Reunion

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δεν μπόρεσα να κατανοήσω ποτέ το γεγονός ότι με μια σταγόνα βροχής, οι δρόμοι της Αθήνας μετατρέπονται σε αυτοσχέδια λιμάνια, με τα αυτοκίνητα να πλέουν εγκλωβισμένα κι ακινητοποιημένα, ως άλλες βαρκούλες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έπιασε κι εκείνη η αφόρητη ζέστη που έρχεται μετά την καλοκαιρινή μπόρα, σε συνδυασμό με την απαίσια υγρασία που κάνει τα ρούχα να κολλάνε πάνω σου σαν επίδεσμος. Παγιδευμένος στο κυκλοφοριακό κομφούζιο, αρχίζω να δυσανασχετώ για την απόφασή μου να ενδώσω στην πρόσκληση που μου έγινε. Κι άντε μετά να βρεις να παρκάρεις, Σάββατο βράδυ, στα στενά του Ψυρρή. Μήπως τελικά δεν έπρεπε να πάω; Μήπως να γυρίσω πίσω; Μήπως όλη αυτή η πρακτική ταλαιπωρία συνιστά οιωνούς, που μου “λένε” να φύγω τρέχοντας; Μήπως ψάχνω εγώ ο ίδιος προφάσεις και δικαιολογίες για ν’ αποφύγω τη συνάθροιση αυτή; Ναι, τώρα το αντιλαμβάνομαι πλήρως: δεν μου φταίει ούτε η βροχή, ούτε η ζέστη, ούτε το μποτιλιάρισμα. Είναι η ίδια η περίσταση, που με “χαλάει”. Τι γυρεύω εγώ μ’ αυτούς; Τι έχω να πω μαζί τους; Γιατί να θέλω να τους αντικρίσω, δεκαεπτά χρόνια μετά;

Οι αναμνήσεις μου από εκείνους είναι οι χειρότερες δυνατές. Κι όμως, βρίσκομαι τώρα καθ’ οδόν για να συναντήσω τους ανθρώπους που έβαψαν με σκούρα χρώματα τα πρώτα βήματα της ζωής μου, που στιγμάτισαν με πόνο τα χρόνια της αθωότητας και της ανεμελιάς. Κι όλα αυτά, απλά και μόνο επειδή ποτέ δεν υπήρξα ίδιος με αυτούς! Ποτέ δεν ταίριαξα με τη μαζική τους υπόσταση, δεν “κούμπωσα” στην στερεοτυπικά δομημένη ύπαρξή τους στον χώρο. Πρόκειται λοιπόν για όλους εκείνους που μ’ έκαναν πολλές φορές ν’ αναρωτηθώ αν έκανα κάτι λάθος, αν τους είχα πειράξει άθελά μου με οποιονδήποτε τρόπο, αν κάπου είχα φταίξει εγώ. Ερωτήματα που πάντα παρέμεναν αναπάντητα στο μυαλό μου, καθώς σαν παιδί δεν μπορούσα να συλλάβω την πραγματική διάσταση των δεδομένων. Κι αυτό, οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση. Αυτούς τους ίδιους ανθρώπους λοιπόν, επρόκειτο σε λίγη ώρα να ξαναδώ μπροστά μου. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, να επέλθει η ωρίμανση, η αυτογνωσία, η αυτοκριτική και η πληρέστερη αντίληψή μου για τον κόσμο, για να μπορέσω να ερμηνεύσω συμπεριφορές και στάσεις. Έκτοτε, προσπάθησα πολλές φορές να τους δικαιολογήσω, στο μυαλό μου. Στο κάτω-κάτω, ήμασταν όλοι παιδιά! Τα παιδιά είναι σκληρά με το διαφορετικό, με αυτό που φαινομενικά παρουσιάζεται στα μάτια τους ως διαφορετικό, επειδή δεν συνάδει με τα τετραγωνισμένα μοτίβα στα οποία κινείται η πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου. Τα παιδιά δεν “χαρίζονται”, πληγώνουν χωρίς να έχουν επίγνωση του κακού που προκαλούν. Έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος μας, ένα παιδί με ασχημάτιστη προσωπικότητα κι ανολοκλήρωτη σκέψη, κρίνει μέχρι εκεί που οι προσωρινές του προσλαμβάνουσες του επιτρέπουν. Βάσει αυτού του σκεπτικού, τους είχα εν πολλοίς δικαιολογήσει. Ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα συναντούσα τα παιδιά που ήμασταν κάποτε, αλλά ώριμους και σκεπτόμενους ενήλικες, με διαφορετικές και κατασταλαγμένες θέσεις ζωής. Άλλωστε, καθένας μας δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία στην πλάση αυτή. Τα χρόνια της σχολικής μας ζωής είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί και μαζί τους είχα προσπαθήσει πολύ να “θάψω” όλα όσα είχαν λειτουργήσει ανασταλτικά πάνω μου. Δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου γι’ αυτό, ακόμα το δουλεύω και το προσπαθώ, αποζητώ την εξέλιξη και τη βαθύτερη αντίληψη, όπως όλοι μας θεωρώ ότι πρέπει να κάνουμε.

Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μετά! Αδιανόητο το πόσο γρήγορα έχει κυλήσει ο χρόνος, με το μαθητικό μας “χθες” να μοιάζει τόσο κοντινό, αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακριά! Καθένας μας ακολούθησε εν τω μεταξύ τον δικό του δρόμο ζωής, χάραξε τη δική του πορεία στον χωροχρόνο. Πόσο θα είχαμε αλλάξει, άραγε; Πως τα βιώματα και οι συνθήκες κάτω από της οποίες πορευτήκαμε μας άλλαξαν και μας διαμόρφωσαν; Όσο κι αν αρχικά η ιδέα της επανασύνδεσης δεν φάνταζε στον νου μου ιδιαιτέρως ελκυστική, ένα άλλο κομμάτι του “εγώ” μου με ώθησε με λαχτάρα προς αυτήν! Σε τελική ανάλυση, το όφειλα σε μένα, το έκανα για μένα! Διότι, πάνω απ’ όλα, γνώριζα τώρα καλά το πόσο εγώ ο ίδιος έχω αλλάξει, το πως είχα καταπολεμήσει φοβίες, ενοχές και συστολές. Κι αυτόν τον “καινούργιο” μου εαυτό ήθελα να τον επικοινωνήσω, να τον συστήσω σε αυτούς που επί χρόνια ολόκληρα τον είχαν ακούσια καταδιώξει, λοιδορήσει, ταπεινώσει. Και ήλπιζα ότι η αντίστοιχη εξέλιξη θα είχε λάβει χώρα και στους υπόλοιπους, εν μέρει ή καθ’ ολοκληρίαν.

Χαμένος στη δύνη των σκέψεών μου, ούτε κατάλαβα το πως είχα ήδη φτάσει έξω από το μεζεδοπωλείο όπου είχε κανονιστεί το reunion των παλαιών συμμαθητών. Ομολογώ ότι δεν περίμενα ποτέ να τελεσφορήσει η πρόταση που είχε ξεκινήσει δειλά μέσω διαδικτύου, με σκοπό την επανένωση. Ούτως ή άλλως, οι περισσότεροι εξ’ ημών έχουμε χάσει τη μεταξύ μας επαφή εδώ και πολλά χρόνια. Οι υποχρεώσεις και οι διαφορετικοί δρόμοι ζωής καθενός μας, είχαν ως αποτέλεσμα τη σχεδόν ολοκληρωτική απομάκρυνση. Κι αν δυο-τρεις φορές είχε τύχει μέσα στα χρόνια να συναντηθούν κάποιοι, προσποιήθηκαν πως δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο κι άλλαζαν γρήγορα κατεύθυνση. Γι’ αυτό κι εξεπλάγην όταν αποφασίστηκε η οριστικοποίηση της αποψινής συνάντησης, με σχεδόν άπαντες παρόντες. Κοντοστέκομαι έξω από την είσοδο του καταστήματος. Η μουσική έχει ήδη αρχίσει να παίζει σε υψηλή ένταση και ο χώρος έχει αρχίσει να γεμίζει με κόσμο. Με βλέμμα διερευνητικό “σαρώνω” τη μεγάλη σάλα, μέχρι που τα μάτια μου εντοπίζουν πρόσωπα γνώριμα. Οι σιλουέτες μπορεί να μην ανταποκρίνονται απόλυτα στη θύμησή μου, ωστόσο τα μάτια, που αποτελούν για όλους μας το μοναδικό στοιχείο που παραμένει απαράλλαχτο, ενεργοποιούν άμεσα το σύστημα αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Δεν θα μπορούσα να είχα ξεχάσει αυτά τα μάτια, που τόσο πολύ είχαν επιδράσει στην ψυχοσύνθεσή μου. Θα τα αναγνώριζα, ακόμα κι ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα!

Ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει, αν και σχετικά λίγος, δεν είχε αφήσει ανεπηρέαστο κανέναν μας. Χαρακτηριστικά μερικώς αλλοιωμένα, σώματα που δεν είχαν παραμείνει αλώβητα στην επέλαση των ημερών, φιγούρες που πολύ λίγο θύμιζαν πια αυτό που είχαμε αφήσει πίσω μας, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Κι όμως, ευθύς μου στέκονταν μετά από τόσον καιρό οι συμμαθητές μου. Έχοντας φορέσει όλοι τα καλά τους ρούχα και το καλό τους πρόσωπο, έδειχναν ευδιάθετοι και χαρούμενοι για τη συνάντησή μας. Δίχως να καθυστερήσω άλλο, εισήλθα στο μαγαζί και κατευθύνθηκα προς το τραπέζι μας. Ένθερμη η υποδοχή που μου επιφύλαξαν (υποθέτω ότι για όλους όσοι είχαν προηγηθεί ίσχυσε το ίδιο), αγκαλιές, φιλιά, βλέμματα έκπληξης, αλλά και χαράς. “Δεν άλλαξες καθόλου, μέρα δεν πέρασε από πάνω σου, βρε”, “Α, εσύ μου φαίνεται ομόρφυνες επικίνδυνα, για πες μας το μυστικό που σε διατηρεί έτσι”, “Που ‘σαι ρε αλάνι, πόσα χρόνια πάνε” “Ρε μπαγάσα, δεν περιμέναμε ότι θα ερχόσουν τελικά”, ήταν μερικές από τις στιχομυθίες και τα σχόλια που ανταλλάξαμε, στα πρώτα λεπτά. Λαμπερά χαμόγελα κοσμούσαν τα χείλη των συνδαιτυμόνων, οι περισσότεροι/ες εκ των οποίων συνοδεύονταν από τους/τις συζύγους/συντρόφους τους. Ένας προς έναν, οι πρωταγωνιστές των παιδικών κι εφηβικών μου χρόνων βρίσκονταν και πάλι μπροστά μου, λίγο αλλαγμένοι, κάπως διαφορετικοί. Αστραπιαία, το μυαλό μου ανακάλεσε για καθέναν τους από ένα σύντομο “βιογραφικό”, που μάλλον αποτελούσε τον κωδικοποιημένο τρόπο με τον οποίο τους είχα αποθηκεύσει στη συνείδησή μου. Ο Σωτήρης, ο “νταής” της τάξης, φύσει ατίθασος στα όρια της παραβατικότητας, ο φόβος κι ο τρόμος ολόκληρου του σχολείου. Πόσες και πόσες φορές δεν είχα τρέξει για να κρυφτώ και να προστατευθώ από την επίπλαστη μαγκιά του…! Η Σοφία, το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, κόρη μεγαλοπαράγοντα με πετρελαϊκές επιχειρήσεις, γνωστή για τα ξακουστά της πάρτι στο τεράστιο σπίτι με την πισίνα, πάντοτε σνομπ και περιφρονητική με όσους δεν ανήκαν στον κύκλο της! Πόσο είχα κλάψει που δεν προσκαλέστηκα ποτέ σε κανένα πάρτι της, που δεν έπαιξα ποτέ στον απέραντο κήπο με την πισίνα και τις νεροτσουλήθρες! Ο Πάνος, ο ζεν πρεμιέ του τμήματος, που δεν είχε αφήσει ούτε θηλυκή γάτα που να μην κατακτήσει και που δεν έχανε την ευκαιρία να επιδεικνύει τον περίσσιο ανδρισμό του. Πόσο με είχε χλευάσει, που δεν ήμουν όπως εκείνος! Ο Γρηγόρης, ο πιο αθλητικός και σωματικά ικανός συμμαθητής μας, έβγαινε πάντα πρώτος σε όλους τους αγώνες, γεγονός που θεωρούσε ότι του προσέδιδε μια γενική υπεροχή, παρ’ όλο που ήταν κάκιστος μαθητής. “Κόκκινο πανί” υπήρξα και γι’ αυτόν, καθώς -όπως συνήθιζε να λέει βροντόφωνα- δεν ήμουν παρά “ένας άχρηστος που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του, και τα καταφέρνει μόνο στα μαθήματα”. Η Ρία, αριστούχος και αγαπημένο παιδί όλων των καθηγητών και των μαθητών, απουσιολόγος και διαφαινόμενη διάνοια, η ελπίδα και το καμάρι του σχολείου, θα μας έκανε κάποτε πολύ υπερήφανους….! Δεν δίσταζε να υποτιμά με έπαρση κι αλαζονεία την προσπάθειά μου, καθώς αποτελούσα και το μοναδικό “αντίπαλο δέος” της, σε επίπεδο βαθμών κι απόδοσης. Η Δήμητρα, μακράν η δημοφιλέστερη ανάμεσά μας, είχε καταφέρει να πάρει ηγετικό ρόλο και να κατευθύνει τη μάζα των υπολοίπων μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρα ηγεμονικό. Δεν μου συγχώρεσε ποτέ το γεγονός ότι αμφισβητούσα την απόλυτη κυριαρχία της και διατηρούσα την ανεξαρτησία μου, φροντίζοντας να με περιθωριοποιήσει εντέχνως. Ο Βασίλης, σε αναζήτηση της προσωπικής του ταυτότητας, πειθήνιο όργανο κι εκτελεστής των επιταγών των άλλων, προκειμένου ν’ αποκτήσει την εύνοιά τους. Δεν θα ξεχάσω τις προσκλήσεις που είχα μοιράσει για το πάρτι των γενεθλίων μου στην τετάρτη δημοτικού, τις οποίες έσκισε με μανία σε κάποιο διάλειμμα, για να “σπάσουν πλάκα με την παρέα”. Και τέλος η Άσπα, “πρέσβειρα” της ηθικής και των κοινωνικών κανόνων, από πολύ μικρή είχε προαποφασίσει ότι θα δημιουργήσει μια μεγάλη, δυνατή και σημαντική οικογένεια. “Βαδίζεις σε λάθος δρόμους και είσαι κακή επιρροή για την τάξη, μας μολύνεις”, μου είχε πει σε έναν λεκτικό μας διαπληκτισμό, με ασήμαντη αφορμή.

Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Όλοι εξιστορούσαν το πως εξελίχθηκαν οι ζωές τους, παρέθεταν τα κατορθώματά τους. Σπουδές με περγαμηνές, επαγγελματική αποκατάσταση κι επιτυχία, προσωπική ευημερία, ευτυχισμένες οικογένειες, περήφανοι γονείς, αγαπημένοι σύζυγοι. Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να συντονίσω τα ακουστικά ερεθίσματα με τα δεδομένα που βρίσκονται στο μυαλό μου. Τι ακριβώς λένε, όλοι τους; Για ποιους μιλάνε; Γιατί οι αλήθειες και τα γεγονότα που εγώ γνωρίζω δεν έχουν καμία σχέση με όσα φτάνουν στα αυτιά μου, αυτήν τη στιγμή; Είναι δυνατόν να υποκρίνονται τόσο χυδαία και απροκάλυπτα; Πως μπορούν να κοροϊδεύονται μεταξύ τους τόσο επιδεικτικά; Αποφασίζω να συγκρατηθώ και να συνεχίσω να παρακολουθώ στωικά την “παράσταση”, για να δω που θα καταλήξει το “σενάριο”. Όπως και να ΄χει, μαζευτήκαμε απόψε εδώ για να περάσουμε καλά, θα ήταν άσκοπο να χαλάσει το “θεατράκι” των παραισθήσεων. Ας τους αφήσω να ζήσουν τον μύθο τους, ίσως να το έχουν ανάγκη. Η κουβέντα φτάνει κάποια στιγμή στην Ιουλία, επίσης συμμαθήτριά μας, απούσα από το αποψινό τσιμπούσι. “Κρίμα όμως αυτή η κοπέλα, να καταφέρει από το μηδέν να κάνει τέτοιες σπουδές, για να καταλήξει στο μοναστήρι;”, ξεστομίζει με ύφος σοφού ο Γρηγόρης. “Πραγματικά από το μηδέν, φανταζόσασταν ποτέ ότι θα έφτανε η Ιουλία τόσο ψηλά;”, συμπληρώνει η Σοφία. Το φράγμα της υπομονής που τόση ώρα με συγκρατούσε ήσυχο, σχεδόν νωχελικό, φαίνεται ότι έσπασε βίαια στο άκουσμα των τελευταίων αυτών φράσεων. Αυθόρμητα, σχεδόν ασυνείδητα, παρενέβην με μια δυναμική στη φωνή μου, που μάλλον σόκαρε τους παριστάμενους. “Δεν το φανταστήκατε ποτέ, γιατί δεν μάθατε ποτέ ποια ήταν πραγματικά η Ιουλία! Δεν της δώσατε ποτέ την ευκαιρία να σας συστηθεί, να σας δείξει ποια είναι! Από την πρώτη τάξη μέχρι και την τελευταία, στο περιθώριο την είχατε! Ξεχασμένη απ’ όλους, φοβισμένη, στο περιθώριο, επειδή ήταν κι αυτή διαφορετική από εσάς! Σας είναι δύσκολο να συλλάβετε το μέγεθος της επιτυχίας της ΜΕΤΑ από εσάς, επειδή δεν της επιτρέψατε ποτέ να σας δείξει τις δυνατότητές της, όσο ήταν ΔΙΠΛΑ σας!Να λοιπόν που σας διέψευσε όλους με τον καλύτερο τρόπο! Βρήκε τη δύναμη να ξεπεράσει την απόρριψη και την περιφρόνηση με την οποία την είχατε ποτίσει τόσα χρόνια, και διέπρεψε! Όσο για την απόφασή της, εγώ προσωπικά είμαι υπερήφανος γι’ αυτήν, που επιτέλους ακολούθησε τον δρόμο της ψυχής της, κάνοντας αυτό που πραγματικά επιθυμεί. Κι αν όλοι εσείς, που κρίνετε με τόση ευκολία έναν άνθρωπο που ποδοπατήσατε βάναυσα, τη λυπάστε, μάλλον δεν έχετε κάνει την αυτοκριτική σας. Αν την κάνετε, θα αναθεωρήσετε για πολλά, θα δείτε ότι ορισμένοι θα πρέπει να λυπάστε για εσάς τους ίδιους, όχι για την Ιουλία”. Στο τραπέζι επικρατεί παγωμένη σιωπή, οι εκφράσεις στα πρόσωπα ποικίλουν: κάποιοι δείχνουν σοκαρισμένοι, κάποιοι άλλοι κρυφογελούν, μερικοί δείχνουν να μην καταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει.

Σαν από μηχανής θεός, το τηλέφωνό μου χτυπά ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν για να αποφορτιστώ και να ανακτήσω την ψυχραιμία μου. Η ορχήστρα έπαιζε υπερβολικά δυνατά για να μπορώ να συνομιλήσω στο κινητό, οπότε βρήκα την ευκαιρία να βγω έξω, για να πάρω και λίγο καθαρό οξυγόνο. Βγαίνοντας, ακούω τον Βασίλη να λέει χαμηλόφωνα και με ύφος σκωπτικό: “αχ, συγχύστηκε το χρυσό μου, θα μας εκραγεί σε λίγο και τι θα το κάνουμε”, με τους υπόλοιπους στο τραπέζι να ξεσπούν σε αυθόρμητο, σχεδόν νευρικό γέλιο. Επιστρέφοντας από το τηλεφώνημα αποφασίζω να επισκεφθώ την τουαλέτα, πριν γυρίσω στο τραπέζι. Μπαίνοντας σε μια από τις διαθέσιμες καμπίνες, ακούω τις πόρτες από τις δύο παρακείμενες ν’ ανοίγουν. Δυο γυναίκες κοντοστέκονται μπροστά από τους νιπτήρες και πιάνουν την κουβέντα. Αναγνωρίζω τις φωνές τους αμέσως, και προσπαθώ να μην κάνω τον οποιονδήποτε θόρυβο, για να μη γίνω αντιληπτός. “Χάλια τα νεύρα του, αυτό το παιδί προβληματικό από μικρό, ρε γαμώτο”, ακούγεται να ψελλίζει η Άσπα. Η απάντηση δια στόματος Δήμητρας ήταν πιο… εμπεριστατωμένη: “τι να κάνει κι αυτός μωρέ, τι χαρά να δει στη ζωή του, έτσι όπως είναι; Φαίνεται ο άνθρωπος, κουβαλάει εκατοντάδες θέματα πάνω του, τι να πεις. Και κάτσε να δούμε τι τέλος θα έχει, συνήθως αυτοί καταλήγουν μόνοι τους, ξεχασμένοι, σε κανένα τρελάδικο ή στην καλύτερη περίπτωση τους βρίσκουν πεθαμένους στο σπίτι, από τη μυρωδιά”. Η Άσπα βγάζει ένα επιφώνημα συγκατάβασης και συμπληρώνει: “αν μέχρι τότε δεν του παρουσιαστεί καμιά ανίατη ασθένεια, όπως συνηθίζεται”. Αποχωρούν αφήνοντας ένα γέλιο που συνδυάζει την περιφρόνηση και τον οίκτο, τα ποταπά εκείνα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν τους αβαθείς.

Επιστρέφω στο τραπέζι με ύφος γαλήνιο κι ευχάριστο, επιστρατεύοντας τα υπολείμματα της παροιμιώδους ψυχραιμίας μου. Με βαθιά ανάσα, σαν αυτήν που παίρνουν οι σπουδαίοι ερμηνευτές λίγο πριν βγουν στη σκηνή, υψώνω το ποτήρι μου και απευθύνομαι στους ομοτράπεζους μου.

“Παλαιοί μου συμμαθητές, συγχωρέστε με για την προηγούμενη έντασή μου. Ας πιούμε στην αποψινή μας επανασύνδεση. Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια πρόποση, για καθέναν σας ξεχωριστά. Στην υγειά σου Σωτήρη μου, πολύ χαίρομαι που κατάφερες να ξεμπλέξεις από τον εθισμό σου στην ηρωίνη, κι ελπίζω ο εγκλεισμός σου στη φυλακή, μετά την καταδίκη σου για κατοχή κι εμπορεία ναρκωτικών, να αποτελεί μακρινή ανάμνηση”.

“Στην υγειά σου Σοφία μου, πολύ λυπάμαι που οι οικογενειακές σας επιχειρήσεις πτώχευσαν εν μια νυκτί κι αναγκάστηκες ν’ αλλάξεις τρόπο ζωής, και να κατοικείς με τον άντρα σου σε μια γκαρσονιέρα στα Πατήσια. Υγεία να ‘χουμε, πάνω απ’ όλα! Δεν λες πάλι καλά που έχεις τη δουλίτσα σου σαν καθαρίστρια στο υπουργείο, και βγάζεις τα προς το ζην;”.

“Στην υγειά σου Πάνο μου, ελπίζω να με έχεις συγχωρέσει που δεν ανταποκρίθηκα στα σεξουαλικά σου καλέσματα όταν με στρίμωξες στις τουαλέτες του σχολείου στην Γ’ Λυκείου, αλλά και την επόμενη χρονιά, όταν έτυχε να εργαζόμαστε και οι δύο στην ίδια καφετέρια. Μην το πάρεις προσωπικά, μια χαρά παιδί είσαι, απλά δεν είσαι καθόλου του γούστου μου, μωρέ”.

“Στην υγειά σου Γρηγόρη μου, πρόσφατα έμαθα ότι σε καθαίρεσαν από το Πυροσβεστικό Σώμα όπου είχες διοριστεί, επειδή μετά από έλεγχο αποδείχτηκε ότι είχες προσκομίσει πλαστό απολυτήριο Λυκείου. Πολύ κρίμα, γαμώτο…!”.

“Στην υγειά σου Ρία μου! Μη μου στενοχωριέσαι βρε, που στις πανελλαδικές εξετάσεις η αποτυχία σου υπήρξε τόσο παταγώδης, ώστε δεν πέρασες ούτε στην πιο χαμηλόβαθμη σχολή της χώρας! Εντάξει, δεν πειράζει, έκανες μετά και την προσπάθειά σου να σπουδάσεις Ιατρική στη Ρουμανία έμαθα, αλλά ούτε κι εκεί κατάφερες να ολοκληρώσεις. Είδες, όμως; Για όλους έχει η ζωή! Μια χαρά μεροκάματο δεν βγάζεις με τις σπουδές κομμωτικής-αισθητικής, που τελικά ακολούθησες;”.

“Στην υγειά σου, Δήμητρα μου! Μαθαίνω ότι ο σύζυγός σου σε ξυλοφορτώνει συχνά-πυκνά και πολύ με θλίβει αυτό, αλήθεια. Δεν σου αξίζει σε καμία περίπτωση, κοίτα να απαλλαγείς από αυτήν την κατάσταση το συντομότερο, πριν σε στείλει στο νοσοκομείο για τρίτη φορά, με βαριές κακώσεις από τον ξυλοδαρμό”.

“Στην υγειά σου, Βασίλη μου! Και μην σκας που όλοι έχουν να λένε για το ασύστολο κέρατο που τρως από τη σύζυγό σου, συμβαίνουν αυτά, σε πολλά ζευγάρια! Κι όσο για την πατρότητα του τρίτου παιδιού σου, που όλοι την αμφισβητούν, μην ακούς τον κόσμο. Εσύ αγάπησε το σαν δικό σου όπως και να ‘χει, κι άσε τους άλλους να σπάνε πλάκα…”.

“Στην υγειά σου και σένα, Άσπα μου! Αληθεύει βρε ότι μετά το δεύτερο παιδί σου, τα έφτιαξες παράλληλα με τον αδερφό του άντρα σου, κι ότι όταν σας έκανε τσακωτούς σε πέταξε έξω κακήν κακώς, αφαιρώντας σου και την επιμέλεια των παιδιών; Πραγματικά, πολύ λυπηρό!!!”.

“Και τώρα, θα μου επιτρέψετε να σας καληνυχτίσω. Χάρηκα ειλικρινά και πολύ που σας ξαναείδα και τα ξαναείπαμε. Να περνάτε όλοι καλά, σας ευχαριστώ για την υπέροχη βραδιά”.

Αγνοώντας παντελώς τις ύβρεις, τις απειλές, τις κατάρες και τις επιχειρούμενες βιαιοπραγίες που συνόδευσαν την έξοδό μου, φόρεσα το καλύτερο, το πιο λαμπερό μου χαμόγελο και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Άφησα πίσω μου ορδές “φαντασμάτων” που με στοίχειωσαν για πολλά χρόνια, επιτυγχάνοντας την προσωπική μου “κάθαρση”. Εκεί, στα πανέμορφα στενάκια του Ψυρρή, άρχισα να τραγουδώ και να χορεύω μόνος, στη μέση του δρόμου, αδιαφορώντας για τα πάντα, σαν να μην υπήρχε αύριο. Το ψιλόβροχο άρχισε και πάλι να πέφτει, κι έγινε η ιδανικότερη “ορχήστρα” για να συνοδεύσει το τραγούδι μου:

“Save all your kisses for me, save all your kisses for me
Bye bye baby, bye bye
Don’t cry honey, don’t cry
Gonna walk out the door
But I’ll soon be back for more”

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook