TheBluez.gr » 💓 The RedHotBluez » Provocateur

Provocateur

Τον συνάντησε στην γωνία, όπως πάντα. Το αυτοκίνητό της το είχε αφήσει δύο στενά μακριά, έξω από ένα φοροτεχνικό γραφείο, όπως πάντα. Δεν αγγίχτηκαν, χαμογέλασε στο «καλησπέρα» του και δεν απάντησε. Τον άφησε να προχωρήσει δύο βήματα και μετά τον ακολούθησε, αφού έριξε βλέμμα στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου να δει αν ήταν η μάνα του εκεί. Τόσο καιρό και να μην έχει πάρει πρέφα, αποκλείεται. Άλλωστε του είχε ξεφύγει μια μέρα και της είπε ότι η μάνα τον είχε ρωτήσει «ποια είναι η κοπελίτσα;». «Κοπελίτσα» χαχαχα.

Ξεκλείδωσε την παλιοκαιρινή σιδερένια πόρτα με το ανάγλυφο κρύσταλλο, χώθηκε μέσα και την περίμενε να μπει. Στις μύτες των παπουτσιών της, για να μην χτυπούν στην μαρμάρινη σκάλα τα τακούνια της, τον ακολούθησε και μπήκε στο μικρό διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Εκείνος έκλεισε την πόρτα μαλακά πίσω της, για να μην ακουστεί στους επάνω. Της την έσπαγε όλη αυτή η προσοχή, μη και τους ακούσουν, αλλά κομμάτια να γίνει.

Είχε περιποιηθεί, όπως πάντα, την εμφάνιση της ιδιαίτερα. Δερμάτινη μαύρη φούστα με ελαφρύ βολάν στο φαρδύ στρίφωμα, κάλυπτε μόλις την δαντελένια φάσα από τις μαύρες κάλτσες κρατημένες από μεταξωτή ζαρτιέρα. Τακούνια στον θεό. Το βλέμμα του την περιεργάστηκε, από τις ρίζες των κατακόκκινων μακριών μαλλιών, στο φουσκωμένο στήθος που διαγραφόταν μέσα στην μεταξωτή μπλούζα, στην μέση της με την ακριβή ζώνη που κόστιζε όσο χρειαζόταν εκείνος για να περάσει τον μήνα, στα καλοφτιαγμένα πόδια και το μαύρο κοντό μποτάκι που αγκάλιαζε τους αστραγάλους της. Αυτούς τους αστραγάλους που σε λίγο θα ήταν τυλιγμένοι γύρω από την μέση του.

Άναψε τσιγάρο και εισέπνευσε βαθιά για να καλύψει λίγο την παλιοκαιρινή μυρωδιά των επίπλων. Μυρωδιά που της θύμιζε το σπίτι της γιαγιάς της. Νέος άνθρωπος, δεν μπορούσε να τα πετάξει και να βάλει κάτι πιο μοντέρνο. Ας είναι, δεν την αφορούσε, έβγαλε το παλτό της και ακούμπησε την τσάντα της πάνω στην σιφονιέρα.

«Να σου βάλω κάτι να πιεις;» Δεν την ένοιαζε να πιει. Δεν χρειαζόταν αλκοόλ για να φτιαχτεί. Ήταν φτιαγμένη από την ώρα που έφευγε από το σπίτι της για να τον συναντήσει, με την σκέψη του τι θα της έκανε. Σε όλη την διαδρομή εκείνος ο παλμός ανάμεσα στα πόδια της εντεινόταν με κάθε χιλιόμετρο. Μέχρι που γινόταν επιτακτικός. Μέχρι που πονούσε.
Κάθισε στον μικρό καναπέ και περίμενε να της φέρει το κρασί της. Της το έτεινε, τα δάχτυλά της άφησαν αποτυπώματα στο παγωμένο ποτήρι, στάθηκε όρθιος απέναντί της ακουμπώντας στο έπιπλο πίσω του και τα μάτια του καρφώθηκαν στα γόνατά της, που τα είχε ανοίξει με θράσος, και την φούστα που τώρα είχε αποκαλύψει το γυμνό κομμάτι του μηρού που αγκάλιαζε η κάλτσα. Τον κοιτούσε υπομειδιώντας, με τα βλέφαρα μισόκλειστα, ακουμπώντας νωχελικά την πλάτη της στον καναπέ.

Δεν της έλεγε τίποτα η εμφάνισή του. Μέτριου ύψους, μέτριας εμφάνισης, με γυαλιά και μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν στους κροτάφους, λεπτός, μυώδης. Όμως όταν έβγαζε τα γυαλιά του, τα μάτια του ήταν γλυκά, εκφραστικά. Ερωτευμένα. Ερωτεύσιμα. Η εμφάνιση του δεν ήταν η προτεραιότητά της.  Άλλωστε δεν τον κυκλοφορούσε πουθενά. Αυτά που της έκανε, όμως, ήταν προτεραιότητα.

Πήγε να ακουμπήσει το ποτήρι του στην σιφονιέρα, υπολόγισε λάθος και το ποτήρι έπεσε στο χαλί και έσπασε. Ούτε που το κοίταξε εκείνος, κλότσησε το τραπεζάκι που τους χώριζε, γονάτισε στα πόδια της, τράβηξε απότομα τη φούστα ψηλά γύρω από τους γοφούς της και έχωσε το αναψοκοκκινισμένο μούτρο του ανάμεσα στα μπούτια της βρέχοντας το σλιπάκι της με το στόμα του. Τράβηξε τη μία πλευρά στην άκρη και όλη η επιφάνεια της γλώσσας του κάλυψε την κλειτορίδα της και τα χείλη που τώρα πάλλονταν, βρεγμένα από τους χυμούς της. Της κόπηκε το «υφάκι», έπεσε το κεφάλι της πίσω και της ξέφυγε ένα μουγκρητό. Τον τράβηξε με τα γόνατα ακόμη πιο κοντά, να νιώσει τους ώμους του πάνω στα σηκωμένα μπούτια της κι εκείνος τράβηξε το πρόσωπο του, έβαλε τα δάχτυλά του βαθιά εκεί που ήταν πριν η γλώσσα του και σήκωσε το κεφάλι να την κοιτάξει στα μάτια, με βλέμμα καυλωμένο και επιτακτικό: «Κοίταξέ με» την πρόσταξε και τα μάτια της μισάνοιξαν και καρφώθηκαν στο βρεγμένο του στόμα.

Την σήκωσε στα χέρια και δρασκελίζοντας τα τρία μέτρα, την πέταξε πάνω στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι. Έμεινε ανάσκελα να τον κοιτάει να γδύνεται με βιασύνη, με την φούστα γύρω από την μέση της και την μια κορδέλα της ζαρτιέρας να έχει ξεκουμπωθεί. Γυμνός, με τις φλέβες και τους τένοντες στο νευρώδες κορμί του σε ένταση, της έβγαλε με γρήγορες κινήσεις την μπλούζα και τράβηξε απότομα το μουσκεμένο λεπτοκαμωμένο εσώρουχο που σκάλωσε στο τακούνι της. Χωρίς προκαταρκτικά έχωσε δύο δάχτυλα μέσα της και άρχισε να γλύφει την πρησμένη περιοχή που, τώρα, χτύπαγαν οι παλμοί της όπου είχε φλέβες. Ο κορμός της έκανε τόξο, έχωσε τα νύχια της στους ώμους του, του τράβηξε αίμα και ξεχύθηκε από το λαρύγγι της ένας βρυχηθμός που ξεκίνησε υπόκωφα και εξελίχθηκε σε ουρλιαχτό. Κουρέλι τώρα στα μπράτσα του, τον άφησε να την σύρει πάλι στο κέντρο του κρεβατιού.

Τον έσπρωξε να πέσει πίσω και τον καβάλησε. Την άφησε να του κάνει πληγές στις ρώγες του με τα δόντια της, καθώς ανέπνεε κοφτά μισό από πόνο, μισό από ηδονή. Τα μαλλιά της ριγμένα πάνω του, τον δάγκωνε και τον ρούφαγε όπου έβρισκε, μέχρι να φτάσει την στύση του που παλλόταν. Όταν τον πήρε στο στόμα της, σήκωσε το κεφάλι του και της μάζεψε τα μαλλιά για να την βλέπει. Η ηδονή της αίσθησης του μεταξένιου δέρματος, της φουσκωμένης φλέβας, πάνω στην γλώσσα της την συνέπαιρνε. Τον κύκλωνε από την ρίζα μέχρι την άκρη και γευόταν τις σταγόνες που έβγαιναν άθελά του.

Δεν άντεχε άλλο να περιμένει. Την γύρισε να είναι από κάτω του, της σήκωσε τα πόδια, ακούμπησε τις γάμπες της στους ώμους του και στάθηκε αιωρούμενος, σε μια μελανή στύση, στην είσοδο της, γραπώνοντας το πρόσωπό της με το ένα χέρι σαν τανάλια. «Ανοιχτά τα θέλω τα μάτια σου». Τα βλέφαρά της πετάχτηκαν ορθάνοιχτα και με ανάσες κομμένες έβγαλε μισοπνιγμένη φωνή: «Γάμησέ με. ΤΩΡΑ». Όταν εκείνος άρχισε μικρές ρηχές κινήσεις, τίναξε τους γοφούς της προς τα επάνω και καρφώθηκε πάνω του. Με λύσσα, βογγώντας, της έκανε έρωτα μέχρι να την νιώσει να σφίγγεται, να χύνεται πάνω του και οι κραυγές της να χτυπούν στα κλειστά τζάμια και να τον πλημμυρίζουν με αγαλλίαση. Εγκατέλειψε τον εαυτό του στην ηδονή που τον κυριαρχούσε. Στην πολυτέλεια να την ορίζει για στιγμές, έστω.

Γερμένη στο στήθος του, με τα μαλλιά της να απλώνονται πάνω του, έριξε εξεταστική ματιά σ’ αυτό που έβλεπε από τα κορμιά τους. Ήταν όμορφη ακόμα, το σώμα της δεν είχε να ζηλέψει από τις συνομήλικές του, κι ας του έριχνε 15 χρόνια. Στα 33 του τον είχε γνωρίσει. Ήταν τώρα 37.

Εκείνος της μιλούσε για την βδομάδα του, τι έκανε, που πήγε, τι είπε, τι του είπαν. Σηκώθηκε να φέρει κρασί κι εκείνη έριξε κρυφή ματιά στο ρολόι της, να μην την δει. Γαμώτο, που πήγε η ώρα! Άρχισε να αγωνιά.

Γύρισε με τα ποτήρια τους. «Μου λείπεις Λένα, τρελαίνομαι μακριά σου, δύο βδομάδες δεν μπορούσες να βρεις τον χρόνο;»

«Ωχ μωρέ Κώστα μου, πάλι τα ίδια θα λέμε; Στην πρώτη ευκαιρία που μου δίνεται το ξέρεις ότι κανονίζουμε. Τι περισσότερο να κάνω;»

Έκανε πίσω εκείνος, δεν τολμούσε να την πιέσει, άρχισε να της λέει μια αστεία ιστορία. Η Λένα ξανακοίταξε το ρολόι της, είχε αγχωθεί τώρα πια κι εκείνος δεν έβαζε τελεία. Άρχισε να την πνίγει το μικρό διαμέρισμα. Δυσανασχετούσε που περνούσαν τα λεπτά. «Φεύγω μωρό μου, άργησα, νύχτωσε». Ξεκίνησε να ντύνεται κι εκείνος της τραβούσε τα χέρια να την πάρει αγκαλιά, «μείνε λίγο ακόμα, δεν αντέχω τον χρόνο μακριά σου». Του χαμογέλασε, κρύβοντας την ανυπομονησία της, έφτιαξε την ζαρτιέρα της και έβαλε τα παπούτσια της. «Θα σου τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω». Ήδη ήταν χιλιόμετρα μακριά του, δεν το έβλεπε;

Σήκωσε το σλιπάκι της από το πάτωμα, το έβαλε στο πρόσωπό του και εισέπνευσε βαθιά. «Agent Provocateur, το μωρό μου;» Το έχωσε στο συρτάρι του κομοδίνου «για να σε έχω δίπλα μου και όταν φεύγεις».

Βγήκε από το διώροφο κοιτώντας προσεκτικά τον δρόμο για κάθε ενδεχόμενο. Άδειος. Περπάτησε μέχρι το αυτοκίνητο με τρεμάμενα, εξαντλημένα πόδια και χώθηκε με ανακούφιση στο δερμάτινο κάθισμα. Έβαλε μπροστά και διάνυσε τα χιλιόμετρα στο διπλάσιο όριο ταχύτητας. Κάθε λεπτό μετρούσε. Λίγο πριν παρκάρει, χτύπησε το τηλέφωνο, «Κώστας» αναβόσβησε στο καντράν. Πάτησε απόρριψη, το έβαλε στο αθόρυβο και καθώς έβγαζε τα κλειδιά της ανακεφαλαίωνε στο μυαλό της το «πώς πέρασε με τις φίλες της».

ΦΡΑΟΥΛΑ

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *