Πύλη Αναχώρησης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κράτησε στην παλάμη του τα δυο μικροσκοπικά πετραδάκια. Αναρωτήθηκε πώς παραμένουν λευκά μετά από μισό σχεδόν αιώνα και σκέφτηκε τον παππού του. «Να μη φοβάσαι να φεύγεις». Τα λόγια του παππού που ξεριζώθηκε. Έκλεισε τα μάτια του. Εικόνες γεμάτες δύσκολες στιγμές άρχισαν να προβάλλουν μπροστά του. Η Ζοζιάν να φωνάζει, η Αφροδίτη να κλαίει και να κλείνεται στο δωμάτιο της, ο Άκης να παίζει αδιάφορα στην κονσόλα.

Πόσο άραγε χρόνο παίρνει να κλείσει μια επιχείρηση που καταρρέει; Μια εταιρία που χρόνια ολόκληρα έχτιζε ο πατέρας του. Για να του την αφήσει να τη συνεχίσει, να την πάει πιο ψηλά. Χωρίς να υπολογίζει το ότι μια Ελλάδα καταρρέει, σκοτώνει την επιχειρηματικότητα. Με τι λεφτά να πληρώσει τις υποχρεώσεις του πια; Το σπίτι που με τόσο κόπο κατασκεύασε, είναι δυνατόν να το χάσει γιατί το στεγαστικό είναι απλήρωτο εδώ και 6 μήνες! Αδυνατούσε να τα τακτοποιήσει όλα. Αδυνατούσε όμως πάνω από όλα να βρει λύση. Εκτός από νόμο Κατσέλη, που κατάφερε να του σώσει προσωρινά το σπίτι.

Τίποτα δε θύμιζε τις αποφάσεις του πριν 25 χρόνια. Με ένα σακίδιο στον ώμο και με ένα τσιγάρο στο αυτί αναζήτησε την τύχη του στη Γαλλία. Το πιο σοφό πράγμα που έμαθε στο Παρίσι, είναι τους κανόνες επιβίωσης σε λίγα τετραγωνικά, χωρίς πολυτέλεια με όμορφες στιγμές και τύχη να βρει μια καλή δουλειά. Γύρισε όμως. Γιατί του έλειπε η Ελλάδα. Οι βόλτες με τους φίλους, ο ήλιος, η ζωντάνια μιας χώρας που φωνάζει όταν παρακολουθεί ποδόσφαιρο, κορνάρει πριν το κόκκινο φανάρι ανάψει πράσινο, ένας γείτονας με τον οποίο θα πιεις καφεδάκι. Κι εκεί θυμήθηκε ξανά το ταβερνάκι, τις διακοπές πολυτελείας ακόμα και τα ταξιδάκια στο Παρίσι επίσκεψη στους γονείς της Ζοζιάν.

Τώρα όμως όλα είχαν άλλο πρόσωπο. Η Ζοζιάν θυμωμένη με την κατάσταση στην Ελλάδα απέφευγε να συζητήσει. Όλες οι συζητήσεις είχαν ένταση και καβγά. Ήταν κι ο πεθερός του που πέθανε προ διετίας. Ίσως να έπαιζε ρόλο και αυτό στην ψυχολογική κατάσταση της γυναικάς του. Μέχρι που μια μέρα η Ζοζιάν, επάνω σε καβγά φώναξε «Φεύγουμε σε ένα μήνα». Θυμάται χαρακτηριστικά εκείνο το βράδυ. Γιατί αμέσως μετά ακούστηκε ο θόρυβος από ένα ποτήρι που έγινε θρύψαλα και μια πόρτα που έκλεινε με βία πίσω από ένα δωμάτιο. «Το παιδί». Εκείνος έτρεξε να ανοίξει την πόρτα αλλά εκείνη την είχε ήδη κλειδώσει. Η Αφροδίτη δυο χρόνια ήδη στην εφηβεία, με αριστεία, με το δικό της κύκλο φίλων μάλλον έμαθε απότομα της προθέσεις της μητέρας της. Ευτυχώς ο Άκης ήταν ακόμα έξω στην προπόνηση. Θυμάται χαρακτηριστικά πώς η γυναίκα του αποφάσισε εκείνο το βράδυ για πρώτη φορά στη ζωή τους σαν ζευγάρι για το μέλλον τους. Και το πιο άσχημο από όλα είναι ότι ήξερε βαθιά μέσα του πως ήταν η μοναδική λύση. Η μοναδική περίπτωση να ξεφύγουν από τις συνέπειες της ανεργίας και απραξίας. Ο παππούς Τομά άφησε ένα διαμέρισμα 50 τμ στη Ζοζιάν πριν πεθάνει. Στο Παρίσι. Κεντρικά. Εκεί ακριβώς που κάποιος για να ζήσει θέλει πολλά λεφτά να πληρώνει σε ενοίκια. Τα παιδιά θα καταλάβαιναν.

Ήταν ένας δύσκολος μήνας. Τα παιδιά δεν ήθελαν να φύγουν. Όμως οι γονείς είχαν ήδη κλείσει εισιτήρια. Ήταν ιδανική εποχή ακριβώς λίγο πριν τις μαθητικές διακοπές του Οκτωβρίου. Γρήγορη μετάθεση ήταν, καθώς τα παιδιά ήξεραν άπταιστα γαλλικά. Μονόδρομος οι αλλαγές. Αλλά και η πόρτα της Αφροδίτης μόνιμα κλειστή. Όσες φορές και να χτύπησε την πόρτα δεν ήθελε να του απαντήσει.
Ίσως κάποιες φορές να πήρε το αυτί του χαμηλόφωνα την Αφροδίτη να λέει με τρεμάμενη φωνή «Εσύ φταις για όλα». Και με την υποψία ότι μπορεί και να το σιγοψιθύρισε, μια φορά αμίλητος σαν τον έφηβο που κρύβεται από τους γονείς, κατηφόρισε στην αυλή του σπιτιού και άναψε τσιγάρο, προσπαθώντας να πνίξει τα δάκρυα τα οποία έτρεχαν βροχή. «Απέτυχα» σκεπτόταν. Και η αποτυχία του αυτή το δαιμόνιζε, τον έκαιγε. Κάθε βράδυ. Πριν κοιμηθεί. Πριν ξυπνήσει. Αν κατάφερνε να κοιμηθεί. Πριν φτιάξει ένα καφέ. Πριν μιλήσει με τη Ζοζιάν. Πριν κλείσει τα εισιτήρια για το μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι χωρίς άμεσο γυρισμό. Το να φύγει μια οικογένεια για το εξωτερικό όταν έχει χτίσει μια ιστορία στον τόπο της, στη γειτονιά της, στη δική της ταπεινή ζωή τότε αυτό λέγεται ξεριζωμός. Και αν έχεις βρει δουλειά τότε το βλέπεις θετικά. Όταν όμως πας με άδεια χέρια, τότε ξέρεις ότι ένας Γολγοθάς ξεκινά. Όχι για εσένα τον ίδιο, αλλά για την οικογένεια σου.

Η λέξη μεροκάματο φάνταζε ως διάσωση. Αυτές τις σκέψεις έκανε ρουφώντας την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του. Τίποτα πια δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο στην ευτυχία των παιδιών του. Και θα τα διόρθωνε όλα. Δε θα τον καταλάβουν σύντομα τα παιδιά. Ίσως όμως αργότερα. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και αυτή ήταν η τελευταία ελπίδα του, στα 44 του.
Άνοιξε τα μάτια του. Η παλάμη με τα πετραδάκια ήταν ήδη μια σφιχτή γροθιά. Τα μάτια του ήταν υγρά. Όμως έπρεπε να τα καταφέρει. Η Ελλάδα τα θαλάσσωσε, τον πλήγωσε αλλά πρέπει να ζήσει. Κυρίως η οικογένειά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο πρωινός ήλιος του φάνηκε μελαγχολικός. Μια μικρή συννεφιά στον ουρανό έσκιζε τον ορίζοντα. Η θάλασσα το πρωί ήταν τόσο υπέροχη, γαλήνια και μπλε που θα τη φέρνει στο νου του κάθε φορά που θα σκέφτεται τη λέξη Ελλάδα. Μια πατρίδα που του φέρθηκε σαν αυστηρός γονιός που πληγώνει το παιδί του.

Έβαλε τα πετραδάκια στην τσέπη. Έπιασε τον Άκη από τον ώμο με το ένα χέρι. Με το άλλο αγκάλιασε την Αφροδίτη. «Πάμε παιδιά η πύλη αναχώρησης άνοιξε»…

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook