Ποτέ ξανά!

Γυαλιά… Εκατοντάδες μικρά γυαλιά να λάμπουν προκλητικά κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι, να στραφταλίζουν με θράσος δίπλα στα ακίνητα πόδια της. Λες και τ’ αστέρια ξεκόλλησαν και έπεσαν από τον ουρανό στη γη.

Και ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Όρκο θα έπαιρνε πως την άκουγε καθώς διέγραφε την πορεία της. Από τον ώμο είχε ξεκινήσει, κατηφόριζε στον αγκώνα της, κοντοστεκόταν για λίγο στα ακροδάχτυλα της και ύστερα έκανε ένα σάλτο μορτάλε για να προσγειωθεί μ’ ένα αφύσικο γδούπο πάνω σ’ ένα κομματάκι γυαλί βάφοντας το κόκκινο. Αιμορραγούσε…

“Άχρηστη! Που θα τολμήσεις εσύ να ζητήσεις διαζύγιο από μένα, Μπες παλιοπουτάνα μέσα στο αμάξι γαμώ τον Αντίχριστο σου!” τον ξανάκουσε να της ουρλιάζει , μόνο που αυτή τη φορά δεν ένιωθε πόνο. Και εκείνος βρισκόταν ακόμα εκεί, αναίσθητος και εγκλωβισμένος κάτω από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο.

Κοίταξε τα χέρια της με απορία. Έτρεμαν, αλλά δεν πονούσαν και ας ήταν κομμένα σε διάφορα σημεία. Γιατί δεν πονούσε; Και αυτή η μυρωδιά στη μύτη της; Τι ήταν γαμώτο αυτή η μυρωδιά που την ζάλιζε;

Έβαλε μηχανικά το δεξί της χέρι μέσα στην τσάντα της που ήταν ακόμα περασμένη στον ώμο της και άρχισε να ψάχνει.

“Θα σου τα πάρω τα παιδιά αν τολμήσεις να ξεστομίσεις ξανά κάτι τέτοιο! Θα σου τα πάρω και δεν θα τα ξαναδείς ποτέ! Που είσαι εσύ άξια να λέγεσαι και μάνα. Που ούτε και η ίδια σου η μάνα δεν σε άντεξε και σε πέταξε στα σκουπίδια. Εγώ σε έκανα άνθρωπο, εγώ!” ,συνέχιζε εκείνος μέσα στο κεφάλι της να ουρλιάζει ενώ το χέρι της, ακόμα πιο νευρικά, κάτι αναζητούσε μέσα στην τσάντα. Έπρεπε να καλέσει βοήθεια. Έπρεπε!

Με την άκρη του ματιού της έπιασε μια κίνηση και κοκάλωσε. Παγωμένη σήκωσε το βλέμμα της ξανά προς το αυτοκίνητο. Ένας λαγός ενοχλημένος κρυβόταν πίσω από κάτι χορτάρια. Αναστέναξε με ανακούφιση. Πισωπάτησε μερικά βήματα. Η μυρωδιά την ενοχλούσε πλέον αφόρητα. Ζέστη… Κάπου χαμηλά ανάμεσα στο στήθος και στην κοιλιά ένιωθε την μπλούζα της ζεστή και υγρή. Μα γιατί δεν πονούσε;

Και αν εκείνος είχε πεθάνει; Πανικόβλητη όταν σύρθηκε έξω από το αυτοκίνητο δεν είχε τσεκάρει αν εκείνος ανέπνεε. Το χέρι της σταθερά μέσα στην τσάντα συνέχιζε αυτόνομο να αναζητά κάτι. Και ύστερα τον άκουσε. Τον άκουσε να προσπαθεί να κουνηθεί. Τον άκουσε να βογκάει από τον πόνο. Τον άκουσε να κυριεύεται από πανικό. Πρώτα τον άκουσε και ύστερα τρομαγμένη είδε τα μάτια του ικετευτικά να την αναζητάνε γυαλίζοντας μέσα στο σκοτάδι.

“Αγάπη μου όλα καλά θα πάνε. Πάρε την αστυνομία…” παρακαλούσε εκείνος μορφάζοντας από τον πόνο, αλλά εκείνη από τις δύο πρώτες λέξεις που είχαν φτάσει στα αυτιά της δεν μπορούσε να ακούσει τίποτε άλλο. Με τις δύο πρώτες λέξεις λες και είχε ξεκλειδώσει τους νευρώνες όλου της του κορμιού. Ο πόνος πλέον σαν κύμα την είχε κατασπαράξει. Πονούσε για το χτες, για το σπασμένο πλευρό που ακόμα την ενοχλούσε κάθε φορά όπου άλλαζε ο καιρός, για τον ώμο που της είχε βγάλει μια παραμονή Χριστουγέννων, για το χαστούκι που της είχε δώσει νωρίτερα ανοίγοντας της τη μύτη. Πονούσε για το τώρα, για τα κοψίματα που σαν καρφίτσες τρυπούσαν όλο της το κορμί, για ένα βαθύτερο τραύμα κοντά στην κοιλιά, για ένα καρούμπαλο κάπου ψηλά στο μέτωπο. Αλλά κυρίως πονούσε για το αύριο. Αυτό την πονούσε περισσότερο… το αύριο. Και ήταν τόσος ο πόνος που της ερχόταν λιποθυμία. Γονάτισε εκεί ανάμεσα στα γυαλιά και προσπάθησε να βρει την αναπνοή της.

“Ηλίθια σύνελθε! Θα πεθάνω μαλακισμένη! Σύνελθε και πάρε την αστυνομία! Πάρε να στείλουν βοήθεια! Εδώ που έπεσε το αμάξι δεν θα μας βρει κανείς!” ούρλιαζε εκείνος πλέον υστερικά και εκείνης το χέρι επιτέλους είχε βρει αυτό που έψαχνε.

Αργά αργά σηκώθηκε και απομακρύνθηκε και άλλο από το αυτοκίνητο, ενώ εκείνος συνέχιζε να βρίζει και να ουρλιάζει από τον πόνο στην προσπάθεια του να βγει από το αυτοκίνητο. Κοίταξε μια εκείνον και μια αυτό που κρατούσε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και αγνοώντας τα ουρλιαχτά του κοίταξε τον ουρανό.

Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα…Μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα που τα αστέρια είχαν ξαπλώσει στα πόδια της. Δεν θα πονούσε ποτέ ξανά. Ποτέ!, αποφάσισε και γυρίζοντας την πλάτη της στο αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο, πέταξε προς τα πίσω το αναμμένο τσιγάρο της.