Ρακόμελο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest


«Εγώ δεν θα το έκανα ποτέ!»
φώναζε λίγους μήνες πριν η Αριστέα στην αδελφή της. «Πώς είναι δυνατόν να είσαι τόσο φτηνή; Τα παιδιά σου δεν τα σκέφτηκες;». Έξαλλη είχε γίνει σαν της αποκάλυψε πως η βραδινή έξοδος με τους συναδέλφους έκλεισε με ένα παράνομο επιδόρπιο σερβιρισμένο στα δεύτερης διαλογής σεντόνια ενός φτηνού ξενοδοχείου. Για τη 40χρονη Αριστέα, μάνα τριών παιδιών, η απιστία συνιστούσε μέγα αμάρτημα, που η λογική της αδυνατούσε να συγχωρήσει.
Η Αριστέα από παιδί ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο των πάντων. Ήταν αυτή που όριζε τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ακόμα και τα συναισθήματά της. Και ήταν τόσο περήφανη γι’ αυτή την στρατιωτικής μορφής πειθαρχία που είχε επιβάλει στη ζωή της και στον εαυτό της, που οποιαδήποτε παρέκκλιση από την «ευνομούμενη» δίχως εκπλήξεις οικογενειακή ζωή της -στα πρότυπα του Stepford- φάνταζε εφιάλτης. Ήταν ο μοναδικός αναβάτης της ζωής της.
Μέχρι που ένα ανοιξιάτικό πρωινό, που φάνηκε να είχε ξημερώσει για να είναι σαν όλα τα άλλα, εμφανίστηκε Εκείνος στη ζωή της. Ο έρωτας που έμελλε να την μετατρέψει από γυναίκα του Stepford σε Γυναίκα. Αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία στο νέο συνάδελφο. Ένας συνάδελφος σαν όλους τους άλλους, ίσως λίγο πιο απόμακρος, γύρω στα 45, παντρεμένος. Εμφανίσιμο δεν θα τον έλεγε κάποιος, μάλλον αδιάφορος ήταν για το γυναικείο φύλο, αλλά είχε κατά κοινή ομολογία μια απροσδιόριστη γοητεία, μιας άλλης εποχής αύρα.
«Ως εκείνη τη μέρα δεν είχαμε ανταλλάξει καμία κουβέντα πέρα από μια τυπική καλημέρα. Δεν ήμουν άλλωστε ποτέ ιδιαίτερα κοινωνικός τύπος. Έκανα τη δουλειά μου και έφευγα να πάω γρήγορα στο σπίτι που με περίμεναν ένα κάρο δουλειές. Εκείνη τη μέρα όμως, δεν ξέρω, ποιος ανακάτεψε την τράπουλα της ζωής μου, ποιος κρυφά γελούσε στη θέα του τυφώνα που σε λίγο θα περνούσε από πάνω μου σαρώνοντας όλο μου «είναι»… Ένας φάκελος έπεσε, δυο άνθρωποι έσκυψαν, δύο βλέμματα συναντήθηκαν, δύο δάχτυλα ακούμπησαν το ένα το άλλο, δυο καρδιές χτύπησαν, δυο βλέμματα χαμήλωσαν από συστολή…
Είναι τόσο φτωχές οι λέξεις για να περιγράψουν τον γλυκό πόνο, το καρδιοχτύπι του λαβωμένου από τα βέλη του έρωτα. Σαν οι ματιές μας διασταυρώθηκαν, σαν βυθίστηκε η ματιά του μέσα μου, σαν για ένα δευτερόλεπτο κόπηκε η ανάσα μου, όλα τα συναισθήματα, που είχα νιώσει κάποτε παιδούλα στην πίσω σκοτεινή αυλή του σχολείου, ξύπνησαν, πιο δυνατά από ποτέ. Τόσο δυνατά και απρόσμενα που τρομοκρατήθηκα. Κι όμως, είχα ερωτευτεί στη ζωή μου. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα ως τότε. Για μέρες τον απέφευγα. Προσπαθούσα τουλάχιστον. Αλλά όσο εγώ έτρεχα να φύγω μακριά του, τόσο η μοίρα είχε βάλει στοίχημα να με νικήσει και να μου αποδείξει πόσο λάθος ήμουν, πόσο ανόητα βέβαιη για πράγματα που δεν όριζα.

Ένα απόγευμα, φεύγοντας καθυστερημένοι από τη δουλειά, βρεθήκαμε να περιμένουμε μαζί το τρόλεϊ στην Πανεπιστημίου. Είχε αρχίσει ήδη να ψιχαλίζει και ο κόσμος περπατούσε βιαστικά γύρω μας για να προλάβει τη βροχή. Εκείνος δίπλα μου, μια ήρεμη δύναμη που με έκανε να ριγώ, κι εγώ λιγομίλητη από φόβο μην προδοθώ. Από αμηχανία περισσότερο σήκωσα το χέρι μου να σταματήσω ένα ταξί. Και τότε, τότε που γύρισα να τον χαιρετίσω, Εκείνος με τράβηξε πάνω του και με φίλησε με ορμή. Σε εκείνο το αβέβαιο φιλί, το με δισταγμό και λύσσα μαζί, σταμάτησε ο χρόνος. Ξεκίνησε ο έρωτας. Και μαζί ένα να τρελό κυνηγητό χρόνου, ένα κρυφτό ενηλίκων, μια συνωμοσία εραστών. Χαρά κι απελπισία μαζί.
Ήμουν ερωτευμένη, κάργα ερωτευμένη όπως θα έλεγε η 11χρονη κόρη μου, και συνάμα παγιδευμένη. Ήμουν παντρεμένη. Είχα τρεις αξιολάτρευτες κόρες κι έναν σύζυγο υπέροχο, υπόδειγμα. Κι απέναντι σ΄αυτούς, στεκόταν Εκείνος. Μια σκιά φωτεινή… Περίεργο ε; Μπορούν οι σκιές να είναι φωτεινές; Ναι. Μπορούν. Σκιές που κλείνεις τα μάτια για να μην
τυφλωθείς από το φως τους αλλά δεν θες να κάνεις βήμα μακριά τους. Μια σκιά ήταν κι Εκείνος, που ήθελα να βυθιστώ μέσα της, να με τυλίξει ολάκερη. Ήθελα να τον αγγίζω, να με αγγίζει, να με αγκαλιάζει, να με ακουμπά, να με φιλά. Μια μαγνητική, ακατανόητη, έλξη δεν ξεκολλούσε τα κορμιά μας σαν βρισκόμασταν, το μυαλό μας, όλο μας το “είναι” μας. Ακόμα και τις ώρες που ήμουν μακριά του, έκλεινα τα μάτια για να τον φέρω νοητά εκεί, μαζί μου…
Να καίγεσαι για ένα χάδι του και να πρέπει να στέκεσαι μακριά του. Να λιώνεις για ένα φιλί και να σφίγγεις τα δόντια για να μην ουρλιάξεις από πόνο. Να θε
ς να σκίσεις τη σάρκα σου, αυτή τη δική σου σάρκα που έπαψε ξαφνικά να σου ανήκει, που υποτάχτηκε τυφλά στο δικό του κορμί. Να θες να φιμώσεις την καρδιά σου που άρχισε να χτυπά πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Να θες να πάψεις να κοιμάσαι γιατί τα όνειρα έγιναν εφιάλτες… Πόσο διαφορετικός, πόσο πιο έντονος και ορμητικός είναι ο έρωτας στα 40… Θυμίζει ρακόμελο που σε μεθά η γλυκά του, σε καίει γλυκά το μέλι του και βασανιστικά η τσικουδιά του, δίχως όρους, δίχως υποσχέσεις, δίχως αύριο.
Και μετά;… Μετά… Συνήθως όταν φεύγω ταξίδι, πάντα ξεκινώ με καθυστέρηση. Ήταν η μοναδική φορά που το ταξίδι, και μάλιστα το ομορφότερο ταξίδι της ζωής μου, τέλειωσε και με “καθυστέρηση”. Δεν είχα σκοπό να του το πω. Δεν ξέρω γιατί τελικά το είπα. Ίσως μέσα μου βαθιά ήθελα τα πράγματα να είναι αλλιώς. Δεν τον κατηγορώ. Σάστισε κι ο ίδιος. Ντράπηκε. Λίγο καιρό μετά απλά… δεν μπορούσα να ξεχάσω. Δεν με άφηνε να ξεχάσω το απολογητικό του βλέμμα, η εκκωφαντική σιωπή του, η ίδια του η αγκαλιά που έγινε πιο ζεστή, πιο σφιχτή από ποτέ…
Έχουν περάσει ήδη 256 μερόνυχτα. Δεν έχει υπάρξει ούτε ένα βράδυ που να μην τον σκεφτώ. Δεν νομίζω ότι θα πάψω
ποτέ. Ο χρόνος κυλάει, οι μέρες περνάνε, τα παιδιά μεγαλώνουν, εμείς γερνάμε, τα πάντα γύρω μας αλλάζουν, εκτός από τον έρωτα. Ο αληθινός έρωτας, ο δυνατός, αυτός που δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη, μένει αναλλοίωτος –σαν τατουάζ- πάνω μας χαραγμένος, και πονά… H θύμησή του πονά παντοτινά, όπως ο θάνατος δικού μας ανθρώπου. Ο μοναδικός αυτός έρωτας, ο καταστροφικός, που σε αφήνει πίσω με τσακισμένα φτερά να ζεις μια ζωή φυλακή στα πρέπει, μαζί με τις πληγές σου που δεν παύουν ποτέ να αιμορραγούν · που δεν θες, άλλωστε, να πάψουν, γιατί είναι εκεί, τρανή απόδειξη των όσων έζησες, των όσων απαρνήθηκες.
Μικρή σαν ήμουν, έπαιζα σε κάθε πάρτι, σε κάθε σαββατιάτικη μάζωξη, σε κάθε εκδρομή, το παιχνίδι «Θάρρος ή αλήθεια». Στα 40 μου σαν κλήθηκα να διαλέξω προτίμησα την αλήθεια. Δεν ήμουν αρκετά θαρραλέα να επιλέξω κάτι άλλο πέρα από την σκληρή αλήθεια, που δεν είναι άλλη από το ότι τελικά τη ζωή μας την ορίζουν τα πρέπει, οι κοινωνικές συμβάσεις, και όχι εμείς…

– Μαμά μ’ αγαπάς;
– Ναι χαρά μου. Σ’ αγαπώ πιο πολύ από κάθε τι στον κόσμο αυτό. Σ’ αγαπώ πιο πολύ από μένα την ίδια. Πιο πολύ κι από το ρακόμελο…

 

Μου λείπεις

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook