-“Μωρό μου, σε παρακαλώ! Συγχώρεσε με!”
– “Τελειώσαμε Νίκο! Μόλις επιστρέψουμε σπίτι, μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε! Φύγε μακριά μου!”

Νίκος και Νάντια. Μαζί από τα 20 τους χρόνια. Πολλές δυσκολίες αλλά και πολλές χαρές. Τον τελευταίο χρόνο, η αλλαγή στην συμπεριφορά της Νάντιας έδωσε χώρο σε συμπεριφορές που ο Νίκος δεν ήταν μαθημένος. Είχε συνηθίσει την όψη της γλυκιάς και υπομονετικής και αυτό του φαινόταν ξένο. Στην αρχή, το δικαιολογούσε. Οι προσπάθειες για ένα παιδί την κούρασαν. Γιατροί, εξετάσεις, φάρμακα. Μια επιτυχημένη προσπάθεια και ξανά απογοήτευση. Κάθε φορά που απέβαλλε η Νάντια κλεινόταν στο δωμάτιο της. Κοιμόταν ώρες ολόκληρες που έχανε τις μέρες. Η δυστυχία, τα νεύρα και η κούραση ήταν ζωγραφισμένα στο κάτασπρο δέρμα της. Σταμάτησε από την δουλειά της, έκοψε επαφές με συναδέλφους και φίλους. Ο Νίκος, υπάλληλος σεκιούριτι με πολλές δραστηριότητες. Αρκετές ώρες της ημέρας τον έβρισκε στο σκοπευτήριο ή στο γήπεδο μπάσκετ του συλλόγου της περιοχής. Εκεί γνώρισε και την Ελένη. Μια πανύψηλη, νέα γυναίκα με αγάπη για τον αθλητισμό. Μουσικός στο επάγγελμα. Τραγουδούσε στο κουτούκι της γειτονιάς δύο τετράγωνα παρακάτω.
Τα βλέμματα τους είχαν συναντηθεί πολλές φορές μέχρι που πήρε το θάρρος να της μιλήσει.
– “Καλησπέρα! Σε βλέπω πολύ συχνά εδώ. Μπασκετμπολίστρια;”
– “Απωθημένο!” αποκρίθηκε η Ελένη και η αμηχανία έδωσε την θέση της στα γέλια.
– “Σε καταλαβαίνω! Μια απ’ τα ίδια!”
Της άρεσε. Δεν μπορούσε να το κρύψει. Το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή που τα μάτια της αντίκρισαν τις γαλάζιες θάλασσες του.

Ο Νίκος εξαφανίζονταν ώρες από το σπίτι. Η Νάντια δεν ανησυχούσε. Ήξερε πού πηγαίνει. Εξάλλου ήθελε την ησυχία της. Άλλη μια μέρα πονούσε η κοιλιά της από το τρύπημα και ήθελε να κουλουριαστεί στο κρεβάτι της.

Πέρασαν εβδομάδες. Πλέον, η ανάγκη του να βλέπει την Ελένη έγινε επιτακτική. Είχε δεθεί μαζί της και ούτε κατάλαβε το πώς. Μοιράζονταν ιστορίες από την ζωή τους, σκηνικά που τους έκαναν να γελούν αλλά και να δακρύζουν. Μπαίνει το επόμενο τραγούδι από την λίστα που είχε φτιάξει εκείνη. Δεν συγκρατεί πολλά λόγια. Πρώτη φορά το άκουγε. Του άρεσε ακόμα περισσότερο, όταν η Ελένη του είπε ότι ήταν το αγαπημένο της.

Νύχτωσε πια. Πρέπει να επιστρέψει. Η Ελένη δεν γνώριζε για τον γάμο του. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν ο Νίκος έβγαζε την βέρα και την έριχνε αστραπιαία στην τσέπη του. Ξεκλειδώνει την πόρτα. Το σπίτι σκοτεινό και άψυχο. Η εικόνα του, κάθε άλλο παρά ενοχές του δίνει. Διακρίνει ένα φως στο μπάνιο. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει την Νάντια να φορά το κόκκινο κραγιόν της. Το βλέμμα του χαμηλώνει καθώς αντικρίζει το ποσό όμορφα διαγράφει τις λεπτομέρειες του κορμιού της, αυτό το μαύρο φόρεμα.
Έκπληκτος την ρωτάει “για που το ‘βαλες;”
“Θέλω να βγω μωρό μου! Μαζί σου! Θέλω να πάρω αέρα, να ανασάνω!” Ο Νίκος κάνει ένα ντους και σε λίγα λεπτά βρίσκονται στον δρόμο!
– “Θες να περπατήσουμε; Σε παρακαλώ αγάπη μου, το έχω ανάγκη!”
– “Ναι μωρό μου, ότι θες! Χαίρομαι που σε βλέπω έτσι ευδιάθετη!”
Συζητώντας, φτάνουν έξω από το κουτούκι και η επιθυμία του να δει την Ελένη να τραγουδά τον κυριεύει, όμως ξέρει ότι αυτό θα τα κατέστρεφε όλα και συνέρχεται γρήγορα. Ένα βήμα μόνο ακόμα ώστε να προσπεράσουν το κουτούκι και η Νάντια σταματά.
– “Νίκο, άκου τι ωραία φωνή! Μπαίνουμε;”
– “Μα, αυτά βρε μωρό μου δεν είναι του γούστου σου!”
– “Νίκο, σε παρακαλώ, πάμε να ακούσουμε λίγη μουσική και να φάμε κάτι!”
Μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, ανοίγει την πόρτα της εισόδου και δίνει χώρο στην Νάντια να περάσει. Κάθονται στο διαθέσιμο τραπέζι καθώς η Ελένη ανεβαίνει στο πάλκο. Ο Νίκος κάθεται με την πλάτη προς αυτήν ελπίζοντας ότι δεν θα τον δει. Παίζει η πρώτη μελωδία. Γνώριμος ήχος. Νιώθει ένα αεράκι να έρχεται και το άγγιγμα στον ώμο του, το επιβεβαιώνει. Αρχίζει το τραγούδι ” Άλλα θέλω κι άλλα κάνω πως να σου το πω έλεγαν περνούν τα χρόνια θα συμμορφωθώ…”
Η Ελένη κάνοντας μια στροφή απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω το άρωμα της.
Ο Νίκος αναστατώνεται, αρχίζει να τον λούζει κρύος ιδρώτας και ζητάει από την Νάντια να φύγουν.
– “Δεν αισθάνομαι καλά αγάπη μου. Φεύγουμε σε παρακαλώ;”
– “Μα ακόμα δεν καθίσαμε βρε Νίκο μου. Τι έπαθες; Μια χαρά ήσουν πριν!”
– “Πάμε σε παρακαλώ. Από την κούραση θα ‘ναι!”
Φτάνουν στο σπίτι και ο Νίκος πέφτει αμίλητος και απόμακρος στο κρεβάτι.

Την επόμενη το πρωί το κουδούνι χτυπά.
Η Νάντια ανοίγει αλλά δεν βλέπει κανέναν κι όπως κάνει να κλείσει την πόρτα, το βλέμμα της πέφτει στον άσπρο φάκελο. Κοιτάει δεξιά αριστερά και μπαίνει μέσα. Γεμάτη αγωνία ξεσκίζει τον φάκελο. Δεν καταλαβαίνει. Μαύρα γράμματα σε ένα άσπρο φύλο. “Μα τι γράφει; Τραγούδι είναι; Κάτι μου θυμίζει!”
Ξαφνικά, το μυαλό της ξεθολώνει. Όλα της έρχονται ένα ένα. Ανοίγει το you tube όμως δεν γνωρίζει τον τίτλο του τραγουδιού. Δοκιμάζει διάφορα μέχρι που το βρίσκει “Πριγκιπέσσα”! Το βάζει να παίξει. Δάκρυα κυλούν στα μάτια της καθώς οι στίχοι συνεχίζουν … “μα είναι δώρο άδωρο να αλλάξεις χαρακτήρα, τζάμπα κρατάς λογαριασμό τζάμπα καλός με το στανιό…”
Κοντεύει βράδυ. Ο Νίκος μόλις ήρθε. Πάλι αμίλητος.
– “Τι έχεις;” τον ρωτά.
– “Τίποτα, τίποτα” της απαντά και ανοίγει την τηλεόραση.
– “Ξέρεις αύριο μας έχει καλέσει η αδελφή σου για φαγητό. Τους είπα να βγούμε έξω. Στις δέκα έχουμε ραντεβού! Εντάξει μωρό μου;”
– “Ναι ναι!”
– “Α! Ήρθε κι αυτό σήμερα. Καληνύχτα!”
Η Νάντια, απογοητευμένη και κρατώντας καλά τους λυγμούς της τρέχει στο δωμάτιο.
Ο Νίκος διαβάζει και αργεί να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις έγινε. Τρέχει στον δωμάτιο αλλά η πόρτα είναι κλειδωμένη. “Σε παρακαλώ μωρό μου. Άνοιξε να σου εξηγήσω”! Καμία απάντηση δεν πήρε στα παρακαλετά του εκείνο το βράδυ. Το ξημέρωμα τον βρίσκει στο πάτωμα. Η πόρτα ξεκλειδώνει και οι φωνές γέμισαν το σπίτι. Πράγματα εκσφενδονίζονταν αριστερά και δεξιά. Η Νάντια είχε μεταμορφωθεί σε αγρίμι. Δεν δεχόταν κουβέντα. Τόσα πέρασε για να του χαρίσει ένα παιδί κι αυτός; Τι έκανε αυτός; Με την πρώτη ευκαιρία δόθηκε σε άλλη.
– “Μωρό μου σε παρακαλώ! Συγχώρεσε με!”
– “Τελειώσαμε Νίκο! Μόλις επιστρέψουμε σπίτι, μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε! Φύγε μακριά μου!”
Το βράδυ έρχεται. Ο Νίκος ελπίζει στο γεύμα να την μεταπείσει. Μπαίνουν στο αυτοκίνητο και ξεκινούν.
– ” Που πάμε;” ρωτά ο Νίκος.
– “Στο κουτούκι” απαντά η Νάντια.
– “Γιατί το κάνεις αυτό; Δεν φτάνει ο εξευτελισμός που νιώθω; Δεν φτάνουν τα συγγνώμη που σου ζήτησα;”
Η Νάντια γυρίζει και τον κοιτά γεμάτη θυμό. Φτάνουν. Μπαίνουν μέσα και βρίσκουν ήδη την αδελφή του με τον άντρα της να περιμένουν. Κάθονται. Σε λίγο βγαίνει η Ελένη. Το πρόγραμμα ξεκινά. Εκεί που τρώνε η Νάντια σηκώνεται και δίνει μια παραγγελιά. Ο Νίκος την κοίτα έκπληκτος. Αρχίζει να παίζει το τραγούδι. Σηκώνεται και βγαίνει έξω. Επιστρέφει σε λίγα λεπτά και κατευθύνεται στην πίστα. Αρχίζει να χορεύει καθώς το τραγούδι συνεχίζει “έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου, μέσα σ’ αυτό το σπίτι πριγκιπέσσα μου…”
…βγάζει το όπλο και σημαδεύει τους κροτάφους του. Το “μπαμ” εκκωφαντικό. Αίμα παντού. Στιγμές αλλοφροσύνης καθώς το τραγούδι φτάνει στο τέλος του “ξημερώματα στο δρόμο ρίχνω πετονιά πιάνω τον εαυτό μου και χάνω το μυαλό μου…”

https://www.youtube.com/watch?v=_9qvimjTG_0

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα