Πάντα σε φοβόμουν. Όταν όμως χτύπησες και στο δικό μου σπίτι, το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο, σε μίσησα. Την μάνα μου ρε; την μανούλα μου; Τόσα είχε περάσει στη ζωή της. Έπρεπε να παλέψει και μαζί σου; Κι όμως, μετά από μια μικρή διαμονή σε μία κλινική, η διάγνωση ήταν Alzheimer!

Κι εσύ ρε μάνα ήσουν μόλις 48.
Δεν ήθελα να το πιστέψω. Μα πώς ήταν δυνατόν; Σε τόσο μικρή ηλικία; Όχι δε μπορούσα και δεν ήθελα να το πιστέψω. Ένας άγγελος ήσουν…και για άλλη μια φορά θα έπρεπε να δώσεις τη δική σου μάχη. Δεν ήξερες τι σε περίμενε…ούτε κι εγώ φυσικά Άρχισες να ξεχνάς πολύ…πάρα πολύ. Στα 50 σου δε θυμόσουν να μαγειρέψεις. Δεν μπορούσες να βγεις μόνη από το σπίτι για μια βόλτα, δίχως να χαθείς. Δε ξεχώριζες πλέον τη μέρα από τη νύχτα. Έχασες την ώρα, τις μέρες, τα χρόνια…ευτυχώς δε ξέχασες κι εμένα. Δε θα το άντεχα.

Ήμουν μαζί σου κάθε μέρα, κάθε στιγμή, μαθαίναμε από την αρχή την αλφαβήτα, τους αριθμούς, την ώρα. Μέσα μου έκλαιγα, χτυπιόμουν. Μπροστά σου χαμογελούσα, σου έλεγα πως πας όλο και καλύτερα, πως θα το παλέψουμε μαζί όλο αυτό, πως θα σου κρατάω το χέρι για πάντα. Μου είχες απόλυτη εμπιστοσύνη και με άκουγες. Ναι, είχαμε αλλάξει ρόλους, αλλά δε με πείραζε καθόλου. Το μόνο που ήθελα ήταν να γίνεις καλά, να σε έχω δίπλα μου. Να σε γνωρίσουν τα παιδιά μου, όταν θα ερχόταν κάποια στιγμή. Να είσαι μαζί μου σε αυτό το θαύμα., να μάθεις στα εγγόνια σου ότι ακριβώς έμαθες και σε μας, στα παιδιά σου. Την αγάπη, την προσφορά, την ζεστασιά της αγκαλιάς σου.

Πόσο μου λείπει η αγκαλιά σου να ‘ξερες. Ήθελα να έχουν την γιαγιά τους, θα ήσουν η καλύτερη γιαγιά του κόσμου. Δε τα καταφέραμε μανούλα – κι εγώ ένιωθα τόσο μικρή σε όλο αυτό.

Μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο έσκασε η κεντρική αρτηρία της καρδούλας σου, λόγω της αρρώστιας. Σε κρατούσα από το χέρι μέχρι τελευταία στιγμή, όπως σου το είχα υποσχεθεί. Άκουσα τις τελευταίες σου κουβέντες, τις τελευταίες λέξεις σου πριν φύγεις για πάντα από κοντά μου. “Μαρία μου πρέπει να φύγω… Σ’ αγαπώ”! Και τότε με έβγαλαν σηκωτή από το δωμάτιό σου, ενώ εγώ ούρλιαζα “όχι μαμά μου, όχιιιι μαμά μου”. Χάθηκα. Περίμενα έξω από την πόρτα σου να βγεί ο γιατρός και να μου πει, πως είσαι καλά. Πως θα γίνεις καλά. Πως μπορώ να περάσω μέσα να σε δω. Εσύ όμως είχες πάρει τον δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Είχες γίνει κανονικός άγγελος. Ευτυχώς δεν πρόλαβε να σε ξεφτιλίσει η παλιαρρώστια, όπως τόσο και τόσο κόσμο. Πουτάνα αρρώστια.

Με άφησες ρε μάνα όμως πολύ νωρίς, κι εγώ σε χρειαζόμουν δίπλα μου, σε χρειάζομαι δίπλα μου. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου το ξέρεις; Και τώρα έπρεπε να συγκεντρωθώ πάλι, να βρω τα λογικά μου και να σταθώ στο ύψος μου για να σε τιμήσω μάνα. Εγώ έπρεπε να ανακοινώσω στον αδερφό μου και στο μπαμπά ότι μας άφησες. Ακούς μανούλα; εγώ έπρεπε να ειδοποιήσω φίλους και συγγενείς πως πέθανες και να κανονίσω τα πάντα για την ταφή σου…τι ειρωνεία!

Η κόρη μου έχει το όνομά σου μάνα…και σου μοιάζει τόσο πολύ! Σε ξέρει και σε χαιρετάει κάθε μέρα, όπως και ο γιος μου. “Γεια σου γιαγιά μας…σ’ αγαπάμε πολύ” σου φωνάζουν και σου στέλνουν φιλάκια ακουμπώντας τα μικρά τους χεράκια στο στοματάκι τους.

Σ’ αγαπώ μανούλα…μου λείπεις
Εις το επανιδείν!!!

 

Μαρία Μ. Κ.