Ψαροντούφεκο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ξαναφέρνω στο μυαλό μου αυτήν την ιστορία, πόσα χρόνια πάνε άραγε από τότε που την άκουσα για πρώτη φορά; Ίδια συναισθήματα με τότε. Ανατριχίλα. Άρνηση. Δε γίνονται αυτά ρε φίλε στην αληθινή ζωή, μόνο σε ταινίες. Άτιμο πράγμα το μυαλό, εκεί που λες, πάει, το κλείδωσα μαζί με τα άλλα τέρατα στη ντουλάπα, κάτι γίνεται, ένας κρίκος από το πουθενά και η ίδια τρομακτική εικόνα πάλι μπροστά στα μάτια σου, πάλι να στοιχειώνει τα όνειρά σου.

Αυτή την ιστορία δεν τη λένε τα πιτσιρίκια, δεν τη ξέρουν, δε πρέπει να τη μάθουν. Αυτή η ιστορία είναι αληθινή, στοιχειώνει τα ενήλικα όνειρα, τι θα μπορούσε να κάνει στα παιδικά;

Αν μου ζητούσε κάποιος να την χαρακτηρίσω, αυτό μου που έρχεται κατευθείαν στο μυαλό είναι «στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή».

Το ψαροντούφεκο. Πολύ ιδιαίτερο χόμπι. Ηρεμία. Απόλυτη. Εκκωφαντική ησυχία. Μοναξιά. Αδειάζεις το κεφάλι σου. Οι κινήσεις σου σχεδόν μηχανικές, τις έχει αναλάβει ο αυτόματος πιλότος. Δε θα το έκανα ποτέ, τρέμω τα μυστικά της θάλασσας, είναι τόσα πολλά, καλά κρυμμένα, σε αυτήν την αβάσταχτη ησυχία, σε αυτό το ανατριχιαστικό ημίφως.

Εκείνος, ετοιμάστηκε όπως κάθε άλλη φορά. Ολομόναχος στην πιο απομακρυσμένη απόμερη παραλία του νησιού. Δεν ήθελε τίποτα να τον αποσπά. Νύχτα, βαρύς ουρανός, συννεφιασμένος, το θαλασσινό σκοτάδι ακόμα πιο βαθύ. Δε φοβόταν, ήταν έμπειρος, ήθελε απλά να ηρεμήσει για άλλη μία φορά, να γαληνέψει.

Ένιωσε τον εαυτό του να βγαίνει από το σώμα του. Αφέθηκε στα θαλασσινά χάδια, ταξίδεψε με τα ρεύματα, αφουγκράστηκε κάθε υγρό ψίθυρο, δεν τον ένοιαζε το ψαροντούφεκο, δεν είχε καν στο μυαλό ότι το κρατούσε. Δε μπορούσε να καταλάβει αν κουνιόταν ο ίδιος ή η θάλασσα, ήταν μαγικά, ήταν η απόλυτη ηρεμία πριν την καταιγίδα. Πρέπει να είχε απομακρυνθεί αρκετά από τη στεριά, γιατί ο βυθός είχε χαθεί εντελώς. Δε μπορούσε πια να δει κανένα ψάρι, καμία κίνηση, απόλυτη σιωπή, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει. Και τότε το ένιωσε.

Χιλιάδες σκέψεις μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, όλα γύρω του σπάνε σαν καθρέφτης. Η ψυχή του έχει αρχίζει και ουρλιάζει, νιώθοντας τις δονήσεις πανικού που του στέλνει με κάθε τρόπο το ένστικτό του. Του φωνάζει απλά να εξαφανιστεί, πρέπει να βρει τρόπο, να σπάσει τα όριά του και να κολυμπήσει όπως δε το έχει κάνει ποτέ. Και το πιο σημαντικό όλων, ΝΑ ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ!

Στο επόμενο δευτερόλεπτο, θυμάται πώς δε φοβάται τίποτα, πώς είναι έμπειρος, πώς είναι άντρας, άνθρωπος, περίεργος. Θέλει να πάει κόντρα στο ένστικτό του, να το διαψεύσει. Όλο του το είναι του φωνάζει να μη το κάνει, αλλά δεν άκουσε ποτέ κανέναν. Και γυρίζει!!!!

Σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του, προλαβαίνει να διακρίνει στη δέσμη του φακού την εικόνα που θα στοίχειωνε τα όνειρά του για χρόνια. Αυτά τα μάτια, Θεέ μου. Ήταν σαν να κοίταγε την άβυσσο. Σκοτεινά και ψυχρά. Το σαρκαστικό παγωμένο χαμόγελο αποκάλυπτε τα τεράστια δόντια και τη γλώσσα του πλάσματος να κρέμεται από τα μαύρα του χείλη. Το τελευταίο που θυμάται είναι τα αιχμηρά κέρατα στην κορυφή του τεράστιου κεφαλιού
.
Βγήκε έντρομος στη στεριά.

Ένα μήνα μετά ψέλλισε τις πρώτες του λέξεις. Ακατάληπτες. Ακόμα και τώρα δε θυμάται πώς βγήκε από το νερό, πώς έφτασε σπίτι. Δε μπορεί να πιστέψει πώς η καρδιά του άντεξε, δεν τον πρόδωσε. Μετά από χρόνια, έτυχε να ακούσει μία ιστορία από έναν ψαρά. Για ένα φορτηγό πλοίο, που έπεσε σε θαλασσοταραχή, αρκετά μίλια μακριά από το νησί. Που ήταν υπερφορτωμένο και λίγο έλειψε να βουλιάξει. Που το πλήρωμα για να σωθεί, έριξε στη θάλασσα το φορτίο. Αγελάδες.

Ναι. ΑΓΕΛΑΔΕΣ.

 

 

Ιουλιανή Καβούρα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook