτούσε το ταβάνι και σκεφτόταν, “άραγε πόσο να πηγαίνει το νεφρό στην μαύρη αγορά οργάνων;”

Τρεις μήνες “μέσα” την είχε το αφεντικό της και τα έξοδα έτρεχαν πιο γρήγορα και από τον Κεντέρη στις ντοπαρισμένες δόξες του. Οι ελάχιστες αποταμιεύσεις της είχα γίνει καπνός και ο σπιτονοικοκύρης πίεζε για τα ενοίκια που του χρωστούσε. Διότι κάπως έτσι πήγαινε το πράγμα. Αλυσίδα! Και να ήταν και κανένας μπίχτουλας ο δόλιος, να του κάνει τα γλυκά τα μάτια μπας και τη λυπηθεί. Ένας ταλαίπωρος γεράκος ήταν, που από τα ενοίκια περίμενε να φάει και να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ. Άρα το ενδεχόμενο να πουλήσει το κορμί της, που μεταξύ μας δεν έλεγε και πολλά, ήταν εκτός τραπεζιού.

Κορμί λοιπόν δεν έπαιζε να πουλήσει. Ψυχική ακεραιότητα και ανεξαρτησία ούτε κατά διάνοια να τα βγάλει στο σφυρί επιστρέφοντας στο πατρικό της λίγο πριν τα τριάντα πέντε. Άρα τι απέμενε; Το νεφρό της, κατέληξε και σηκώθηκε με βαριά καρδιά από το κρεβάτι. Αλλά και αυτό χλωμό το έκοβε να έβρισκε ενδιαφερόμενο. Θα μπορούσε να πουλήσει βέβαια και τρέλα, αλλά και από αυτή λίγη της απέμενε. Διότι πουλώντας τρέλα την έβγαζε καθαρή μήνες τώρα. Πουλούσε τρέλα στους γονείς της που νόμιζαν πως ζει βίο ανθόσπαρτο έστω και χωρίς άντρα. Πουλούσε τρέλα στους φίλους της , για την ακρίβεια εκεί η τρέλα πήγαινε και ερχόταν. Πουλούσε τρέλα στους συναδέλφους της που κλαιγόντουσαν 24/7. Αλλά το κυριότερο ήταν πως πουλούσε τρέλα στον ίδιο της τον εαυτό.

Έφτιαξε ένα καφέ μερακλίδικο, βαρύ γλυκό και άνοιξε το παράθυρο της κουζίνας. Από τέτοια μικρά πράγματα κρατιόταν. Από μικρές απολαύσεις που δεν θυσίαζε. Το καφέ της πάντα περιποιημένο τον έπινε (και ας φοβόταν πως σε λίγο θα έπρεπε να πίνει καφέ από ρεβίθι). Τα τσιγάρα της δεν τα άλλαζε (άραγε η καλλιέργεια καπνού σε γλάστρα στο μπαλκόνι απαιτεί ειδική άδεια;). Και κολόνια φορούσε πάντα ( κολλητή είχε γίνει με την υπάλληλο στο αρωματοπωλείο με τα χύμα αρώματα , ποια αυτή… που ο ένας τοίχος του οίκου DIOR θα έπρεπε να έχει το όνομα της). Όχι κολόνια, τσιγάρα και καφές θα ήταν το τελευταίο οχυρό που θα έπεφτε και εκείνη θα έπεφτε μαζί του.

Και όσο τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά του πρώτου τσιγάρου της μέρας, ξανάριξε στο τραπέζι του μυαλού της όλα τα χαρτιά. Σημαδεμένη όμως η τράπουλα και πάλι δεν έβγαιναν. Δανεικά δεν μπορούσε να ζητήσει γαμώ τις αρχές της. Ίσως γιατί ήξερε πως δεν θα τα επέστρεφε ποτέ. Πλύση εγκεφάλου της είχαν κάνει οι γονείς όσον αφορά τον δανεισμό, γι’αυτό και όποτε την έπαιρναν τις παλιές καλές μέρες για πιστωτικές κάρτες, το έκλεινε λες και την είχε πάρει ο εξαποδώ ο ίδιος. Τίποτα, μια λύση υπήρχε. Κάτι έπρεπε να πουλήσει…αλλά τι;

“Έρωτα” πουλούσε και αγόραζε αβέρτα χρόνια τώρα. Αλλά από αυτό το αλισβερίσι για έναν περίεργο λόγο πάντα μείον έβγαινε το ταμείο. Αλλά έρωτα έναντι χρηματικού ποσού δεν θα μπορούσε να πουλήσει. Και όχι τίποτα άλλο τον είχε τον αγοραστή έτοιμο. Χρόνια την γυρόφερνε και τον συμπαθούσε. Γι’αυτό και ποτέ δεν του έδωσε το παραμικρό δικαίωμα για κάτι παραπάνω. Αν δεν τον συμπαθούσε μπορεί και να είχε αποπειραθεί κάτι, αλλά ήταν φίλος της, αδελφός της. Τουλάχιστον έτσι τον έβλεπε. Και όσο ξεκάθαρο και αν του το είχε κάνει εκείνος εκεί. Άλλες φορές διακριτικά , άλλες πιο επίμονα, εκεί σαν το γραμματόσημο.

Και είχε και τις παλαβές τις φίλες της να την πιέζουν. Αλλά άντε να εξηγήσεις πως αν δεν σου κάνει κου κου από την αρχή δεν παίζει να σου κάνει στους αιώνες, των αιώνων, αμήν! Βοήθεια μας… Αν το θέμα ήταν ένα πήδημα, δεν θα είχε ηθικούς ενδοιασμούς. Ατυχή πηδήματα ουκ ολίγα της είχαν τύχει. Το θέμα ήταν πως εκείνος την είχε δαγκωμένη τη λαμαρίνα, σαν ντόπερμαν σε οίστρο, και δεν του την έπαιρνες από το στόμα, ούτε με λοβοτομή. Και εκείνη πολλά ήταν, αλλά πουτάνα στην ψυχή δεν ήταν. Πιο ηθικό το έβρισκε να σαλιαρίσει με τον σπιτονοικοκύρη της, παρά να πουλήσει ψεύτικο έρωτα.

Κοίταξε απελπισμένη το ρολόι της και συνειδητοποίησε πως πάλι θα αργούσε στη δουλειά. Και όσο βιαστικά ντυνόταν αποδέχτηκε πως ούτε νεφρό, ούτε κορμί, ούτε τρέλα, ούτε έρωτα θα πουλούσε. Τα όνειρα της θα ξεπουλούσε σιγά σιγά και μάλιστα σε δόσεις. Φως, νερό, τηλέφωνο, πωλούνται “όνειρα” σε δόσεις μουρμούρισε σαν άλλος Χατζηχρήστος και περιμένοντας στην στάση το λεωφορείο, σχημάτισε στο κινητό της τον αριθμό του πατρικού της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook