Άδεια βλέμματα, ανούσιες συζητήσεις, άψυχες χειραψίες. Πώς κατέληξε να χωράει η ζωή σε μια μόνο πρόταση;

Κάποιοι, κάπου, κάποτε χάριζαν αληθινά χαμόγελα παντού, δεν κοστίζει τίποτα συνήθιζαν χαριτολογώντας να λένε. Σήμερα, δύσκολα ανταλλάζεις δύο κουβέντες, πού να βρεις άνθρωπο να αντέχει να τις ακούσει. Γιατί αν κάποτε καταφέρναμε να μιλάμε ουσιαστικά, οι δρόμοι θα ήταν πλημμυρισμένοι δάκρυα και χαμόγελα. Πού να χωρέσει, όμως, λίγη ανθρωπιά στην γκρίζα κοινωνία; Το μόνο που μάθαμε και μας έμεινε πια είναι να κατατάσσουμε ανθρώπους σε κατηγορίες: “αυτός είναι δυστυχισμένος”, “αυτός δεν έχει προβλήματα”, “αυτός είναι πλούσιος, φτωχός, καρμίρης, μοναχικός…”

Δεν μας έμαθε, βέβαια, κανείς πως οι άνθρωποι δεν κατηγοριοποιούνται, είναι μοναδικοί και συνάμα σύνθετοι, δεν θα έπρεπε να χωράνε σε καλούπια και πρότυπα, δεν τους αξίζει. Πράγματι, μπορεί κανείς να είναι δυστυχισμένος, αλλά δεν είναι μόνο αυτό και ίσως το γεγονός πως τον έχουμε ήδη “αρχειοθετήσει” να του προσδίδει λίγη λύπη παραπάνω.

Η ανθρώπινη δυστυχία φαίνεται στο ότι στην ερώτηση «πώς είσαι;», απαντάμε ασυναίσθητα «καλά είμαι». Χωρίς πραγματικά να σκεφτούμε αν όντως είμαστε καλά, αν ζούμε ή αν απλώς επιβιώνουμε, αν θέλουμε να μοιραστούμε την ευτυχία ή τη δυστυχία μας με κάποιον. Θέλουμε μονάχα να μη μάθει κανείς τι περνάμε και γιατί. Ίσως, έτσι, τελικά να αποφύγουμε μια ακόμη άδεια συζήτηση, ένα “μην αγχώνεσαι, όλα καλά θα πάνε”. Δεν νομίζω να έλυσε κανείς τα άλυτά του έτσι.

Αν θα ήθελες ποτέ πραγματικά να βοηθήσεις, μην το κάνεις με λόγια που ούτε εσύ πιστεύεις. Χαϊδεύοντας αυτιά δεν κλείνεις πληγές.

Είναι σαν τη συγγνώμη, εκείνη που τη λες τόσο συχνά, που τελικά έχασε την αξία της, πήγε κι αυτή στα “προς απόσυρση”. Κάποτε οι λέξεις είχαν νόημα, ίσως, γιατί δε λέγονταν τόσο συχνά, ίσως γιατί πάσχιζες, για να τις αποκτήσεις. Μαζί με το νόημα των λέξεων, χάσαμε στην πορεία και τους εαυτούς μας.

Κι αν ρωτάς τι έχει μείνει από μένα, λίγη στάχτη απ’ το τελευταίο σου τσιγάρο κι ένα χαρτάκι με το βιαστικό σου “σ’ αγαπώ, θα τα πούμε το πρωί “. Αυτό είμαι εγώ, λίγα απομεινάρια από τις λέξεις σου, κάτι λίγο απ’ το πολύ σου. Σου χάρισα την ψυχή μου κι εσύ την έβαλες υποθήκη. Τι να λέμε τώρα, με ξεπούλησες πριν ακόμα με αποκτήσεις.

Και ίσως τελικά, γι’ αυτό αποφεύγουμε πια τις συζητήσεις. Γιατί σηκώθηκαν τόσοι τοίχοι, που προσκρούσαμε σε όλους, και είναι τόσες οι πληγές που δεν αντέχουμε ακόμα μερικές.

Αν ακόμα αναρωτιέσαι γιατί στο απέναντι μπαλκόνι το μεσήλικο ζευγάρι, κάθεται στο τραπεζάκι, χωρίς να ανταλλάσσει κουβέντα, κοιτώντας μόνο τον σκοτεινό δρόμο και τα αμάξια που συχνά- πυκνά περνάνε, ίσως τόσα χρόνια, να εξάντλησαν όσα είχαν να πουν και στέρεψαν από λέξεις. Ίσως πάλι στη σιωπή να χωράνε όλες οι κουβέντες που έχουμε ανάγκη να πούμε, όλες οι αλήθειες που δεν μπορέσαμε ποτέ να κρύψουμε. Το θέμα είναι να βρούμε άνθρωπο να αντέχει να ακούσει, να θέλει και να μπορεί.

Στην τελική, μπορεί να είμαστε μόνο χώμα και νερό, αλλά θα άξιζε να γίνουμε φωτιά και αέρας; Αξίζει τελικά να σπαταλήσουμε τη ζωή μας σιωπηλοί ή ας είναι γραφτό μας να χαθούμε στην άβυσσο των λέξεων;

 

Κυριακή Χατζηκαντή