Για πόσο ακόμα θα στέκεσαι στο περβάζι του παραθύρου να κοιτάς τα σύννεφα που φεύγουν μακριά; Ναι, το ξέρω, εύχεσαι να μπορούσες κι εσύ να ανέβεις ψηλά μαζί τους, να απλωθείς πάνω από όλο τον κόσμο κι όποτε δεν γουστάρεις κανέναν, να ρίχνεις βροχή και να τους κάνεις μούσκεμα.
Σε πιστεύω, έχω βρεθεί κι εγώ εκεί, καβάλα πάνω σε ένα μηχανικό άλογο που σκορπάει φωτιά και θάνατο. Δεν μισείς τους πάντες, το καταλαβαίνω, απλά είναι κάποιες στιγμές που δε θες να μιλάς σε άνθρωπο. Δε θες να ανοίξεις το στόμα σου γιατί φοβάσαι αυτό που θα βγάλει, λόγια απαίδευτα, αμάσητα, ατόφια. Και τα λόγια τσακίζουν αυτά που τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δεν κατάφεραν.

Για πόσο ακόμα θα περνάς το κατώφλι της πόρτας, έτοιμος ν’ αδράξεις τη μέρα αλλά το μόνο που κάνεις είναι να συχνάζεις στα ίδια στέκια, στα ίδια σημεία, με τους ίδιους αγνώστους και διαφορετικούς γνωστούς; Τι νομίζεις ότι κάνεις, σκοτώνοντας κάθε λεπτό από την υπόλοιπη ζωή σου, για να επαναλαμβάνεις τον ίδιο κύκλο; Το τέλος του δεν αλλάζει, γι αυτό και λέγεται κύκλος φίλε μου. Η λούπα μένει ίδια, όσο πολύχρωμα κι αν την ντύσεις και το βαφτίσεις «Νέο ξεκίνημα».
Αρχίδια.
Αλλά, όπως σου είπα και πιο πάνω, σε καταλαβαίνω. Το να κοιτάς μία οθόνη, ένα ταβάνι, ένα βιβλίο, μία κενή σελίδα, είναι ο μοναδικός τρόπος να καταλαγιάζεις το μυαλό σου. Να το βάζεις σε γνωστά καλούπια, να μην το κουράζεις με οτιδήποτε νέο, άγνωστο, επικίνδυνο. Γιατί όλα τα καινούργια είναι επικίνδυνα, πρωτόγνωρα, σου στέλνουν ρίγη σε όλο σου το κορμί και ξύνεσαι απεγνωσμένα προσπαθώντας να τα σταματήσεις.

Θες να ξεφύγεις, να ταξιδέψεις, να γνωρίσεις και να αγαπήσεις. Θες να απέχεις, να μην αντέχεις, να προσέχεις και να τρέξεις. Πίσω από τον τοίχο, πίσω από την κουρτίνα που έριξαν σε μία σκηνή που δεν σε κάλεσαν ποτέ, πίσω από το παραπέτασμα καπνού που ύψωσαν για να σε ξεγελάσουν.
Και παρ’ όλο που το ξέρεις ότι είναι ψεύτικο, εσύ το κατεβάζεις αμάσητο και λες κι ευχαριστώ. Υποκλίνεσαι, χαμογελάς, γυρνάς την πλάτη και καμπουριάζεις από τη μάζα σκατά που έχουν ρίξει στη πλάτη σου.
Και σε ρωτάω λοιπόν ξανά:

Για πόσο ακόμα θα κοιτάς αδειανά πρόσωπα; Μάτια που υπόσχονται κι όταν ανοιγοκλείσουν ξεχνάν τι υποσχέθηκαν; Στόματα που μιλάνε για αλήθειες και ντύνουν με πλουμιστά κουρέλια τα ψέμματα που σιγοψιθυρίζουν; Χέρια που αγγίζουν αλλά αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια; Καρδιές που χτυπούσαν μόνο για σένα αλλά όταν ήρθαν τα δύσκολα σίγησαν, ξεχάστηκαν, σταμάτησαν;
Μην αγγίζεις τον καθρέφτη και βρίζεις το είδωλό σου, δεν σου φταίει.
Μη περνάς από παρέες που σου χάριζαν γέλιο και τώρα σου χαρίζουν αδιαφορία, δεν αξίζει.
Μη καταριέσαι τη μάνα σου που σε γέννησε, δεν φταίει.
Και κυρίως, μην αφήνεσαι στο ρέμα που παρασύρει εικόνες, όνειρα, φιλοδοξίες κι επιθυμίες.
ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ.

Ξέρεις τι αξίζει, λοιπόν;
Η πρώτη ανάσα που θα πάρεις το πρωί και θα την κρατήσεις για όσο περισσότερο γίνεται. Είναι η καινούργια σου μέρα.
Το πρώτο χαμόγελο που θα μοιράσεις – ή θα σου μοιράσουν – και θα καταλάβεις ότι είναι ατόφιο. Θα είναι και το πιο αληθινό.
Το πρώτο χάδι που θα δώσεις – ή θα νιώσεις – και θα μείνει για ελάχιστα δευτερόλεπτα παραπάνω από το συνηθισμένο. Θα είναι και το πιο υποσχόμενο.
Το πρώτο φιλί που θα ζεστάνει τα μάγουλα σου – ή τα χείλη σου – και δε θα θες να τελειώσει. Δε θα πρέπει να τελειώσει.

Κι αν ποτέ σου έρθει πάλι η επιθυμία να γυρίσεις στα ίδια, παλιά στέκια, με τις ίδιες βιτρίνες, τα ίδια ψεύτικα λόγια, τους ίδιους παντογνώστες παρλαπίπες, ανέβα στο ψηλότερο σκαλί, πιάσε το μεγαλύτερο κάγκελο, πάρε την πιο βαθιά σου ανάσα και φώναξε.
Ούρλιαξε.
Αποσιώπησε τα πάντα με την κραυγή σου.
Βράχνιασε μέχρι να ματώσει ο λαιμός σου.
Και τότε θα δεις την απίστευτη κι αστείρευτη γλύκα που έχει να σου δώσει ένας νέος, θαυμαστός κόσμος.

Πόσο ακόμα θα γυρνάς στα στέκια εκείνα,
που σ’ έχουνε πικράνει,
ανήσυχό μου αλάνι,
πότε θα βρεις λιμάνι
τόση ντροπή δε φτάνει;
Το κόλπο αφού δεν πιάνει,
ετούτο το σεργιάνι,
γέμισε μυστικά…