Ράζακ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Ράζακ άνοιξε τα μάτια. Είχε τρία χρόνια να χρησιμοποιήσει ξυπνητήρι για να σηκωθεί για τη δουλεία. Είχε μάθει ο οργανισμός και σηκωνόταν αυτόματα κάθε μέρα μόλις πέντε λεπτά πριν την καθορισμένη ώρα. Υπέθετε ότι αυτό έγινε επειδή το ξυπνητήρι του σπιτιού ήταν παλιό και ξεκούρδιστο οπότε τον πρώτο καιρό αργούσε τακτικά στη δουλειά . Βρισκόταν τότε αντιμέτωπος με το μένος του αφεντικού. Προκειμένου λοιπόν να ρισκάρει να χάσει την δουλειά του και αφού λεφτά δεν περίσσευαν για νέο ξυπνητήρι, έμαθε το σώμα να ξυπνά από μόνο του με μόνο αρωγό τον αγχώδη του εγκέφαλο. Ντύθηκε στα τυφλά μην ξυπνήσει τους άλλους μέσα στο δωμάτιο. Μόλις τελείωσε κοίταξε το μικρό παραθυράκι στην κορυφή του τοίχου. Σκοτάδι έξω, πίσσα. Ήταν ακόμα 5μιση το πρωί. Οι δρόμοι φαίνονταν υγροί και άκουγε τις υδρορροές να αδειάζουν με μανία στις σχάρες του πεζοδρομίου. Το αγαπούσε αυτό το παραθυράκι. Το μικρό με το σιδερένιο πλέγμα. Του άρεσε κάποια απογεύματα όταν σπάνια γυρνούσε νωρίς από τη δουλειά, να παρακολουθεί τα πόδια των περαστικών που βόλταραν έξω από το ημιυπόγειο διαμέρισμα. Προσπαθούσε να μαντέψει από μια γάμπα, ηλικία, από ένα παπούτσι που πήγαινε ο κάτοχος του.

Βγήκε βιαστικά στον δρόμο. Το κρύο αν και φθινόπωρο, περόνιαζε τα κόκαλα. Δεν παραπονέθηκε όμως. Έσφιξε το λεπτό τζιν μπουφάν γύρω του και περπάτησε βιαστικά προσέχοντας να μην μπουν στους νερόλακκους τα παπούτσια του γιατί είχαν κάπου τρυπήσει και πως θα δούλευε όλη μέρα με υγρές κάλτσες. Σε λίγη ώρα είχε ήδη στηθεί στην θέση του. Σε ένα από τα πιο κεντρικά πόστα της πόλης · με ένα κουβά και έναν σφουγγάρι, έτρεχε ώρες ατελείωτες στα σταματημένα από τους φανοστάτες οχήματα, να πλύνει τα τζάμια. Τον πρώτο καιρό πλησίαζε δειλά. Αλλά έτσι έδινε ευκαιρία στου οδηγούς να οχυρωθούν και να τον απορρίψουν. Τώρα πια, μετά από 4 σχεδόν χρόνια σε αυτή τη δουλειά, πήγαινε απευθείας και σφουγγάριζε τα παρμπρίζ. Πολλοί ήταν αυτοί που τον έβριζαν αισχρά αλλά ήταν και αρκετοί που ντρεπόντουσαν να τον διώξουν αφού επιδέξια είχε καθαρίσει σε ελάχιστο χρόνο το τζάμι και του έδιναν τα λεφτά τους. Ή αυτό ή απλά δεν θελαν να προχωρήσουν με σαπουνάδες μπροστά τους. Όπως και να χε όμως αυτός πλέον ήταν από τους καλύτερους στην πιάτσα. Το αφεντικό γι αυτό πάντα του έδινε τα καλύτερα πόστα.
Η μέρα κυλούσε δύσκολα. Ο Ράζακ είχε αρχίσει να κρυώνει πολύ. Η πρωινή υγρασία είχε εισχωρήσει κάτω από τα λεπτά του ρούχα. Είχε και αναδουλειά. Όλοι βιάζονταν. Παρότι είχε βρέξει και τα αμάξια ήταν λασπωμένα, κάτι πολύ ευνοϊκό για τη δουλειά, ελάχιστοι δέχονταν να τους καθαρίζει. Απέναντι του ένας Αφγανός ονόματι Μεχράν, κοντά στην δική του ηλικία φαινόταν να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. Είχαν στήσει μηχανή. Στο ακριβώς προηγούμενο φανάρι ένας φίλος του, περνούσε με ένα ποδήλατο και έφτυνε στα διερχόμενα αμάξια. Έτσι όταν αυτά σταματούσαν μπρος στον Αφγανό, αυτός έκανε χρυσές δουλειές. Ο Ράζακ όμως δεν ήθελε να κάνει κάτι ανάλογο. Το θεωρούσε άτιμο. Αν και τώρα έμπαινε στον πειρασμό και μέσα του σιχτίριζε την ατομική ηθική του. Το αφεντικό ήταν πολύ αυστηρό και δεν ήταν λίγες οι φορές που κατέφευγε μέχρι και στη σωματική βία όταν θεωρούσε ότι το μεροκάματο που του πήγαινε στο τέλος της μέρας ήταν πολύ μικρότερο από το αναμενόμενο. Είχε φάει πολλές σφαλιάρες ο Ράζακ ώστε να ξέρει πλέον και να μην επιστρέφει αν δεν έπιανε τα απαραίτητα χρήματα. Γι αυτό υπήρχαν μέρες που θα τον έβλεπε κανείς στο φανάρι ακόμα και 18 ώρες συνεχόμενες, πεινασμένο και παγωμένο.
Ευθύς μόλις ο Ράζακ τελείωνε την βάρδια του, πήγαινε στο γνωστό σημείο συνάντησης με το μεγάλο αφεντικό. Εκεί μαζευόταν από όλη την πόλη όσοι δούλευαν υπό τις διαταγές του. Ο κύριος Στάθης, ήταν ένας Έλληνας από τη Θράκη, με πολλές γνωριμίες και σοι εκτός Ευρώπης, στην ανατολή. Ψηλός σαν πύργος με χοντρό μουστάκι και αγέλαστο πρόσωπο, θύμιζε στον Ράζακ θαλάσσιο ελέφαντα. Συχνά όταν ούρλιαζε γεμάτος νεύρα για τα χαμηλά εισοδήματα, κοκκίνιζε τόσο πολύ και το λίπος του λαιμού του διογκωνόταν ακόμη περισσότερο, που έκανε τον Ράζακ να κρυφοεύχεται να πνιγεί μέσα σε αυτό και να ησυχάσουν όλοι από δαύτον. Έβγαζαν όλοι ένας ένας τα λεφτά που είχαν μαζέψει. Ο κύριος Στάθης τα μετρούσε κάνα δυο φορές, χώριζε ένα μικρό μέρος που τους το επέστρεφε και τα υπόλοιπα τα έχωνε σε ένα φουσκωμένο τσαντάκι μέσης το οποίο έμοιαζε έτοιμο να εκραγεί. Αν η είσπραξη ήταν ικανοποιητική, γουργούριζε γεμάτος ευχαρίστηση. Αυτή ήταν και η μόνη επιβράβευση για όσους είχε τη δούλεψή του.
Ο Ράζακ επέστρεφε σπίτι όταν πια ο ήλιος είχε χαθεί. Άφηνε πάνω στο τραπέζι τα χρήματα της ημέρας, έτρωγε το φαγητό που του είχαν φυλαγμένο και έπεφτε για ύπνο αποκαμωμένος. Όμως ένα πρωί δεν κατάφερε να σηκωθεί. Όλη νύχτα έβηχε και έφτυνε πηχτό κατακόκκινο αίμα. Οι δικοί του θορυβήθηκαν πολύ. Ένιωσε να τον σηκώνουν στον αέρα και να τρέχουν. Τον πήγαν σε ένα νοσοκομείο. Διάγνωση, πνευμονία. Δύσκολη ανάρρωση – αν θα ανέρρωνε τελικά – είπαν οι γιατροί. Ο Ράζακ ήταν μόλις έντεκα ετών. Οι δικοί του έκλαψαν πολύ. Οι ανάσες τους σταμάτησαν από το κλάμα. Τα αδέλφια του δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που συνέβαινε. Όλοι στο μικρό ημιυπόγειο έκλαιγαν για μέρες, βουβοί. Μόνο η μάνα έβγαζε στιγμές, ένα απόκοσμο ουρλιαχτό. Για τον μικρούλη της Ράζακ.
Το επόμενο πρωί με μάτια δακρυσμένα, οι γονείς του Ράζακ σήκωσαν στις πέντε το ξημέρωμα τον οκτάχρονο Ζαρίφ, τον δεύτερο γιο τους. Έπρεπε να πάει να βρει τον κύριο Στάθη.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook